op
×

Ελλάδα, νεωτερικότητα και κρίση

Διαβάστηκε
Ελλάδα, νεωτερικότητα και κρίση

Υπάρχει μια γενικότερη παραδοχή, στο εξωτερικό αλλά και εδώ, ότι η κρίση οφείλεται στον ανεπαρκή εκσυγχρονισμό της Ελλάδας, στην ανάγκη προσαρμογής της στο πνεύμα της νεωτερικότητας. Εξού και η ανάγκη για δομικές μεταρρυθμίσεις που προβάλλεται μετ’ επιτάσεως. Πριν απαντήσουμε υπέρ ή κατά της αντίληψης αυτής, ας προσέξουμε μια σύνδεση: κρίση και νεωτερικότητα. Τη σύνδεση αυτή είχε επιχειρήσει ο Γερμανός ιστορικός Ντέτλεφ Πώυκερτ, χαρακτηρίζοντας τη μεγάλη κρίση του Μεσοπολέμου, την εποχή της Βαϊμάρης και τον φασισμό ως «κρίση της κλασικής νεωτερικότητας».1 Ας ξαναδούμε λοιπόν αυτή την ιδέα που τοποθετεί την κρίση στα ευρύτερα ιστορικά της συμφραζόμενα.

 

Η Βαϊμάρη ως κρίση της κλασικής νεωτερικότητας

 

Ως κλασική νεωτερικότητα, ο Γερμανός ιστορικός εννοούσε τα βασικά μοντέλα σκέψης και πρακτικής όπως είχαν διαμορφωθεί έως τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο στη βιομηχανία, την κοινωνική πολιτική και τις εργασιακές σχέσεις, στη μαζική κουλτούρα, την πολιτική διαπαιδαγώγηση. Αυτά τα μοντέλα επέβαλαν έναν τρόπο κρατικής παρέμβασης που βασιζόταν στην πεποίθηση ότι οι κοινωνικές επιστήμες της εποχής και η φωτισμένη γραφειοκρατική διοίκηση μπορούσαν να λύνουν τα κοινωνικά προβλήματα που ανέκυπταν. Αλλά καθώς η κρίση μεγέθυνε τα προβλήματα και οι περικοπές στους κρατικούς προϋπολογισμούς περιόριζαν τις μεταρρυθμιστικές επιλογές και την αποτελεσματικότητά τους, η παρεμβατική πολιτική αποκτούσε όλο και περισσότερο αυταρχικά χαρακτηριστικά επιδιώκοντας την ομοιομορφία και τον αποκλεισμό του διαφορετικού, εκείνου που δεν ταίριαζε και δεν προσαρμοζόταν. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για την αποδοχή των ναζί και της ναζιστικής νοοτροπίας. Ο ναζισμός δεν ήταν αντι-νεωτερικός. Κάθε άλλο: εξέφραζε τις επικίνδυνες δυνητικές τάσεις της νεωτερικότητας. Παράλληλα η κρίση ανέτρεψε παλιές βεβαιότητες και δημιούργησε μια μεγάλη ρευστότητα αξιών και πεποιθήσεων που εκφράστηκαν με πολλούς πειραματισμούς, πολλοί από τους οποίους άρδευσαν τον αντιδραστικό μοντερνισμό. Η κρίση ως προς τη νεωτερικότητα λειτουργούσε ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Δηλαδή η κρίση επέβαλε την αναγκαιότητα της εξαίρεσης από τον κανόνα (παράκαμψη της συνταγματικής τάξης και προσφυγή σε έκτακτη νομοθεσία), αλλά η εξαίρεση υπονόμευε την ίδια την έννοια της κανονικότητας: της κανονικότητας της νεωτερικότητας. Επιπλέον, οι πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης ενοχοποιούσαν τον πλουραλισμό και τη διαφορετικότητα ενισχύοντας τη μονολιθικότητα, η οποία με τη σειρά της αναιρούσε βασικές προϋποθέσεις της νεωτερικότητας. Η κρίση και η έκτακτη ανάγκη ήταν αλληλοτροφοδοτούμενες έννοιες και κατέληξαν συνώνυμες. Το βλέπουμε και σήμερα.

