op
×

«Αγάπη ρε κοπρόσκυλα!» | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

«Αγάπη ρε κοπρόσκυλα!» |  Του Κωνσταντίνου Μπούρα

«Αγάπη ρε κοπρόσκυλα! Αγάπη, όχι ποντικοκούραδα!!!» |  Του Κωνσταντίνου Μπούρα



Ήταν νέος κι ευειδής, με την κιθάρα. Στηνόταν έξω από τα ζαχαροπλαστεία. Η χάρτινη πινακίδα (που του χρησίμευε και για κρεβάτι) έγραφε: «Καρκινοπαθης και αστεγος», έτσι χωρίς οξείες. Η αλήθεια ήταν πως είχε αποφυλακιστεί από τον Κορυδαλλό, αλλά δεν είχε καταφέρει ακόμη να ξεκόψει από τα ναρκωτικά. Μόνο με την «παραμύθα» στο αίμα του ένιωθε άνθρωπος κι αυτός. 


Όλες τις άλλες ώρες έκανε το πιθηκάκι: έδινε στους άλλους την τροφή και τα ψέματα που αναζητούσε η ψυχή τους. Σαν ορφανό ήθελαν να τον βλέπουν; Το ορφανό υποδυόταν κι εκείνος: «Αχ, καλοί μου κύριοι, να προσέχετε τα παιδιά σας, να μην μιλάτε στο κινητό ενόσω οδηγείτε, έτσι χάσαμε και τους δύο γονείς μας η αδελφή μου κι εγώ, εκείνη οκτώ, εγώ πέντε, αλλά φορούσαμε τις ζωνούλες μας. Τώρα εσάς έχω για γονείς! Μην με εγκαταλείπετε εδώ στη μέση του δρόμου, το ορφανό!!!». Πώς να μην τον λυπηθούν; Μερικοί μάλιστα του πρότειναν να τον πάρουν στο σπίτι τους, να κάνει επιτέλους μπάνιο, να κοιμηθεί σαν άνθρωπος, ανένδοτος εκείνος: «μπα, μία φορά που το τόλμησα, μου όρμησε ο άτιμος να με βιάσει, καταλαβαίνετε…».


Όπου φύγει-φύγει ο ακούων, προκειμένου να μην παρεξηγηθούν οι αγαθές και φιλάνθρωπες προθέσεις του. Ακόμα και σε έναν που ήθελε να τον υιοθετήσει αρνήθηκε κομψά: «Δεν βάζω πλάκα πάνω από το κεφάλι μου εγώ! Κάτω από τον καθαρόν ουρανό κοιμάμαι, ας είναι και συννεφιασμένος». Το ίδιο περίπου (grosso modo) είπε και σε μια ευγενική χοντρή κυρία που είχε μόλις χάσει τον πέμπτο της σύζυγο και φορούσε μαύρη πλερέζα, βέλο και το απαραίτητο πένθος παντού, εκτός από την κόκκινη κυλότα της, που έσκυψε δήθεν τυχαία για να του τη δείξει, όταν έκανε ότι της έπεσαν κάτω τα κλειδιά. «Το τι έχω δει, κύριε δημοσιογράφε, στο πεζοδρόμιο, το τι έχουν έχουν ακούσει τα μάτια μου και το τι έχουν δει τ’ αυτιά μου δεν λέγεται! Είμαι νέος και ωραίος ακόμα, βλέπετε! Νοσταλγώ τον καιρό που θα γεράσω και δεν θα με ενοχλεί κανείς περί τα σεξουαλικά, καταλαβαίνετε. Το ανθρώπινο είδος μού προκαλεί αηδία. Μου έρχεται να ξεράσω και μόνο στην ιδέα να ανταλλάξω υγρά με έναν άλλον. Μία, εννοώ. Το σεξ των αστών είναι βρώμικο, μόνο εμείς εκεί ψηλά στο βουνό στη στάνη, όταν ήμασταν παιδιά, μόνον εκεί μυρίζαμε τον καθαρό αέρα, το σκίνο και το πεύκο, τη ρίγανη και τον ακονιζό – είναι αυτό που μυρίζει βαριά και τραβάει τις μέλισσες… ααα, και η κουμαριά είναι μελισσοκομικός θάμνος – έχω πάει σχολείο εγώ, μέχρι την τρίτη λυκείου, μετά μια ερωτική απογοήτευση, η πρώτη ξέρετε, που την περνάει κανείς πάντα βαριά, με έριξε εδώ που βρίσκομαι τώρα. Πιο χαμηλά δεν γίνεται, να το ξέρετε».


