op
×

Τέσσερις οξυζεναρισμένες ρομά προπηλακίζουν άστεγη σε τρόλλεϋ που βρίσκει αυτόκλητο υπερασπιστή έναν γιαπωνέζο τουρίστα! Tου Κωνσταντίνου Μπούρα

Τέσσερις οξυζεναρισμένες ρομά προπηλακίζουν άστεγη σε τρόλλεϋ που βρίσκει αυτόκλητο υπερασπιστή έναν γιαπωνέζο τουρίστα!  Tου Κωνσταντίνου Μπούρα
Τέσσερις οξυζεναρισμένες ρομά προπηλακίζουν άστεγη σε τρόλλεϋ που βρίσκει αυτόκλητο υπερασπιστή έναν γιαπωνέζο τουρίστα!  Tου Κωνσταντίνου Μπούρα



Συζητώντας το πρωί με μια φίλη μου ομότιμη καθηγήτρια Θεωρίας και Ιστορίας της Λογοτεχνίας που διδάσκει τώρα δημιουργική γραφή σε απόρους, ανέργους κι άλλους αναξιοπαθούντες συνανθρώπους μας, της έλεγα πως τα μεγάλα μνημεία του Λόγου και της Τέχνης είναι αναπόφευκτα κι αναμφισβήτητη βασισμένα στην πραγματική ζωή, «εκ του φυσικού», με μοντέλο, που λένε.

Και τεκμηρίωσα την υπόθεσή μου αυτή στα μαθηματικά και στη στατιστική, καθώς επίσης και στη Θεωρητική Φυσική. Ανάμεσα στα υπό-ατομικά σωματίδια κυκλοφορεί ανενόχλητο κι …ασύλληπτο το παραδοξόνιο ή τρελόνιο που δεν υπακούει στους μέχρι τώρα γνωστούς νόμους έλξεως-απώσεως, αλλά ακολουθεί ανυπότακτες διαδρομές, «λοξές».

Χάρη σ’ αυτό ο κόσμος μας κερδίζει σε πολυμορφία (ανεξαρτήτως του μανιχαϊστικού δυισμού σε Καλό και Κακό). Επίσης, στη στατιστική παρατηρείται χωρίς και να εξηγείται το φαινόμενο της πεταλούδας: όταν σημειωθούν λογικώς μη αναμενόμενα γεγονότα που διαταράσσουν τις μεταβλητές ενός συστήματος, τότε η σποραδικότητα των «εξαιρέσεων» που επιβεβαιώνουν τον «κανόνα» σχηματίζει πάνω σε ένα διάγραμμα με δύο άξονες Χ-Ψ τα φτερά μιας πεταλούδας!

Μάλιστα… Ακόμα τα γνωστά “fractal” στα μαθηματικά είναι γεωμετρικές δομές – μαθηματικές εξισώσεις ανεπτυγμένες στον δισδιάστατο, τρισδιάστατο ή και τετραδιάστατο ενδεχομένως χωρό-χρόνο οι οποίες πολλαπλασιαζόμενες αναπαραγάγουν αενάως κι ασφαλώς την εικόνα του εαυτού τους! Πάνω σ’ αυτό βασίζονται κι αυτοί που ακολουθούν μηχανιστικά μοντέλα δημιουργίας του σύμπαντος.

Για να μη σας μουρλάνω όμως με την πολλή θεωρία, θα σας διηγηθώ τι μου συνέβη προχθές σε τρόλλεϋ που θα με άφηνε στο Ζάππειο για να πάω στην Έκθεση Βιβλίου. Μπήκα ευθυτενής κι αλλόφρων με το μάτι να γυαλίζει (από τις πολλές ώρες στην οθόνη του Η/Υ) στην πλατεία Κλαυθμώνος που πήρε το όνομά της από τους δημοσίους υπαλλήλους που απολύονταν από άσπλαχνες κυβερνήσεις τότε που δεν είχε ακόμα θεσμοθετηθεί η μονιμότητα.