 

Πολλαπλές νεωτερικότητες

 

Έως τώρα, στη γενικότερη συζήτηση στα καθ’ ημάς, χρησιμοποιείται συνήθως το σχήμα νεωτερικότητα versus παραδοσιακότητα. Μια αντιπαράθεση που συγκρότησε σε μεγάλο βαθμό τη δημόσια συζήτηση αλλά και τα ζητούμενα στις κοινωνικές επιστήμες και στην ιστοριογραφία στην περίοδο της μεταπολίτευσης. Η σπονδυλική στήλη της συζήτησης αυτής προέκυψε από τις θεωρίες του εκμοντερνισμού (modernization theories). Ο Νικηφόρος Διαμαντούρος τις κωδικοποίησε και η ανάλυσή του επηρέασε μεγάλο φάσμα των πολιτικών δυνάμεων και του τύπου.2 Ωστόσο αν δούμε τη νεωτερικότητα όχι κανονιστικά, δηλαδή ως τα απαραίτητα βήματα για να γίνει μια κοινωνία νεωτερική, αν τη δούμε ως μία έννοια μέσω της οποίας επισημαίνουμε τα ενοποιητικά χαρακτηριστικά στην εξέλιξη της κοινωνίας, χαρακτηριστικά που απλώνονται σε πολλά πεδία, λ.χ. από τους κοινωνικούς ρόλους και τις ταυτότητες έως την οικονομία, τότε αυτά τα χαρακτηριστικά δεν έμειναν ούτε ενιαία ούτε συμπαγή στη διάρκεια των τριών τελευταίων αιώνων τους οποίους προσγράφουμε στην εποχή της νεωτερικότητας. Επομένως θα πρέπει να δεχτούμε την αντίληψη ότι δεν έχουμε μία νεωτερικότητα αλλά πολλές. Όπως άλλωστε δεν έχουμε μία και αδιαφοροποίητη παραδοσιακότητα αλλά πολλές.


Νεωτερικότητα πριν τη νεωτερικότητα

Ανήκει σε έναν παροντικό εγωισμό η αντίληψη ότι η σύγχρονη εποχή αποπειράθηκε μια γενικευμένη αλλαγή στον κόσμο. Υπήρχαν νεωτερικότητες πριν από τη νεωτερικότητα; Η ευρωπαϊκή κοινωνία από τον 15ο έως τον 18ο αιώνα υπέστη πολλές και μεγάλες αλλαγές. Η κρίση της Γαλλικής Επανάστασης δεν έρχεται να ανατρέψει έναν μεσαιωνικό κόσμο αλλά αυτές τις νεωτερικές συνθήκες, αυτή τη νεωτερικότητα πριν τη νεωτερικότητα. Το πέρασμα στη νέα κοινωνία το περιγράφουν θαυμάσια οι συγγραφείς των αρχών του 19ου αιώνα. Ας ανοίξουμε όμως το ριπίδιο της ιστορίας. Ο χριστιανισμός στην ύστερη αρχαιότητα αποτελούσε μια νεωτερικότητα, ανανεώνοντας πάμπολλες πλευρές του οικογενειακού βίου, της διανοητικότητας και του πολιτισμού. Ο όρος modernus, από εκείνη την εποχή προέρχεται άλλωστε, σήμαινε την προσχώρηση σε μια νέα κουλτούρα, σε έναν νέο τρόπο ζωής. Ο χριστιανισμός διακήρυσσε σε όλους τους τόνους ότι έφερνε νέο πνεύμα, ότι αποτελούσε το καινούριο σε σχέση με το παλιό. Μας αρέσει ή όχι, αυτή είναι η αρχική κοιτίδα της έννοιας της νεωτερικότητας, η οποία στην αρχαιότητα είχε αρνητικό νόημα.3 Αλλά πριν από τον χριστιανισμό ο ελληνισμός, ως τρόπος ζωής της ελληνικής πόλης, ως πολιτισμός που περιλάμβανε και γλώσσα και αναπαραστάσεις και διάταξη των πόλεων και τρόπους ζωής, υπήρξε επίσης μια άλλη νεωτερικότητα, της οποίας η επέκταση στην Ανατολή έγινε στα ελληνιστικά χρόνια και στη Δύση με τη ρωμαϊκή επέκταση και τις ανάλογες τροποποιήσεις.4 Η διάδοση του Ισλάμ υπήρξε επίσης στην εποχή του ένας μεγάλος νεωτερισμός, όπως επίσης η κωδικοποίηση και η διάδοση της διδασκαλίας του Κομφούκιου στην Κίνα. Πρόκειται επομένως για διαδοχικά μεγάλα ιστορικά κύματα μεταρρυθμίσεων, με στοιχεία εμπρόθετης και προγραμματικής ανανέωσης, με αξιώσεις οικουμενικότητας. Αν σκεφτόμαστε ιστορικά, δεν θα πρέπει να περιορίζουμε τη νεωτερικότητα στην εποχή μας. Όμως, τόσο εκείνες οι νεωτερικότητες όσο και η σύγχρονη νεωτερικότητα δεν διαπέρασαν ταυτόχρονα, και προπαντός δεν διαπέρασαν με τον ίδιο τρόπο, όλους τους κοινωνικούς και πολιτισμικούς θυλάκους. Οι προσμείξεις δημιούργησαν πολιτισμικά υβρίδια και μια πολύ μεγάλη ποικιλία μορφών με διαβαθμίσεις ανάμεσα στις προσαρμογές, τις τριβές και τις αντιστάσεις.

