op
×

Ο σκύλος της Πατριάρχου Ιωακείμ και το …κόκκαλο | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Ο σκύλος της Πατριάρχου Ιωακείμ και το …κόκκαλο | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Ο σκύλος της Πατριάρχου Ιωακείμ και το …κόκκαλο | Του Κωνσταντίνου Μπούρα


Και καλά να ελεήσουμε τον αδέσποτο σκύλο, τον άστεγο, που βρίσκει καταφύγιο έξω από το θέατρο Λυκαβηττού (όχι από κάτω, για να μην πέσει στο κεφάλι του, κάτι ξέρει από στατική επάρκεια το …ζώον). Και καλά να δώσουμε τον δεύτερο χιτώνα μας στους τυφλούς, αλλά να κάθεται τώρα ο καλομαθημένος σκύλος μας, ο Χαρούλης, που μόλις τον έβγαλα από τον κομμωτή (κάναμε και μανικιούρ-πεντικιούρ αμφότεροι)… να κάθεται τώρα αριστοκράτης πράγμα και υποψήφιος …νομπελίστας να μοιράζεται το κόκκαλό του με το τεμπελόσκυλο, ε, αυτό δεν το περίμενα από σένα αγαπημένο μου ζωντανό. Βρε, μπας και είσαι …ποιητής; Μήπως όλ’ αυτά τα ποιήματα που κάποιος χάκερ δημοσιεύει στο λογαριασμό μου στο twitter, βρε μπας και τα γράφεις εσύ; Τι να πω; Περίεργα πράγματα συμβαίνουν εδώ. Πρέπει να φωνάξουμε τον Ηρακλή Πουαρώ να εξιχνιάσει το έγκλημα αυτό.


Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Χθες έστειλα την οικονόμο μου, την κυρία Θεοδούλη-Θεονύμφη, δεν θυμάμαι καλά, κάτι σε Θεοδώρα τέλος πάντων (όχι αυτή του Βυζαντίου, προφανώς). Έστειλα λοιπόν τη Θεονύμφη να μου ψωνίσει φρέσκο μοσχαρίσιο κιμά από την Αθηνάς (όλο ψαχνό, χωρίς ίχνος λίπους, έχει γιγαντωθεί ο λιπώδης ιστός στο συκώτι μου και φοβάμαι μην πάω σαν τον …Τζωρτζ Μάικλ. Άσχετο αυτό με τη διήγηση, αλλά τι να κάνουμε τώρα; Πελαγοδρομώ. Ως συνήθως. Πρώτο σύμπτωμα άνοιας. Κι έχω κληρονομικότητα και από τους δύο γονείς. Ήμαρτον! 




Τι έλεγα; Α, ναι… Πάει λοιπόν η Θεονόη, Θεοδότη, θα σας γελάσω, ό,τι και να σας πω θα σας πω ψέματα (από πού μου ήρθε τώρα αυτό; Ποιος το έλεγε;)… Πάει η καλή κοπέλα και χρυσή νοικοκυρά στην κρεαταγορά να πάρει κιμά και μπον-φιλέ για μένα κι ένα τεράστιο κόκκαλο (μηριαίο, με την κοτύλη του) για τον σκύλο μου τον Μικρούλη, καλά, δεν θυμάμαι ακριβώς, Χαρούλη μήπως τον λένε;


Πού έμεινα; Όχι πάντως Πατριάρχου Ιωακείμ και Πλουτάρχου που μένω τώρα. Γυρίζει η καλή γυναίκα, αφού πριν άναψε ένα κερί, μία λαμπάδα στο μπόι μου να μην πάθω ολικό μλπακ-άουτ και με ψάχνουν στο σίλβερ-αλέρτ… 


Πού είμαι; Πού βρίσκομαι; Χάνομαι. Δεν υπάρχω. Α, μάλιστα. Κάθε φορά που …τσιμπιέμαι, ξαναβρίσκω τον ειρμό. Ναι, βέβαια. Έτσι είναι και τα γραπτά μου δηλαδή. Ευτυχώς που υπάρχει και το clopy-paste. Να ‘ναι καλά εκείνη η συμπαθητική ψυχίατρος με τα μεγάλα μεμέ που πάντα με βγάζει λάδι και με αθωώνει στα δικαστήρια: «δεν το ήθελε, κυρία Πρόεδρος, δεν το έκανε επίτηδες. Είναι χρυσό παιδί ο Δημητρούλης (μα έτσι με λένε;)… από μερικώς επανερχόμενη αμνησία τα παθαίνει όλ’ αυτά… Κενά μνήμης, που λένε». Αθώος ο κατηγορούμενος. Μια-δυο φορές πάει η στάμνα στην κρήνη, κάποια στιγμή πάει και δεν γυρίζει.


Καλά, τώρα ξέφυγα τελείως. Μα τελείως, που λένε. Λοιπόν, το κόκκαλο. Το αηδιαστικό εκείνο εμετικό πράγμα με κομμάτια σάρκας να κρέμονται ακόμα επάνω του και μέσα στα αίματα, μπλιάχ, πείτε μου πού να βγω να ξεράσω. Έξω είμαι; Μα τι λέτε; Ελάτε τώρα; Πάτε να με βγάλετε τρελό; Όχι, δεν θα τα καταφέρετε. Έχω μεγάλη περιουσία εγώ. Θα πληρώσω τους καλύτερους δικηγόρους.