Από τον δεξί μου ώμο (προς τα εκεί γέρνω) κρεμόταν τσάντα γεμάτη βιβλία φίσκα και τα γυαλιά πρεσβυωπίας μου σε μια θήκη εμπρός που έκλεινε με φερμουάρ. Αριστερά και δεξιά της μεσαίας πόρτας οι συνήθεις ύποπτοι πορτοφολάδες-τσαντάκηδες, λυμφατικοί, κίτρινοι προς το ωχρό, λερωμένα ή λασπωμένα ρούχα, τατουάζ, υποδήματα μάλλον φαρδιά που δεν είχαν πλυθεί, καθαριστεί ή γυαλιστεί ποτέ κι εκείνο το απροσδιόριστο βλέμμα το χαμένο σε κόσμους άλλους.

Τους αντιπαρήλθα τεχνηέντως (έχω κάνει διατριβή στα μέσα μαζικής μεταφοράς, όπως κι …επικοινωνίας, επίσης). Σε λίγο όμως, στο εμπρός, πλατύ μέρος του οχήματος, ακριβώς πίσω από τον οδηγό ξετυλίχτηκε η ακόλουθη σκηνή: στο υπερυψωμένο κάθισμα ακριβώς πίσω από τον οδηγό καθόταν κι έγερνε προς τα έξω μια μάλλον άστεγη ανοϊκή γιαγιά με φτηνά πλαστικά μαύρα γυαλιά ηλίου που της κάλυπταν σχεδόν το μισό πρόσωπο, ενώ έσφιγγε με τα γαμψά πενθούντα νύχια της κάτι καταρρακωμένες σακούλες σούπερ-μάρκετ που περιείχαν προφανώς όλη της την περιουσία.

Τέσσερις ρομά, η μάννα με τις τρεις της κόρες, ή τέσσερις αδελφές διαφόρων ηλικιών τέλος πάντων, με οξυζεναρισμένα μαλλιά και λουλούδια που είχαν περισσέψει από το νεκροταφείο και προορίζοντας να πουληθούν σε φιλεύσπλαχνους αγαθούς τουρίστες στην Πλάκα… αυτές οι καλές κυρίες λοιπόν μόλις είδαν την αναξιοπαθούσα, ομοιοπαθούσα, περιθωριακή μη προνομιούχα «συνάδελφό» τους, αντί να τη συντρέξουν όπως θα περίμενε κανείς σκεπτόμενος λογικώς και με ελάχιστη έστω ενσυναίσθηση, αυτές άρχισαν να γελάνε, να σχολιάζουν φωναχτά και να προπηλακίζουν τέλος τη γραία, που δεν έμοιαζε να χαμπαριάζει τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά: «Μωρή, για σένα μόνο βγήκε ο ήλιος και φόρεσες τα μαύρα γυαλιά για να μην τυφλωθείς;». «Αχ, κακομοίρα μου, τρελή είσαι!


Είναι νύχτα έξω, δεν βλέπεις;». «Σιγά, θα σκοτωθείς! Μπα, που να φας τα μούτρα σου», είπε η τρίτη. Μα τη χαριστική βολή την έδωσε η τέταρτη, η πιο ψηλή και η πιο μεγάλη: πήρε φόρα και την έσπρωξε τη γιαγιά έξω από το σταματημένο ευτυχώς όχημα. Εκείνη κυλίστηκε στις λάσπες του πεζοδρομίου. Η πλατεία Συντάγματος κατάμεστη.

Μόνον ένας γιαπωνέζος που έσερνε τις βαλίτσες του από το ξενοδοχείο μέχρι την οδό Όθωνος όπου σταθμεύει το λεωφορείο που θα τον πήγαινε τον φτωχό στο αεροδρόμιο, μόνον αυτός ο ξένος, που δεν είχε καμία υποχρέωση στο κάτω κάτω της γραφής, μόνον εκείνος ο ανύποπτος κι ανυποψίαστος αποφάσισε εν τέλει να βάλει τα πράγματα στη θέση του.

Σε σπαστά αγγλικά φώναξε τους αστυνομικούς, ζήτησε να καλέσουν ασθενοφόρο, απαίτησε από τον οδηγό να μην συνεχίσει την πορεία του προκειμένου να συλληφθούν οι δράστριες κι έτεινε χείρα βοηθείας προς το πεσμένο κορμί που του είχαν φύγει και τα γυαλιά, αποκαλύπτοντας δύο βολβούς ματιών τελείως λευκούς, χωρίς καν ίριδα!