Δεν ήξερα αν ήταν αλήθεια όλ’ αυτά που μου διηγήθηκε. Μπορεί να ήταν άλλος ένας ρόλος για τη Σάρα Μπερνάρ της επαιτείας. Όμως εγώ ποτέ δεν του έδινα χρήματα ή τρόφιμα. Απλώς συμπάθεια. Καλό κι αυτό. Ίσως να μην περίμενε κάτι παραπάνω από μένα. «Το ξέρω το είδος σας: παραδόπιστοι, χαφιέδες, αλήτες και ρουφιάνοι!», μου είπε μια μέρα που ήταν στις μαύρες του κι έπασχε από σύνδρομο στέρησης. «Με συγχωρείτε, με συγχωρείτε πολύ, να με συμπαθάτε», δικαιολογήθηκε την αμέσως επόμενη μέρα, «δεν εννοούσα εσάς, αλλά τους άλλους δημοσιογράφους, τους μεγαλοκαρχαρίες, αλλά τι περιμένετε από ένα ορφανό παιδί σαν εμένα, που είναι και καρκινοπαθής και άστεγος και δεν τον νοιάζεται κανείς, κανέναν δεν έχει να του πει μια καλή κουβέντα;». Εκείνη την ώρα έκοψε απότομα τη συναλλαγή μαζί μου γιατί μια καλή, καλοβαλμένη σικάτη κυρία, είχε αφήσει τα αλάρμ στο αυτοκινητάκι της κι έμπαινε σεινάμενη και κουνάμενη στο ακρίβειο ζαχαροπλαστείο. Σίγουρα όταν θα έβγαινε θα του έδινε από τα σοκολατάκια που του αρέσουνε με το λικέρ. Προετοιμαζόταν λοιπόν να της πει ακριβώς εκείνα που ήθελε να ακούσει για να την καλοπιάσει.


Φεύγοντας, τον συμπάθησα ακόμα αυτόν το φτωχοδιάβολο, γιατί έκανε αυτό που κάνουμε όλοι προκειμένου να επιβιώσουμε, να σπρώξουμε τη μέρα, να τη βγάλουμε καθαρή με τα ψέματα, να περάσει η παλιοζωή να ξεμπερδεύουμε «εις τόπον χλοερόν, εις τόπον …καταψύξεως»: ΌΛΟΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΑ ΞΙΝΑ-ΓΛΥΚΑ ΚΙ ΌΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ, ΤΟΝ ΚΙΝΕΖΟ ΚΑΝΟΥΜΕ, τόσα λοξά μάτια επί Κρίσεως ούτε στην Ασία δεν βρίσκεις.




Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr






Λέξεις Κλειδία - Tags
Κωνσταντίνος Μπούρας
15
Σχετικά άρθρα

Ο Θεοδόσης Πελεγρίνης από σκηνής Διδάσκαλος, σύγχρονος φιλόσοφος και μάρτυρας μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας

Μια μέρα θα θεωρήσουμε τους εαυτούς μας ευλογημένους που ζήσανε και άντεξαν και παρήγαγαν Πολιτισμό σε μια τόσο κρίσιμη καμπή της Ιστορίας του Πανανθρώπινου Πολιτισμού.

Ο συνταξιούχος καρκινοπαθής επιπλοποιός μένει πλέον μόνιμα στα πολυσύχναστα βράχια της Βάρκιζας

Πέθανε πια η γυναίκα του. Πόσο ν’ αντέξει η έρμη; Δέκα χρόνια κατάκοιτη. Δυο γυναίκες χρειαζόντουσαν να τη γυρίσουν για να μην «τρυπήσει» και σαπίσει ζωντανή στον πάνω κόσμο και τραβήξει η βρώμα της τα σκυλιά. 

Ο άστεγος και το κουταβάκι | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Στεκόταν πάντα διακριτικά σε απόσταση αξιοπρέπειας από το σούπερ μάρκετ, με το κουταβάκι πάντα αγκαλιά κι εκείνο με κοιτούσε πάντα με τα μεγάλα γουρλωμένα μάτια του κάθε που περνούσα… 
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Περισσοτερα...
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×