op
×

Ο γραβατωμένος άστεγος, ξυπόλητος στον ηλεκτρικό Αμαρουσίου | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Ο γραβατωμένος άστεγος, ξυπόλητος στον ηλεκτρικό Αμαρουσίου | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Ο γραβατωμένος άστεγος, ξυπόλητος στον ηλεκτρικό Αμαρουσίου | Του Κωνσταντίνου Μπούρα


Μα τι σου είναι η ψυχή του ανθρώπου; Κανείς δεν ξέρει τι κουβαλάει μέσα. Και καλά τα πάνω πατώματα. Το ρετιρέ πασιφανές, κρυστάλλινος πύργος, πανταχόθεν ελεύθερος κι ορατός απ’ όλους. Τι γίνεται όμως στα πέμπτα κι έκτα υπόγεια; Εκεί που το μπετόν κολυμπάει στον υδροφόρο ορίζοντα;


Φαίνεται ότι είμαστε όλοι πρόσφυγες εδώ, άστεγοι και τρομαγμένοι, σκιαγμένοι ποιος ξέρει από ποια τέρατα της Αποκάλυψης που μας ανάγκασαν να εγκαταλείψουμε τη μονιά μας και να κρυφτούμε εδώ σε κοινή θέα;


Οι αρχαίοι έλληνες έλεγαν τα όνειρά τους στο φως του ήλιου για να ξορκίσουν τα φαντάσματα της νύχτας. Παιχνίδια του μυαλού, ή μήπως μια καλά κρυμμένη πραγματικότητα, ξεχασμένη δήθεν σε παλιά ντουλαπάκια που πετάξαμε το κλειδί τους στη θάλασσα. Ούτως ή άλλως σκουριασμένο ήταν κι αυτό, άχρηστο. Κι εξ άλλου ποιος θέλει να σκάβει στα χαλάσματα των αναμνήσεων; Κανείς. Όλοι μας.

Ξύπνησα κάθιδρος από τον τεράστιο εκσκαφέα στη γωνία της πολυκατοικίας που τρύπαγε το οδόστρωμα για να περαστούν οι σωλήνες του φυσικού αερίου ξεθάβοντας κάτι παλιές σαπισμένες σωλήνες της ΕΥΔΑΠ που έχασκαν από παντού. Και μετά σού λέει πού πάει τόσο νερό και χάνεται.


Κατέβηκα με δυσκολία από το κρεβάτι. Κοίταξα τα πόδια μου. Όχι δεν είχα «πένθος», τα νύχια μου δεν ήταν μαύρα, οι πατούσες κι ένα μέρος από τα πλαϊνά δεν ήταν λασπωμένα, το «κου-ντε-πιε» τελείως καθαρό! Άργησα λίγο να καταλάβω πως το κομπρεσέρ με ξύπνησε από έναν ακόμα εφιάλτη με αστέγους, πρόσφυγες, άνεργους… Μα πού πάει τόσος πόνος; Ποιος απορροφά σα σφουγγάρι τους καϋμούς της Ανθρωπότητας; Αν όχι οι λογοτέχνες και μάλιστα οι ποιητές, τότε οι άγιοι, οι μάρτυρες, οι αγαθοεργοί παπάδες, οι εθελοντές αρωγοί, οι ευχέτες…




Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Φαίνεται ότι περιπλανιόμουνα κάπου μεταξύ Ηρακλείου κι Αμαρουσίου στις πρώτες πολυκατοικίες που χτίστηκαν στην αρχή της δεκαετίας του 1970, μεγάλες πυλωτές, χρώματα παλ, σωμόν, ροζέ, καφετιά, πράσινο, κυπαρισσί κι «άγιος ο θεός» του νεοπλουτισμού. 


Οι πρώην αγρότες, που με την αστυφιλία της δεκαετίας 1960 είχαν μεταλλαχτεί σε μικοραστοί, προβιβάζονταν τώρα (κάποιοι από αυτούς, οι πλέον μελετηροί κι …ευέλικτοι) σε μεσοαστούς και διεκδικούσαν θυροτηλεόραση, μαρμάρινα δάπεδα στο σαλόνι (τέρμα τα παλιομοδίτικα μωσαϊκά) και φυσικά δύο αυτοκίνητα για να ξεπερνούν τον περιορισμό σε μονά-ζυγά λόγω νέφους που μαύρισε το μάτι μας στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, του 1980.