 

Νεωτερικότητα και κυβερνησιμότητα

Στον πυρήνα κάθε νεωτερικότητας βρίσκεται η διευθέτηση των κοινωνικών υποκειμένων. Η κοινωνία γίνεται διαχειρίσιμη μέσα από κοινωνικές τεχνολογίες επιβολής και υποβολής. Είναι μονομερής η αντίληψη που αντιπαραθέτει κοινωνίες εξωτερικού καταναγκασμού και εσωτερικού πειθαναγκασμού. Όπως άλλωστε είναι ανιστόρητη η άποψη που βλέπει τη νεωτερικότητα ως χειραφέτηση του ατόμου και τον διαφωτισμό ως σύστημα καλών ιδεών και πρακτικών. Πρόκειται για τρόπους παραγωγής του υποκειμένου, μέσα σε ένα σύστημα στο οποίο τα άτομα, οι οικογένειες, οι φυσικοί πόροι, τα αντικείμενα, οι ιδέες και τα συναισθήματα συναρμόζονται και γίνονται αντικείμενα διαχείρισης. Αυτή η διαχείριση δεν έχει μόνο μια πηγή εξουσίας πίσω της, δεν έχει μόνο έναν τρόπο διευθέτησης, δεν βασίζεται μόνο στη βία. Τα άτομα γίνονται κυβερνήσιμα μέσα από την εσωτερίκευση των κωδίκων και των συμπεριφορών που συνεπάγεται η διακυβέρνηση. Ανάμεσα στην πειθώ και τη βία, η δοσολογία αλλάζει. Στους κώδικες αυτής της τεχνολογίας διακυβέρνησης –η οποία περιλαμβάνει και την εσωτερίκευση των κανόνων διακυβέρνησης– υπάρχουν φιλοσοφικές θεωρήσεις για την κοινωνία, το άτομο, τις σχέσεις ανάμεσα στα άτομα, στα άτομα και τις συλλογικότητες, στην κοινωνία και τη γνώση, στη σχέση με το φυσικό περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους. Αυτοί οι κώδικες από την εποχή του Διαφωτισμού έως σήμερα άλλαξαν, και άλλαξαν δραστικά. Η νεωτερικότητα της βιομηχανικής επανάστασης, της αναδιοργάνωσης των κοινωνιών σε έθνη-κράτη και της ευρωπαϊκής αποικιακής επέκτασης, δηλαδή η εποχή ανάμεσα στη Γαλλική Επανάσταση και τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, δεν ήταν η ίδια με τη νεωτερικότητα των κοινωνικών επαναστάσεων και των ολοκληρωτικών καθεστώτων έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Και η νεωτερικότητα της μεταπολεμικής εποχής διέφερε τόσο ως προς την προηγούμενή της όσο και ως προς την επόμενή της, εκείνη που σφραγίζει την εποχή μας έως σήμερα. Χωρίς να υποτιμάμε τις συνέχειες, ο τρόπος που διευθετούνταν η κοινωνία σε κάθε εποχή, οι αρχές της οικονομίας και της πολιτικής διέφεραν. Έχουμε δηλαδή πολλές και αντικρουόμενες νεωτερικότητες. Εκείνο που είναι χαρακτηριστικό όμως σε κάθε νέα νεωτερικότητα είναι μια ευρύτατη ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων, ένας μετασχηματισμός των σχέσεων εξουσίας και αντίστοιχες αλλαγές στις μορφές κοινωνικότητας και στη γλώσσα, στον τρόπο που περιγράφονται, άρα συνειδητοποιούνται, όλες αυτές οι μεταβολές.

