op
×

Ο άστεγος και το κουταβάκι | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Ο άστεγος και το κουταβάκι | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Ο άστεγος και το κουταβάκι


Στεκόταν πάντα διακριτικά σε απόσταση αξιοπρέπειας από το σούπερ μάρκετ, με το κουταβάκι πάντα αγκαλιά κι εκείνο με κοιτούσε πάντα με τα μεγάλα γουρλωμένα μάτια του κάθε που περνούσα… 


Ήταν τόσο αφοπλιστικό, τόσο ανθρώπινο (λάθος επίθετο) αυτό το βλέμμα, που εμπόδιζα το λογικό μέρος του εγκεφάλου μου να εγείρει θεμελιώδη ερωτήματα και – το χειρότερο – να μου ξεφουρνίσει και τις απαντήσεις! Αρκετά με τη λογική και τα νούμερα! Μας οδήγησαν στο χάλι που είμαστε τώρα. Ο ανθρώπινος πόνος μετράει. Ο πόνος των ζώων κι ο πόνος των πραγμάτων, των φυτών, των δέντρων, των μελισσών, των κυμάτων όταν δέρνονται πάνω στα βράχια. Ποίηση επί τέλους! Όχι στο χαρτί, στην πράξη. Τα ποιήματα είναι απλώς η κορυφή ενός παγόβουνου. Αν δεν ΖΕΙΣ ποιητικά, άσ’ τα βράσ’ τα. 


Έκανα προσπάθεια να μην κλάψω, να μην πάρω αγκαλιά το κουταβάκι, να μην πω στον άστεγο λόγια παρηγοριάς, άφηνα πάντα τον πενιχρό οβολό μου (κάτι ψηλά) κι έφευγα σαν κλέφτης, σαν ένοχος φιλανθρωπίας, σαν ύποπτος γιατί είχα είκοσι, δέκα, πέντε λεπτά του ευρώ πάνω μου που μου περίσσευαν!


Είχα εξάλλου και το κακό προηγούμενο – τι λέω; τραύμα! – προ εικοσαετίας, τότε που «δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα» κι οι ταξιτζήδες έπαιρναν διπλή και τριπλή κούρσα στο σχόλασμα, διάλεγαν κιόλας. Τότε είχε εμφανιστεί δεν ξέρω από ποιο πόλεμο, δεν ξέρω σε ποια φρικτή εξωτερική ή εσωτερική προσφυγιά (γιατί παίζει κι αυτό το σενάριο) μία τροφαντή κοκκινομάγουλη μάνα [αρχετυπική σχεδόν] με το μωρό στο στήθος να το βυζαίνει ξεδιάντροπα καταμεσής του πεζοδρομίου Ιπποκράτους και Πανεπιστημίου (απέναντι από την Εθνική Βιβλιοθήκη). Φυσικά, το θέαμα δεν άφηνε κανέναν ασυγκίνητο, κι ο καθείς κατέθετε τον οβολόν του. Μία ημέρα (τότε με τις δραχμές ακόμα) δεν είχα χαρτονόμισμα και της έριξα ένα μικρό κέρμα στο δισάκι της, κάτι σας είκοσι δραχμές ας πούμε. Έκανα να φύγω διακριτικά και χαμηλοβλέπων όταν ανακάλυψα έντρομος ότι η φιλόστοργος μήτηρ είχε πετάξει το μωρό κάτω που πλάνταζε στο κλάμα και με είχε πάρει του κυνήγου πετώντας μου κέρματα! Είχε προφανώς προσβληθεί από την πενιχρή μου επίδειξη γενναιοδωρίας. Από τότε δεν ξαναπέρασα σχολνώντας από τη δουλειά μου από εκείνο το σημείο. Έκανα έναν ολόκληρο γενναίο κύκλο πάνω από τον Λυκαβηττό. Και καλά με τη ζέστη, την αντέχω. Όμως η βροχή (και ειδικά το ανεμόβροχο) δεν παλεύεται…