Εγώ λέει, ήμουνα ένας άλλος, γραβατωμένος, κοστουμαρισμένος, αλλά ξυπόλητος, λιπόσαρκος, ψηλός και κάπως καμπούρης, ορφανός κι άστεγος, άνεργος και πειθήνιος, σαν ρώσος φοιτητής πριν την οκτωβριανή επανάσταση, έτσι όπως τους ζωγραφίζει με την καλοήθη παρατηρητικότητά του ο Τσέχωφ. Από το πρώτο σπίτι με έδιωξαν με τις κλωτσιές, αφού με είχαν φιλοξενήσει ένα διάστημα προηγουμένως. Ούτε τα λιγοστά υπάρχοντά μου δεν μπόρεσα να πάρω. Μόνο κάτι μπαγιάτικα κεφτεδάκια πρόλαβα να μπουκώσω. Είχαν αλλάξει την κλειδαριά στην πόρτα του διαμερίσματος, δεν είχαν εισβάλλει ακόμα οι θωρακισμένες. Βγαίνοντας έξω στον λασπωμένο δρόμο ξυπόλητος δεν άντεξα να μην τους καταραστώ να έχουν την ίδια μοίρα με αυτή που επιφυλάσσουν τώρα για μένα, δεκατρείς γενιές μετά… Μετά με περιμάζεψε μια συνταξιούχα καθηγήτρια πανεπιστημίου, μισότρελη, που την είχαν κάνει όλοι πέρα, ακόμα και τα παιδιά της. Ήθελε όλη την ημέρα να παίζουμε σκάκι, τάβλι, μονόπολι, σκραμπλ, να λύνουμε μαζί σταυρόλεξα, να λέμε ο ένας στον άλλον γρίφους και ν’ απαντάμε κιόλας… Φοβόταν μην πάθε άνοια, που την είχε και κληρονομική. 


Όμως αυτή την χτύπησε άλλου. Σχιζοφρένεια, παράνοια, μανιοκατάθλιψη; Θα σας γελάσω. Μια μέρα, μάλλον νύχτα ήταν με πέταξε κι αυτή έξω με τις κλωτσιές, αφού – από αφηρημάδα τρομερή, σας διαβεβαιώνω – είχα ξεχαστεί και τις είχα πάρει δέκα τρεις παρτίδες στο σκραμπλ. Εκείνη άρχισε να ανησυχεί για το μνημονικό της κι αντί να προβληματιστεί για τη διανοητική της κατάσταση προτίμησε να στήσει μία μικροπαρεξήγηση, να με βρίσει, να κάνει καυγά από μόνη της και να με πετάξει στο δρόμο… με το ίδιο πολυκαιρισμένο κοστούμι, την ριγωτή γραβάτα και ξυπόλητο… Θυμάμαι που μπήκα πρωί στο τρένο από Ηράκλειο προς Μαρούσι και πρόσεξα – πώς θα μπορούσα να το παραλείψω – όλοι κοιτούσαν τα πόδια μου, που ήταν βρώμικα, λασπωμένα, τα νύχια είχαν «πένθος» κι εγώ ντρεπόμουνα αφάνταστα. Αλλά μετά από διάφορες διαδρομές, φιλοξενίες κι εξώσεις από Κηφισιά, Κεφαλάρι, Μάρι, Μαραθώνα, Σχοινιά, Λούτσα έπαψα πια να νιώθω ο,τιδήποτε κι απλώς περιφερόμουνα με το μάτι γυάλινο (το άλλο δεν έβλεπε, εκ γενετής) ψάχνοντας απελπισμένα την έξοδο από αυτό το όνειρο που κατήντησε εφιάλτης…