Νεωτερικότητα εναντίον νεωτερικότητας

Αυτό που βλέπουμε σήμερα να εξελίσσεται ως αναίρεση της παραδοσιακότητας των δομών της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι παρά μία σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικές νεωτερικότητες. Πολλά απ’ όσα θεωρούνται σήμερα αναχρονισμοί και χρήζουν «μεταρρυθμίσεων», στην άμεση μεταπολεμική εποχή αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά μεγάλου τεχνολογικού-οικονομικού νεωτερισμού. Κρατική πρωτοβουλία και διοίκηση, μακροπρόθεσμος προγραμματισμός, συγκεντρωτισμός αποφάσεων, παραγωγή μιας εξειδικευμένης εργατικής δύναμης και αφοσιωμένης στην επιχείρηση μέσα από ειδικές παροχές, ενσωματωμένος συνδικαλισμός, αποτελούσαν συστήματα που προσαρμόζονταν μέσα σε μεγαλύτερα που περιλάμβαναν την παραγωγή μαζικών τυποποιημένων προϊόντων στην προοπτική μιας οργανωμένης βιομηχανικής κοινωνίας, στην οποία κράτος, ιδιωτική πρωτοβουλία και κοινωνικές οργανώσεις συνεργάζονταν με κοινούς συμβιβασμούς, με κοινούς στόχους διεύθυνσης της προς διανομή πίτας, αλλά και με κόκκινες γραμμές που έθετε ο Ψυχρός Πόλεμος. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύσσονταν μορφές κοινωνικών επιστημών που βασίζονταν σε σειραϊκές και στατιστικές προσεγγίσεις των κοινωνικών φαινομένων, καθώς και μορφές κοινωνικότητας οι οποίες στήριζαν την οικογένεια και την κοινωνική ομοιομορφία μέσα σε ένα πλαίσιο που ευνοούσε την κατανάλωση, την άνεση, την ευημερία. Αυτή η διευθέτηση είχε την αντίστοιχη αρχιτεκτονική της έκφραση, την οποία βλέπει κανείς στα ομοιόμορφα αλλά λειτουργικά κτίρια, στον συνδυασμό μαζικότητας, ομοιομορφίας, πρακτικότητας και άνεσης. Αντιστοιχεί στη βιομηχανία που παράγει μαζικώς χρήσιμα προϊόντα στη σειρά. Το πρότυπο του φορντισμού, από το εργοστάσιο στις υπηρεσίες, στην εκπαίδευση, στα νοσοκομεία, στην κοινωνική ασφάλιση. Η αγορά εργασίας είχε ως στόχο την πλήρη απασχόληση και η πλήρης απασχόληση θεωρούνταν εργαλείο συνδικαλιστικής διαπραγμάτευσης. Όσα καταγγέλλονται σήμερα ως προνόμια λειτουργούσαν σε αυτή τη λογική. Αυτή ήταν επιγραμματικά η μεταπολεμική νεωτερικότητα έως τα χρόνια της αναίρεσης. Ένα διευρυμένο consensus το οποίο συμμερίζονταν και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και τα συντηρητικά. Αυτό που θεωρείται σήμερα αναχρονισμός, υπήρξε ένας μεγάλος εκσυγχρονισμός μιας προηγούμενης εποχής. Η αναίρεση ήρθε όχι με το 1968 και τις ιδέες του, αλλά κυρίως με την αναβίωση της οικονομικής κλασικής θεωρίας, του μονεταρισμού, των θεωριών του νεοφιλελευθερισμού, στα χρόνια του ’70. 

