op
×

Ακούσια φιλοπολιτεία | Του Δημήτρη Δημητριάδη

Ακούσια φιλοπολιτεία | Του Δημήτρη Δημητριάδη

Δημήτρης Α. Δημητριάδης


Ακούσια φιλοπολιτεία


Η πόλη μας πνίγει και πνίγεται μαζί μας


Από την πόλη κανείς δεν ξεφεύγει. Παρ’ ότι διάτρητη, γεμάτη δρόμους, λεωφόρους, αεροδρόμια, λιμάνια και διεξόδους διαφυγής, με τον τρόπο της δεσπόζει παντού απαιτώντας ολόκληρο το χρόνο των κατοίκων της. Στην απέραντη μοναξιά του πλήθους, που συνωστίζεται μέσα της, ζει τη νάρκη των αισθήσεων, της σκέψης και της βούλησης, βυθιζόμενη στην καθημερινή αλλοτρίωση, την αδιαφορία και την υποταγή.


Γεμάτη η πόλη από οθόνες και ραδιοσταθμούς, από γυαλιστερά έντυπα και αδηφάγες εφημερίδες, χάνεται σε μια πραγματικότητα σκηνοθετημένη. Τυλιγμένη με διαφημιστικά πανό, με βιτρίνες και ζωηρά χρώματα που απαιτούν βίαια τη ματιά των περαστικών, ζει κάθε στιγμή την ψευδαίσθηση της κατανάλωσης. Η πόλη πουλά και πουλιέται. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια τεράστια αποθήκη εμπορευμάτων, αλλά και μια τεράστια αποθήκη ανθρώπων διψασμένων να αγοράσουν, που φαντασιώνονται και ονειρεύονται την απόκτηση, την κατοχή, την επίδειξη.


Πίσω από το δημοκρατικό της προσωπείο είναι κρυμμένη η κοινωνία των διακρίσεων, των ανισοτήτων και της εκμετάλλευσης. Παράγκες αυθαιρέτων, προσφυγικά, ασφυκτικά δυάρια αλλά και μονοκατοικίες, βίλες και προάστια. Μίζερες βιοτεχνίες και μικρά μαγαζιά, αλλά και γυάλινοι πύργοι και εμπορικά κέντρα. Διυλιστήρια, τσιμεντάδικα, φουγάρα αλλά και πάρκα και ιδιωτικοί κήποι κι εκθέσεις λουλουδιών.


Στην πόλη, κάτοικοι είναι κρυμμένοι σε υπόγεια και μειονότητες λαθροβιούν κυνηγημένες, περιφρονημένες από έναν καλπάζοντα ρατσισμό. Κάποιοι είναι πεταμένοι σε γειτονιές – υπνωτήρια, αποχαυνωμένοι μετά την εξαντλητική δουλειά, μπροστά σε μια τηλεόραση. Κάποιων άλλων οι ανέσεις δεν επαρκούν για να καλύψουν την κενότητα. Ο καθένας μένει ερμητικά κλεισμένος στον εαυτό του και αεροστεγώς αποκλεισμένος από τους άλλους. Κλεισμένοι όλοι στο ακριβά διακοσμημένο κάστρο τους, υποκρίνονται ότι ζουν.


Στα σταματημένα αυτοκίνητα, στις ακινητοποιημένες συγκοινωνίες, περνάει το μήνυμα ότι κάτι συμβαίνει. Οι αρχές βιάζονται να αποκαταστήσουν την τάξη, να εξαφανίσουν το ενοχλητικό γεγονός, να αποτρέψουν την «παρακώλυση της κυκλοφορίας». Γιατί η πόλη, που ζει και κινείται με τους ρυθμούς που της επιβάλλουν, είναι η ίδια η κοινωνία.


Μέσα στην πόλη κανείς δεν ορειβατεί. Φτάνει στον δέκατο με τη βοήθεια του ανελκυστήρα. Τον ουρανό, όταν τον βλέπει, τον βλέπει από το παράθυρο ή από το παράγωγο πλαίσιο που σχηματίζουν οι απανταχού παρόντες τοίχοι κάποιων οικοδομημάτων. Η βροχή δέρνει τα υπόστεγα, τα αλεξιβρόχια, τους υαλοπίνακες και σπάνια τον ίδιο. Όσο για τα δέντρα, είναι παραταγμένα στις άκρες των δρόμων και όσο για τα ζώα είναι στα κλουβιά ή σέρνουν την αλυσίδα τους.


Σχεδόν πάντα τα μέλη της οικογένειας σκορπίζονται από νωρίς σε όλα τα σημεία του ορίζοντα και όταν ακόμη μένουν κάτω από την ίδια στέγη, το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας βρίσκονται κάπου αλλού για εργασία. Το βράδυ, τη νύχτα, ζητούν τη θαλπωρή έξω από το σπίτι, από την οικογένεια και χωριστά από τους δικούς τους. Τα μέλη της ίδιας οικογένειας και κάτω από την ίδια στέγη, νομίζουν ότι γνωρίζονται καλά, ενώ στην πραγματικότητα μένουν κλειστά και ξένα. Κανένα δεν ανοίγεται στο άλλο όσο πρέπει, παρά λίγο ή καθόλου. Δεν παρατηρείται τάξη για κατανόηση, για συμφωνία, γιατί ο καθένας είναι τυλιγμένος στον ατομικισμό του. Δεν μπορεί να εννοήσει τι σημαίνει κατανόηση για τον άλλον. Απουσιάζει η πνευματική κοινότητα.


Η ψυχαγωγία στην πόλη είναι σκηνοθετημένη, τροφοδοτώντας, έτσι, τον καθημερινό κύκλο. Η νεολαία καταναλώνει τη ζωτικότητά της σε γήπεδα και σε νέου είδους γλεντοκομεία ή εκπαιδεύεται στο νευρωτικό κυνήγι της αποδοτικότητας μπροστά σε οθόνες ηλεκτρικών παιχνιδιών, οι ενήλικες δραπετεύουν σε κέντρα προσποιητής χλιδής ή καθωσπρέπει πολιτιστικής αναβάθμισης και οι γέροι λιώνουν σαν χαμένοι σε καφενεία συνταξιούχων.


Κι όταν όλοι τους φορτωμένοι σε μανιασμένα γιωταχί ξεχύνονται προς τη λεγόμενη «φύση», τότε χωρίς να το ξέρουν κουβαλούν ολόκληρη της πόλη μαζί τους κλεισμένη σε τάπερ, διπλωμένη ανάμεσα σε πλιάν καρέκλες, βυθισμένη μέσα σε αθλητικά παπούτσια και φόρμες, κρυμμένη πίσω από τους ήχους των ραδιοφώνων και έτοιμη ξανά να τους δεχθεί με το ατέλειωτο μποτιλιάρισμα της επιστροφής.



Δημήτρης Α. Δημητριάδης




Λέξεις Κλειδία - Tags
πόλεις
16
Δημήτρης Δημητριάδης
3
Σχετικά άρθρα

Σε αυτές τις δύο πόλεις βρίσκονται οι περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες για διεθνή καριέρα

Σημειώνεται ότι στην έρευνα συμμετείχαν ενήλικοι άνω των 18 ετών που μένουν μακριά από την πατρίδα τους. Συμμετείχαν συνολικά 27.587 από 159 χώρες και γεωγραφικές περιφέρειες.
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Περισσοτερα...
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×