Πηγαίνοντας προς τη δουλειά μου έδωσα όλα τα κέρματα σε αναξιοπαθούντες αστέγους, ανέργους, επαίτες, ακόμα και σ’ επαγγελματίες ζητιάνουν με σταθερό πόστο που πλήρωναν τακτικά «ενοίκιο» στον προστάτη της περιοχής. Τόσος μεγάλος ήταν ο φόβος μου μη βρεθώ απροστάτευτος στο δρόμο κι ορφανός (κι από τους …τέσσερις γονείς – αφήστε το αυτό, κάποια άλλη φορά), τέτοιος τρόμος με συνεπήρε που έδωσα στο τέλος όλα τα λεφτά που φύλαγα για το κολατσιό κι απέμεινα νηστικός αλλά ευχαριστημένος στο γυάλινο κτίριο να κάνω υπερωρίες, απλήρωτες φυσικά, με τέτοιο ζήλο με τόση προθυμία που όλοι με ρωτούσαν αν νιώθω καλά σήμερα. Δεν ήξεραν – οι τυχεροί – τι εφιάλτη έζησα εγώ απόψε!


Κάποια στιγμή που είχαν σχολάσει όλοι και βγήκα στο μπαλκόνι να φάω ένα μπαγιάτικο κουλούρι που είχα ξεχάσει σε ένα ντουλάπι ήρθαν τα παπαγαλάκια (αδέσποτα κι αυτά) να μοιραστούν το σουσάμι μου… Τα κοίταξα με τρυφερότητα ανάμεικτη με τρόμο και δεν ήξερα αν πρέπει να γελάσω, να κλάψω ή να ουρλιάξω σαν λύκος στο φεγγάρι που είχε μόλις αρχίσει ν’ ανεβαίνει πάνω από τον Υμηττό ενώ ο ήλιος δεν είχε καλά δύσει. Και σα να μην έφτανε αυτό, έπιασε κι ένα ψιλόβροχο, πέρασε ένα περιστέρι, μου κουτσούλησε την κουρούπα κι ολοκληρώθηκε η δυστυχία μου. Αν η μέρα ξεκινήσει στραβά. Χύμηξα μέσα, σχόλασα, έκλεισα, χτύπησα κάρτα και κατέφυγα στο κρεβάτι μου. «Πω πω πρέπει ν’ αλλάξω σεντόνια»! Μετά θυμήθηκα το παιδικό τραγουδάκι και παρηγορήθηκα: «Ήλιος, ήλιος και βροχή, παντρευώνται οι φτωχοί, ήλιος, ήλιος και φεγγάρι παντρευώνται κι οι γαϊδάροι»!!! Αυτά για σήμερα. Τα ξαναλέμε, φυσικά. Πού θα πάμε; Εδώ θα βρισκόμαστε, μέχρι τελικής …επί-πτώσεως. Χιούμορ και καλή καρδιά παιδιά, γιατί …βρισκόμαστε!




Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr




Λέξεις Κλειδία - Tags
Κωνσταντίνος Μπούρας
61
Σχετικά άρθρα

Ο άστεγος της πλατείας Κλαυθμώνος αμήχανος με το δεκαχίλιαρο | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Περνούσε μία από εκείνες τις φάσεις της ζωής του που νιώθεις περισσότερο κοντά στο θάνατο κι η απελπισία σου γνέφει κάθε πρωί αόριστα πως «θα τα ξαναπούμε, σύντομα!».

Οι κλοσάρ της ζωής μου: εκατομμυριούχοι και πένητες, αξιολύπητοι με ερωτηματικό, τραγικοί ούτως ή άλλως | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Κάθε βράδυ κοιμόταν και σ’ άλλο σπίτι, κοράκια ανθρωπόμορφα περίμεναν από πάνω ξάγρυπνα το θάνατό της για να την κατασπαράξουν και να ξεκοκαλίσουν την αμύθητη περιουσία της

Ο άστεγος με το ετοιμοθάνατο περιστέρι αγκαλιά | Tου Κωνσταντίνου Μπούρα

Φαίνεται πως όντως «η μεγαλύτερη απόσταση που μπορεί και πρέπει να διανύσει ο άνθρωπος είναι τα λίγα εκατοστά από το κεφάλι μέχρι την καρδιά», όπως λέει ο σύγχρονος αβατάρ Παραμαχάνσα Βισουανάντα. 
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×