Αποχαυνωμένος από την αδόκητη σκηνή, άκουσα τον ηλικιωμένο κύριο που καθόταν δίπλα μου, στο πρώτο κάθισμα αριστερά πίσω από τη μεσαία πόρτα όπου στεκόμουν σε όλη τη διαδρομή, άκουσα αυτόν τον καλό άνθρωπο να μου λέει: «προσέξτε κύριε, σας ανοίξαν οι τοξικομανείς την τσάντα, δεν τολμούσα να φωνάξω γιατί ένας τους κρατούσε μαχαίρι».

Τρόμαξα. «Τα γυαλιά πρεσβυωπίας μου!», σκέφτηκα, «και δεν έχω λεφτά να πάρω άλλα». Όμως, φευ, ευτυχώς γλίτωσα. Οι φιλεύσπλαχνοι κλέπται ορρώδησαν προ του απονενοημένου διαβήματος να μοι αφαιρέσωσι τα διόπτρας. Κι ούτω πως εσώθην. Κατέβηκα κι άρχισα να περπατώ ξαλαφρωμένος στη Φιλελλήνων προς το Ζάππειο.

Μα τι απέγινε με την τραγική, αλλόκοτη σκηνή; Αι τουρκογύφτισσαι (έτσι τις έλεγε η γιαγιά μου, κι ας μην είναι μην είναι Political correct τώρα) είχον διαφύγει και οι μικροκακοποιοί ναρκομανείς επίσης. Ο γιαπωνέζος δεν έφευγε αν δεν ερχόταν ασθενοφόρο να πάρει τη γριούλα, οι αστυνομικοί δυσανασχετούσαν πίσω από τις ατσαλάκωτες προσόψεις τους, προφανώς δεν ήξευραν ποίον να συλλάβουν…

Ο οδηγός έξαλλος, γιατί είχε φράξει το δρόμο και τα κορναρίσματα μπορούσαν να τρελάνουν και βαρύκοο δεσπότη [άσχετο αυτό τ’ ομολογώ, sorryyyy!] κι εγώ δεν μπορούσα για μια φορά ακόμα να καταλάβω σε ποια χώρα ζω. «Σταματήστε τη γη να κατέβω» και «Δεν μπορεί, εδώ είναι η κόλαση κάποιου άλλου πλανήτη». Πιο κάτω ένα graffiti με προειδοποιούσε ή μήπως με ενημέρωνε υπενθυμίζοντάς μου για πολλοστή φορά: «εν αμίλλαις πονηραίς αθλιότερος ο νικήσας!».

Μα δεν είχα σκοπό να πάρω μέρος σε κάποιο διαγωνισμό προσεχώς, ούτε ζητούσα να με προσλάβουν! Έτσι συνέχισα αμέριμνος κι απτόητος την επέλασή μου ανάμεσα στα βιβλία. Ο κόσμος μου, το καταφύγιο κι η απαντοχή μου, η μόνη… Εκεί τουλάχιστον ένιωθα και ήμουνα ασφαλής.

Παντού χαμόγελα και χαρά. Έστω κι επιφανειακή. Ευγένεια. Ας είναι κι έτσι. Αφού δεν ζούμε στον παράδεισο, καλά να πάθουμε!

Ας μην ερχόμασταν εδώ. Ποιος μας είπε να κάνουμε ουρές λες και μοιράζανε κουλούρια; Είπα «κουλούρια» και τα ορέχτηκα. Αγόρασα αμέσως ένα με μπόλικο σουσάμι από τον πλανόδιο. Βρε μπας και είμαι έγκυος;


Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr



 

Λέξεις Κλειδία - Tags
Κωνσταντίνος Μπούρας
61
Σχετικά άρθρα

Ο άστεγος στα ρωμαϊκά λουτρά του Ζαππείου | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Βγαίνοντας από την έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο και κατευθυνόμενος προς τις Στήλες Ολυμπίου Διός που άνοιξαν ειδικά για μια συναυλία με την πανσέληνο του Σεπτεμβρίου στάθηκα για να πάρω μια ανάσα στις ρωμαϊκές θέρμες.
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×