Κι όλα αυτά για ένα κόκκαλο, μου είπε ο σκύλος μου ο Μπισμπικούλης; Με μαλώνεις που μοιράστηκα ένα παλιοκόκκαλο με έναν άστεγο σκύλο  αξιολύπητο; Άσε που είναι και φίλος μου ο …Μπάμπης. Μπούμπη, τον λένε, αντέτεινα εγώ. «Όχι», μου αντιμίλησε ο πάνσοφος σκύλος που είναι και υποψήφιος για το Νόμπελ Ποίησης! Καλά, αυτό δεν είναι περίεργο. Όλο το Κολωνάκι μοιράζεται αυτή την υστερική παράνοια με ακουστικές παραισθήσεις. Αν πεις Νομπελίστα, Πρόεδρε, Δαφνοστεφανωμένε Ποιητή και τα παρόμοια, όλοι μα όλοι, και όλες βεβαίως θα γυρίσουν. Κανείς για το Νόμπελ Φυσικής, Ειρήνης κανένας βρε παιδιά;


«Και καλά που το μαγειρεύανε δέκα ώρες, βρώμισε όλο το σπίτι από τόσο βράσιμο, μέχρι κι εγώ που μου τρέχανε τα σάλια, φταρνίστηκα στο τέλος κι ακούστηκε σαν κανόνι του Λυκαβηττού που τα ανάβουνε δυο φορές το χρόνο – μια την Άνοιξη και μια το φθινόπωρο, δεν θυμάμαι ημερομηνίες, εξάλλου εγώ δεν ήμουνα καλός στα μαθηματικά, μόνο στην Έκθεση τα πήγαινα καλά. Να εκθέτω τους άλλους δηλαδή, κι ενίοτε εμένα, χωρίς να το καταλαβαίνω, δίχως να το αντιλαμβάνομαι ο δυστυχής. Και τώρα τις άρπαξα από το αφεντικό μου. Έφαγα μία κατσάδα που ήταν όλη δική μου. Ακούς εκεί να κάνω λέει κακές παρέες με τα αποβράσματα της κοινωνίας, με τον υπόκοσμο; Κι εσύ γιατί κάνεις φιλανθρωπίες; Τον ρούμπωσα. Εκεί έληξε η κουβένατα. Τέλος». Αυτά είπεν ο σκύλος ο πολιός, που αναβάλλει συνεχώς το θάνατό του ελπίζοντας να τον φωνάξει η Σουηδική Ακαδημία. Ένα πρόβλημα έχει μόνο: αν του ζητήσει η Βασίλισσα να χορέψουν βαλς ή έστω ταγκό, εκείνος πώς θα ανταποκριθεί που είναι με το πι, κουτσός, τυφλός, πάσχει από καλαζάρ, του λείπει το ένα αυτί και τον λένε Τυχερούλη; Εμ, πείτε μου: πώώώώςςςς;;;;


Μετά από όλ’ αυτά βρήκα ένα ποίημα δημοσιευμένο στο λογαριασμό μου στο twitter:

Μην δι-αγκωνίζεστε

Φίλοι ποιητές…

Τόση χολή κάνει κακό

Στην …τριχοφυΐα.

Μειώνοντας τους άλλους

Δεν γίνεται δυστυχώς

Καλύτερη κι η …πίεσή σας.

Προσέξτε μην δαγκώσετε

Τη γλώσσα σας.

Θα δηλητηριαστείτε

Και μετά θα χρειάζεστε

Επειγόντως πρώτες βοήθειες

Μόνο που κανείς δεν θα έρχεται

Να σάς συντρέξει.

Ξέρετε το μύθο εκείνο 

με τον ανόητο βοσκό

που φώναζε κάθε τρεις και λίγο: 

«λύκος, λύκος στο μαντρί!» 

γιατί γύρευε να τον…

προσέξουν. Έσπευδαν οι ταλαίπωροι

συνάνθρωποι να τον συντρέξουν

όμως τα πρόβατα έτρωγαν 

αμέριμνα ξηρά τροφή.

Μα όταν μπήκε στο μαντρί

Λύκος αληθινός

Ουδείς ενεφανίσθη,

Γύρισαν όλοι πλευρό

Και χώθηκαν στα ζεστά τους

Σκεπάσματα.

Ηθικόν δίδαγμα.

Όπερ έδει δείξαι.


Βρε, μπας και το έγραψα εγώ; Λέτε; Μήπως είμαι – λέγω – τριχασμένη προσωπικότητα; Γιατί το «διχασμένη» είναι μπανάλ. Μπαααα, ο σκύλος μου ο Κακομοιρούλης τα φταίει όλα, φταίει για όλα ήθελα να πω. Δωρική σύνταξις. Είπα σύνταξη! Μα μου έφτασε η αναπηρική αυτό το μήνα; Τι; Αυτοκτόνησε ο ταχυδρόμος; Κρεμάστηκε λέει από μια ελιά σαν τον Ιούδα; Πώς; Είχε φάει τις συντάξεις του Πάσχα και τις είχε παίξει στο …Ξίνο; Απαπαπα, μα γίνονται τέτοια πράγματα; Και πού; Στο Κολωνάκι;




Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr







Λέξεις Κλειδία - Tags
Κωνσταντίνος Μπούρας
61
Σχετικά άρθρα

Ο άστεγος της πλατείας Κλαυθμώνος αμήχανος με το δεκαχίλιαρο | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Περνούσε μία από εκείνες τις φάσεις της ζωής του που νιώθεις περισσότερο κοντά στο θάνατο κι η απελπισία σου γνέφει κάθε πρωί αόριστα πως «θα τα ξαναπούμε, σύντομα!».

Οι κλοσάρ της ζωής μου: εκατομμυριούχοι και πένητες, αξιολύπητοι με ερωτηματικό, τραγικοί ούτως ή άλλως | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Κάθε βράδυ κοιμόταν και σ’ άλλο σπίτι, κοράκια ανθρωπόμορφα περίμεναν από πάνω ξάγρυπνα το θάνατό της για να την κατασπαράξουν και να ξεκοκαλίσουν την αμύθητη περιουσία της
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×