op
×

Η αλεπουδίτσα και τα κόλυβα | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Η αλεπουδίτσα και τα κόλυβα | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Η αλεπουδίτσα και τα κόλυβα | Του Κωνσταντίνου Μπούρα


Αυτό συνέβη εννέα χρόνια πριν, έχει γίνει διήγημα, αλλά επειδή το …έχασα, θα το ξανά-εμπνευστώ.


Λοιπόν, μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2007, που σκοπό είχαν την αποσταθεροποίηση λέει της χώρας και την πτώση της κυβέρνησης που έπεσε τελικά για να οδηγηθούμε σε άλλα οικεία κακά που μας ταλανίζουν ακόμα και ποιος ξέρει για πόσες δεκαετίες ακόμα… τα ταλαίπωρα ζωάκια «του βουνού και του λόγγου» κατέφυγαν στις πόλεις, όπως είχαμε κάνει άλλωστε κι εμεί προ αμνημονεύτου χρόνου.


Πήγαμε λοιπόν με μια φίλη μου, Πάσχα, του σωτηρίου έτους 2008, να ξεχορταριάσουμε τον τάφο του συχωρεμένου του πατέρα της στο νεκροταφείο Ζωγράφου. Αν κι είχε πεθάνει πενήντα χρόνια πριν, εκείνη επέμενε, η συμπαθής και κακότροπος φαρμακόγλωσσα γριούλα να πληρώνει ακόμα ενοίκιο στο δήμο και να συντηρεί αυτό το μαυσωλείο εις μνήμην της ευτυχισμένης (λέμε τώρα) νιότης της δίπλα σε έναν άξιο εργάτη (μανάβης ήταν κι ολίγον λαχειοπώλης κι από τότε εκείνη είχε μανία με τη …γεωργία, αν κι εσπούδασε Νομική κι επήρε σύνταξη ως πρέσβης επί τιμή – άσχετο αυτό!).


Αρχίσαμε λοιπόν να σκαλίζουμε, να κλαδεύουμε κάτι αγριοτριανταφυλλιές που είχαν φυτρώσει μόνες τους στις ρωγμές των μαρμάρων, να ποτίζουμε, να ασβεστώνουμε, να γυαλίζουμε, χλωρίνες κι αμμωνίες για τα τζάμια, φωτογραφίες κι ημερομηνίες μισοσβησμένες, να ξαναπερνάμε τα γράμματα με μαύρη μπογιά και λεπτό πινέλο και ούτω καθεξής. 


Κάποια στιγμή είδαμε, είδα κάτι (ή φίλη μου είναι γκαβή, μισότυφλη κι από τα δύο μάτια, κάτι αποκολλήσεις αμφιβληστροειδούς – κερατοειδούς, δεν ξέρω… κάτι η πανάρχαια μυωπία, κάτι, φυσικά, τα γεράματα ήρθε κι έδεσε το πράγμα – «ήτανε στραβό το κλήμα, το έφαγε ο γάϊδαρος κι αποστραβώθηκε»… κάποια στιγμή λοιπόν, λέγω και διηγούμαι είδα στον παραδίπλα τάφο, που κάποια βαρυπενθούσα χήρα (γιατί βλέπεις μόνο χήρες στα νεκροταφεία;)… κάποια βαρυπενθούσα χήρα είχε παρατήσει κάτι κόλλυβα κι ένα πασχαλινό τσουρέκι με κόκκινο αυγό, είδα κι εθαύμασα κι από τότε εξακολουθώ να τελώ εν απορία (όχι, αυτό σημαίνει άλλο πράγμα – φτου, φτου μακριά από εμάς), είδα, τολμώ να πω, έναν άστεγο, κάτι μεταξύ κλοσάρ σε γέφυρα του Σηκουάνα και «Αθλίου των Παρισίων», ξέρετε από εκείνους τού Βικτωρα …Ουγκού, είδα λοιπόν έναν κακομοίρη να πλησιάζει στα μουλωχτά την εκτεθειμένη τροφή, να την κόβει στα δύο, προσεκτικά, σα να τη ζυγίζει, ακριβοδίκαια να τη μοιράζεται με μια αλεπουδίτσα, λιπόσαρκη αλλά με φουντωτή ουρά και πεντακάθαρο τρίχωμα. Δεν είπα τίποτα για να μην χαλάσω τη μαγεία της σκηνής. 


Δεν είχα μαζί μου φωτογραφική μηχανή για να απαθανατίσω το ενσταντανέ, η φίλη μου ήταν προ πολλού βυθισμένη στο πένθος και στα δικά της δυστυχώς, μέχρι που μάλωσε ακόμα και μ’ εμένα (φανταστείτε!), μ’ εμένα το αρνάκι του θεού και μου έκοψε την καλημέρα… Καλά, όχι ότι μου λείπει κιόλας. Λέμε τώρα! Αλλά εκείνη την αλεπού που έτρωγε τσουρέκι και μοιράστηκε το κόκκινο αυγό με τον ταλαίπωρο στο νεκροταφείο του Ζωγράφου, ακόμα δεν μπορώ να τη λησμονήσω κι όσο ζω θα διηγούμαι την ιστορία της, μέχρι τελικής πτώσεως, εκτός αν με προλάβει η … Άνοια και σβήσει τον σκληρό δίσκο του μυαλού μου, ακριβώς όπως η Κυρία Χριστίνα, δασκάλα μου στο δημοτικό σχολείο, καλή της ώρα, έσβηνε με ένα σφουγγάρι που έχει βουτήξει πριν σε λεκάνη με νερό κι είχε στραγγίξει επιμελώς το μαυροπίνακα της τάξης μας. Κόκκινη η λεκάνη, κίτρινο το σφουγγάρι, ο μαυροπίνακας πράσινος κι η δασκάλα ξανθιά (βαμμένη) με κάτι γαλαζοπράσινα μάτια σα χάντρες, γκρίζα σαν του φιδιού από την πολύ μυωπία, δεν φόραγε γυαλιά, ήταν κοκέτα και γι’ αυτό έκανε πολλές ρυτίδες στα μάτια, «πόδι της χήνας» έμαθα πολύ αργότερα πως λέγεται αυτό, ήμουνα πια μεγάλος, όμως οι πρώτες αγάπες μένουν, δεν ξεχνιούνται. Όπως κι εκείνη η αλεπουδίτσα που έφαγε και κόλλυβα. Αλησμόνητη.




Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr







Λέξεις Κλειδία - Tags
Κωνσταντίνος Μπούρας
28
Σχετικά άρθρα

Ο άστεγος στα ρωμαϊκά λουτρά του Ζαππείου | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Βγαίνοντας από την έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο και κατευθυνόμενος προς τις Στήλες Ολυμπίου Διός που άνοιξαν ειδικά για μια συναυλία με την πανσέληνο του Σεπτεμβρίου στάθηκα για να πάρω μια ανάσα στις ρωμαϊκές θέρμες.

Ο άστεγος της πλατείας Κλαυθμώνος αμήχανος με το δεκαχίλιαρο | Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Περνούσε μία από εκείνες τις φάσεις της ζωής του που νιώθεις περισσότερο κοντά στο θάνατο κι η απελπισία σου γνέφει κάθε πρωί αόριστα πως «θα τα ξαναπούμε, σύντομα!».
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Περισσοτερα...
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×