Η αναίρεση βασίστηκε σε μια κριτική που χρησιμοποίησε και πραγματικά στοιχεία αλλά και που αντέστρεψε τον λόγο. Τα πραγματικά στοιχεία βασίζονται στο γεγονός ότι η κρατική διαχείριση παρόμοιων οικονομικών ροών παρήγαγε οικονομικό και πολιτικό κεφάλαιο, που έδινε μια δομή στο πολιτικό σύστημα της οποίας η υφή είναι η πελατειακότητα, από το οποίο ούτε οι πρόσφατοι διαπρύσιοι πολέμιοι ήταν εκτός. Δεν πρόκειται για ανεπάρκεια, εξαίρεση ή καθυστέρηση αλλά για το συγκολλητικό στοιχείο ανάμεσα στις πολιτικές και τις οικονομικές ελίτ, ανάμεσα σε τράπεζες, επιχειρήσεις, πολιτικούς και Μ.Μ.Ε., ανάμεσα στις κυβερνώσες ελίτ και τις μάζες, ανάμεσα στο μέσα και το έξω της χώρας. Παρήγαγε έναν τύπο πολιτικής συμπεριφοράς, έναν τύπο πολιτικού, έναν τύπο πολίτη.

 

Διάζευξη μοντερνισμού και ευρωπαϊσμού/εκδυτικισμού

Συχνά ο όρος πολλαπλές νεωτερικότητες χρησιμοποιείται για διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα, με διαφορετικές καταβολές και εμπειρίες, που συγκροτούν διαφορετικές πορείες προς τη νεωτερικότητα. Είναι μια απάντηση στην αντίληψη που βλέπει τη νεωτερικότητα ως εξευρωπαϊσμό ή ως εκδυτικισμό. Πρόκειται για μια πλουραλιστική προσέγγιση που αποδέχεται και δεν καταδικάζει τους πολιτισμικούς υβριδισμούς. Αλλά η έννοια υβριδισμός δεν αφορά μόνο τη σύζευξη της ινδικής, της μουσουλμανικής ή της κινεζοϊαπωνικής κουλτούρας και νεωτερικότητας. Αφορά επίσης και την ευρωπαϊκή περίπτωση. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ούτε η ευρωπαϊκή/δυτική κουλτούρα είναι ο φορέας της νεωτερικότητας αυτή καθαυτήν. Αποτελεί και η ίδια έναν υβριδισμό ανάμεσα σε στοιχεία της ευρωπαϊκής κουλτούρας και της νεωτερικότητας. Η Ευρώπη είναι και αυτή μια επαρχία του κόσμου και ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι ένα από τα υβρίδια που συγκροτούν αυτόν τον μεγάλο κόσμο.5

