op
×

Τα ψιλά που λείπανε για το γιαούρτι | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Τα ψιλά που λείπανε για το γιαούρτι | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

ΤΑ ΨΙΛΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΑΝΕ ΓΙΑ ΤΟ ΓΙΑΟΥΡΤΙ


Από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα


Ακόμα μια συγκινητική ιστορία, παρ’ ολίγον μελό. Διασώζεται μόνον χάρη στην προοικονομημένη αντίστιξη της σκληρότητας του ελεήμονος. Ας είναι. «Ό,τι δηλώσεις το σώζεις» (στην Ελλάδα, για να μην παρεξηγούμεθα, αλλά όχι και …παραέξω).


Λοιπόν, ο τροφαντός τραπεζοϋπάλληλος με το προγούλι, αφού έγινε ….κάλος (όχι καλός, αλλά κ…λ…ς) με τους υφισταμένους του (τρόμαξε να πάρει πια αυτή τη θέση: τριάντα χρόνια του πήρε, με ίντριγκες, συκοφαντίες, απαξιώσεις, σπιλώσεις και πισώπλατες μαχαιριές!!!) έγινε έξαλλος σήμερα με την υπέρβαρη τιμή που πάσχει από …θηρειοειδή κι έκανε πως δεν ξέρει «και καλά» πως λειτουργεί η καινούργια μηχανή καταμέτρησης χαρτονομισμάτων κι εξακρίβωσης της γνησιότητάς των, τόσο που του πλάσαρε κι ένα μάτσο πλαστά πεντάευρα για να …κόψει το λαιμό του να δει τι να κάνει. Βγήκε λοιπόν κι αυτός φουριόζος έξω για να πάρει λίγο αέρα, να ανάψει ένα τσιγάρο, παρ’ όλο που το …είχε κόψει από πέρυσι, να δώσει τόπο στην οργή («Με κουράζεις!!!», της είχε πει μόνο: «Με κουράζεις!!!» με τρία θαυμαστικά) κι αποφάσισε να ψωνίσει κι ένα γιαούρτι με φρούτα από το διπλανό μίνι-μάρκετ, τρία στην τιμή των δύο, σε προσφορά φυσικά («καβούρια έχει στην τσέπη του», λέγανε οι συνάδελφοι, δεν τους είχε κεράσει ποτέ στη γιορτή του, την ονομαστική, ούτε για τα γενέθλια που …αγνοούντο).


Μπαίνει μέσα στο στενόμακρο μαγαζί, σπρώχνει, βρίζει, αγκομαχάει, σα παλιοσαράβαλο στον ανήφορο, φτάνει επιτέλους στα γιαούρτια και βλέπει, ανοίγει τα γκαβά του και βλέπει: ένα ξυπόλητο μελαψό ζητιανάκι μετράει στην απλωμένη παλάμη του ογδόντα σέντς σε δεκάλεπτα και πεντάλεπτα και δεν του βγαίνουν να πάρει κάποιο γιαούρτι, μήτε καν σε προσφορά. 




Τότε ο αρειμάνιος υπέρβαρος (δεν θα τον έλεγες και παχύσαρκο, αλλά «ρομπύστ» πάντως ήτανε!) βγάζει από την τσέπη του ένα ολόκληρο δίευρο (μάλιστα απαστράπτον νόμισμα) και του το δίνει λέγοντας τρυφερά και παραλείποντας κάποιο δάκρυ που ανέβαινε στο αριστερό του μάτι (το δεξί είχε φράξει, ο δακρυϊκός πόρος τα είχε φτύσει και τσιγκουνευόταν να πάει στον οφθαλμίατρο να του τον …ξεβουλώσει, ή μήπως «να του τον αποφράξει» καλύτερα;).


«Άντε, πάρε να φας τη συσκευασία των τριών και κράτα τα ογδόντα σου λεπτά. Θα σου περισσέψουν είκοσι από τα ρέστα κι έτσι θα έχεις ένα ολόκληρο ευρώ στην τσέπη σου σε ψιλά», είπε κι έφυγε, πριν το παιδάκι να προλάβει να πει ο,τιδήποτε, πριν προλάβει να δει από πού του ήρθε αυτός ο καθυστερημένος μπουνταλάς Αγιο-βασίλης, ενώ είχαν περάσει και τα Φώτα και πλησίαζε το τριώδιο. «Τελικά υπάρχει θεός!», σκέφτηκε το ταλαίπωρο το ορφανό κι έκανε το σταυρό του.


Όσο για τον τραπεζοϋπάλληλο, δικαιολογήθηκε σιγανά στον εαυτό του: «Εξάλλου ο γιατρός μού συνέστησε να κάνω δίαιτα, αυστηρή. Αρχίζω κι εγώ λοιπόν σήμερα! Και ξανακόβω το τσιγάρο. Τόσα λεφτά πεταμένα, καμμένα!!!».


Μπήκε και κάθησε στη θέση του, χαμογελώντας προς όλους. Πήγε και βοήθησε την παχύσαρκη υπάλληλο με τον υποθυρεοειδισμό, της έδωσε μάλιστα και δυο ημερολόγια για τα παιδάκια της. Όλοι απορούσαν και τον κοιτούσαν λοξά. «Μα τι παίρνει και δεν μας δίνει;», «Τι σνίφαρε όταν πήγε για λίγο έξω;». Φιλανθρωπία αγαπητοί μου, φιλανθρωπία, το καλύτερο αγχολυτικό, παυσίλυπο και χαλαρωτικό. Άσε που κάνεις και κανένα ψυχικό. Ποτέ δεν ξέρεις… τι γίνεται μετά… μετά από… τότε, ντε, που θα κλείσουμε τα μάτια, θα τα σφαλίσουμε κι όταν θα μας ρίξουν το χώμα στη μούρη δεν θα χαμπαριάζουμε τίποτα – ή μήπως όχι;




Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr


Λέξεις Κλειδία - Tags
Κωνσταντίνος Μπούρας
28
Σχετικά άρθρα

Ο Θεοδόσης Πελεγρίνης από σκηνής Διδάσκαλος, σύγχρονος φιλόσοφος και μάρτυρας μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας

Μια μέρα θα θεωρήσουμε τους εαυτούς μας ευλογημένους που ζήσανε και άντεξαν και παρήγαγαν Πολιτισμό σε μια τόσο κρίσιμη καμπή της Ιστορίας του Πανανθρώπινου Πολιτισμού.

Ο συνταξιούχος καρκινοπαθής επιπλοποιός μένει πλέον μόνιμα στα πολυσύχναστα βράχια της Βάρκιζας

Πέθανε πια η γυναίκα του. Πόσο ν’ αντέξει η έρμη; Δέκα χρόνια κατάκοιτη. Δυο γυναίκες χρειαζόντουσαν να τη γυρίσουν για να μην «τρυπήσει» και σαπίσει ζωντανή στον πάνω κόσμο και τραβήξει η βρώμα της τα σκυλιά. 

Ο άστεγος και το κουταβάκι | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Στεκόταν πάντα διακριτικά σε απόσταση αξιοπρέπειας από το σούπερ μάρκετ, με το κουταβάκι πάντα αγκαλιά κι εκείνο με κοιτούσε πάντα με τα μεγάλα γουρλωμένα μάτια του κάθε που περνούσα… 
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Περισσοτερα...
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×