Ας είναι. Παρ’ όλα αυτά δε σταμάτησα να συμπάσχω με όλα τα ζωντανά γύρω μου κι ενίοτε τα κουβαλούσα μαζί μου στο σπίτι, ανεξίτηλα στη μνήμη για πάντα, όπως αυτό το κουταβάκι στην αγκαλιά του άστεγου, που παρέμενε μωρό κι εκφραστικό, κάθε φορά που το έβλεπα. Τόσο που απορούσα μήπως δεν είναι πάντα το ίδιο! Όμως στο τέλος κατέληξα ότι το βλέμμα, ΕΚΕΙΝΟ το βλέμμα του πόνου, της ορφάνειας και της ερημιάς, εκείνος ο βουβός σπαραγμός έκλεβε πάντα την παράσταση και δεν πρόσεχα το σώμα… Γκρο-πλαν και ο σκύλος-σταρ να ζητάει να μετακομίσει στην αγκαλιά μου. Όμως, δυστυχώς, δεν υπήρχε χώρος για άλλα ζώα στο σπίτι. Έναν Αύγουστο με ακολούθησε μέχρι την εξώπορτα της πολυκατοικίας ένας αρχοντόγατος με φουντωτή ουρά. Όταν του έκανα νόημα να περιμένει για να του φέρω κάτι να φάει και να πιει, μού γύρισε την πλάτη περιφρονητικά κι απομακρύνθηκε αργά, με το πάσο του. Σα να λέει: «αγάπη θέλω, ειδικά από σένα κι όχι φαγητό». Ή όπως έλεγε η γιαγιά μου η Αγγελική, «τα λόγια σου μ’ εχόρτασαν και το φαΐ σου φά’ το!». Πιο κάτω μια γριά ζητιάνα επρόγκηξε μία κυρία που έσερνε ένα σκυλάκι με το λουρί: «Για τα ζώα έχετε λεφτά, για εμάς τους ανθρώπους δεν έχετε!». Η μορφωμένη καλοστεκούμενη γυναίκα με τα σικάτα γυαλιά θεώρησε καλό να δικαιολογηθεί στην υβρίζουσα για να εισπράξει ακόμα χειρότερα κοσμητικά επίθετα κι όπου φύγει-φύγει!


Πέρασαν πολλά χρόνια και σε κάθε γωνία δρόμου αναζητώ εκείνο το βλέμμα από το κουταβάκι στην αγκαλιά του άστεγου. Μα πού θα πάει; Θα το ξαναδώ. Με αυτή την ελπίδα ζω. Κι όπως λέει μία φίλη χαροκαμένη: «γνωρίσαμε τους ανθρώπους κι αγαπήσαμε τα ζώα». Μόνο που εγώ εξακολουθώ ν’ αγαπώ ΚΑΙ τους ανθρώπους. Αδιακρίτως. «Μα τι σου κάνανε οι κακόμοιροι οι άνθρωποι;» μου είχε πει κάποτε η καλή μου φίλη και μεγάλη δασκάλα του θεάτρου και της ζωής Δέσπω, όταν είχα πάει στο σπίτι της τρέμοντας μετά από κάποια από τις άπειρες επιθέσεις που δεχόμουνα όταν ήμουνα υπεύθυνος των καλλιτεχνικών εκδηλώσεων στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Αμέσως ηρέμησα κι είδα την κατάσταση απ’ έξω. Το πρόβλημα λύθηκε εν καιρώ. Με τον καλύτερο τρόπο. «Όμως υπάρχει και θεός εκεί ψηλά και βλέπει!». Η αθωότητα της καρδιάς, η καθαρότητα της ματιάς είναι το καλύτερο διαβατήριο για να φτάσεις με ασφάλεια στην θεία αγκαλιά Του. 





Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr


Σχετικά άρθρα

«Βοήθεια, βοήθεια γειτόνοι, ο διαρρήκτης μπήκε, ήρθε και κοιμάται του καλού καιρού στο μαξιλάρι δίπλα μου!» | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Αυτό συνέβη πραγματικά σε μια φίλη μου αιωνίως άστεγη, εκ πεποιθήσεως και λόγω τρέλας κατ’ αρχήν, μετά της έγινε συνήθεια, σαν δεύτερο πετσί ένα πράγμα. 

Ο Θεοδόσης Πελεγρίνης από σκηνής Διδάσκαλος, σύγχρονος φιλόσοφος και μάρτυρας μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας

Μια μέρα θα θεωρήσουμε τους εαυτούς μας ευλογημένους που ζήσανε και άντεξαν και παρήγαγαν Πολιτισμό σε μια τόσο κρίσιμη καμπή της Ιστορίας του Πανανθρώπινου Πολιτισμού.

Ο συνταξιούχος καρκινοπαθής επιπλοποιός μένει πλέον μόνιμα στα πολυσύχναστα βράχια της Βάρκιζας

Πέθανε πια η γυναίκα του. Πόσο ν’ αντέξει η έρμη; Δέκα χρόνια κατάκοιτη. Δυο γυναίκες χρειαζόντουσαν να τη γυρίσουν για να μην «τρυπήσει» και σαπίσει ζωντανή στον πάνω κόσμο και τραβήξει η βρώμα της τα σκυλιά. 
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Περισσοτερα...
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×