Αν οι πρώιμες νεωτερικότητες ήταν εμπεδωμένες στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα, η νέα νεωτερικότητα δεν είναι. Από μια εποχή και πέρα, ίσως και από τις αρχές του 19ου αιώνα, υπάρχει μια πορεία που αποδεσμεύει τη νεωτερικότητα από τις ευρωπαϊκές αφετηρίες της. Η σύγχρονη νεωτερικότητα είναι εξωτερική ως προς την έννοια της ευρωπαϊκότητας. Αν οι μεταρρυθμίσεις έρχονταν κάποτε από την Ευρώπη, τώρα μπορεί να έρχονται από πειραματισμούς της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Δ.Ν.Τ. στην Αφρική ή στη Νοτιοανατολική Ασία. Η παγκοσμιοποίηση δημιουργεί δομές νεωτερικότητας που είναι σαν τους υπερυψωμένους δρόμους ταχείας κυκλοφορίας πάνω από τις γειτονιές των πόλεων, δεν έχουν καμιά σχέση με αυτές, έχουν τον δικό τους ρυθμό. Είναι σαν τα διεθνή αεροδρόμια, σαν τα διεθνή ξενοδοχεία, σαν την εντατική των διεθνών νοσοκομείων, σαν τις ειδικές οικονομικές ζώνες. Η συγχρονική νεωτερικότητα είναι ένα δίκτυο ετεροτοπιών, και σε αυτό προσαρμόζει τις εθνικές και τοπικές πραγματικότητες. Δεν πρόκειται για μια αναγέννηση της αποικιοκρατίας, όπως υποστηρίζουν κάποιες νεο-εθνικολαϊκές αντιλήψεις. Και είναι ετεροτοπία και ως προς τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Είναι πολύ χαρακτηριστική η διαμόρφωση του δεκάλογου της δημοσιονομικής πολιτικής. Μια πορεία από την πολιτική της Παγκόσμιας Τράπεζας στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του ’70, στη συμφωνία της Ουάσιγκτον (Washington consensus) το 1982, στην πολιτική απέναντι στη μετααποικιακή Αφρική, απέναντι στις οικονομικές κρίσεις της Νοτιοανατολικής Ασίας τη δεκαετία του 1990, στην Ευρώπη μετά το Μάαστριχτ και στις κρίσεις του ευρωπαϊκού νότου μετά το 1910. Γι’ αυτό και η πολιτική των μεταρρυθμίσεων είναι copy-paste σε όλες τις χώρες. Ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων πόρων και λειτουργιών, απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, περιορισμός των δημοσίων δαπανών, κατακρήμνιση των μισθών κ.λπ. Ωστόσο αυτά είναι τα εξωτερικά στοιχεία μιας αναδιαμόρφωσης της κοινωνίας αλλά και της υποκειμενικότητας. 

Η σύγχρονη νεωτερικότητα λειτουργεί ετεροτοπικά. Γι’ αυτόν τον λόγο είναι εντελώς μα εντελώς παραπλανητικό το να θεωρεί κανείς αυτό το νέο μοντέλο κοινωνικών σχέσεων και υποκειμενικότητας ως ευρωπαϊκή ταυτότητα. Πρόκειται για μια διάζευξη ευρωπαϊκότητας και νεωτερικότητας. Το δίλημμα επομένως «αποδοχή των νέων συνθηκών ή εκτός Ευρώπης» δείχνει την εργαλειοποίηση της ίδιας της έννοιας της ευρωπαϊκότητας.


Ελλάδα-Γερμανία και η προβληματική της «απόκλισης»

Η κρίση στην Ελλάδα δημιούργησε μια βαθιά νοοτροπία που αντιπαραθέτει την Ελλάδα στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ακόμη και σε αυτούς που βλέπουν τις διεθνείς διαστάσεις της κρίσης. Η νοοτροπία αυτή οδηγεί με τη σειρά της σε μια συζήτηση για τους λόγους της απόκλισης της χώρας, και σε μια πρόταση επανένταξής της στον κανόνα της ευρωπαϊκότητας, σε μια «ομαλοποίηση» της χώρας. Είπαμε προηγουμένως για ποιο λόγο μια παρόμοια πορεία σκέψης είναι έωλη. Ωστόσο πρέπει να της δώσουμε σημασία. Αν στην πρώτη παράγραφο έγινε αναφορά σε ένα βιβλίο γερμανικής ιστορίας, το οποίο συνέδεε κρίση και νεωτερικότητα, θα πρέπει να επιστρέψουμε εκεί. Το βιβλίο του Πώυκερτ ήρθε ως απάντηση σε μια συζήτηση που είχε αρχίσει μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και έγινε γνωστή ως διαμάχη Φίσερ.6 Η διαμάχη αφορούσε την περίοδο της κρίσης της Βαϊμάρης, της ανόδου του φασισμού και του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Θα θεωρούνταν περίοδος εξαίρεσης από την πορεία της γερμανικής ιστορίας ή περίοδος που δείχνει θεμελιώδεις συνέχειες; Και αν δείχνει θεμελιώδεις συνέχειες, μήπως το ζήτημα βρισκόταν στην ίδια τη γερμανική ιστορία η οποία βρισκόταν σε τροχιά απόκλισης από τις άλλες δυτικές ευρωπαϊκές χώρες (Sonderweg); Το ζήτημα δεν ήταν απλώς ιστοριογραφικό. Η προβληματική των ιστορικών αφορούσε τη δημιουργία της μεταπολεμικής ταυτότητας της Γερμανίας, και η «ομαλοποίησή» της, η προσαρμογή της προς τη Δυτική Ευρώπη, αφορούσε τον εκδημοκρατισμό της Γερμανίας. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι στην παρούσα κρίση το ζήτημα τίθεται ανεστραμμένο. Ενώ η Ελλάδα (και κατ’ επέκταση οι νοτιοευρωπαϊκές χώρες) θεωρούνται ότι αποκλίνουν από την ευρωπαϊκή τροχιά και προτρέπονται για ομαλοποίηση, είναι η Γερμανία (μετά την ενοποίησή της) που κατηγορείται από Γερμανούς διανοούμενους (Χάμπερμας, Μπεκ7) για την απόκλισή της από την υπόλοιπη Ευρώπη.

Αν λογαριάσει κανείς ότι η Γερμανία έπαιξε βασικό ρόλο στην οργάνωση του νεοελληνικού κράτους με την πρώτη ελληνική δυναστεία (βαυαροκρατία) και στη συγκρότηση της νεοελληνικής ταυτότητας (κλασικισμός), αν συνυπολογίσει επίσης τον κομβικό της ρόλο στην ελληνική τραγωδία του 20ού αιώνα (Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο), τότε παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον η διαπλοκή και η σύγκριση ανάμεσα στις δύο χώρες σε ό,τι αφορά το τρίγωνο κρίση-νεωτερικότητα-εθνική συνείδηση.

 

Το διά ταύτα; 

Έχει κάποιο πρακτικό νόημα μια παρόμοια συζήτηση σήμερα στην Ελλάδα; Πιστεύω πως έχει, προκειμένου να καταλάβουμε τα μεγάλα διακυβεύματα στην κρίση, τις πολιτικές εξόδου που εφαρμόζονται, καθώς και τις εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις. Το κλειδί της κατανόησής μας θα πρέπει να είναι η ίδια η ιστορικότητα της νεωτερικότητας, και ιστορικότητα σημαίνει αντιφατικότητα, ενδεχομενικότητα, διακύβευση. Ωστόσο αυτό το πλαίσιο δεν μπορούμε να το καταλάβουμε αφηρημένα αλλά μέσα από τη σχέση της Ελλάδας με το ευρωπαϊκό και το παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον της. Η συζήτηση για την κρίση και τη νεωτερικότητα δημιουργεί εθνικό αφήγημα, και όπως βλέπουμε, ο εθνικισμός και ο αντεθνικισμός έχουν ξαναμπεί στο παιχνίδι, από πλευρές που δεν το περιμέναμε, με αναμείξεις αναπάντεχες, τόσο ως απαντήσεις στην κρίση όσο και ως εργαλεία της κρίσης. Η συνέχεια προσεχώς!



Πηγή: http://www.chronosmag.eu
Λέξεις Κλειδία - Tags
κρίση
131
Ελλάδα
381
Γερμανία
331
Αντώνης Λιάκος
Σχετικά άρθρα

«Η Ελλάδα είναι θύμα εγκλήματος»

ΓΚΡΕΓΚ ΠΑΛΑΣΤ (δημοσιογράφος-ερευνητής, οικονομολόγος, συγγραφέας)  «Καταλαβαίνω την κούραση και την απογοήτευση, και ότι μερικοί άνθρωποι κυριολεκτικά πεινάνε, αισθάνονται αβοήθητοι και απελπισμένοι. Αλλά δεν πρέπει να τα παρατήσετε."
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×