op
×

Τσούλα μωρή Τούλα!!! Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Τσούλα μωρή Τούλα!!! Του Κωνσταντίνου Μπούρα


Τσούλα μωρή Τούλα!!! 

ή (εναλλακτικώς) Τούλα η Τσουλάρα

ή (ακόμα πιο …εναλλακτικώς) Τσουλάρα Τούλα!!!

Κι αυτό δεν έχει τίποτα το ρατσιστικό ή σεξιστικό (ας μη χάνουμε το χιούμορ μας), εξάλλου κι η Παξινού …Κατίνα ήτανε!!!


Ευθυμογράφημα για γέλια και για κλάματα από τον ποιητή, θεατρολόγο και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα


Αυτή κι αν είναι πραγματική ιστορία, που μου διηγήθηκε φίλη δημοσιογράφος, έτσι όπως της την διηγήθηκε κοινή μας φίλη δικηγόρος. Παρ’ όλα αυτά, «φύλαγε τα ρούχα σου για να ‘χεις τα μισά», ας πούμε κι εδώ καλού-κακού «Οιαδήποτε ομοιότης με πρόσωπα ή πράγματα είναι εντελώς μα παντελώς συμπτωματική!!!» και …καθαρίσαμε!


Πάμε λοιπόν. Κόκκινη κλωστή, δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη. Κόκκινη κλωστή, δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ' της κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν' αρχινίσει. Δώσ' της κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν' αρχινίσει.


Η Τούλα ήταν ρουμάνα βιζιτού και κονσοματρίς σε νυχτερινό κέντρο του Κεραμεικού, σύνορα με Βοτανικό, εκεί που παρκάρουν οι νταλίκες και οι χαρμανιασμένοι νταλικιέρηδες ψάχνουν επειγόντως κάπου να τον …χώσουν!!! [Με συγχωρείτε για την ιδιόλεκτο, αλλά αυτά έχει η υψηλή λογοτεχνία – δυστυχώς – κάθε δουλειά έχει τα προβλήματά της… και τις αβαρίες της – ας ξεχάσω λοιπόν επ’ ολίγον την ευγενική μου καταγωγή και την καλή μου ανατροφή κι ας …συνεχίσω, μπας και τελειώσω κάποια στιγμή να πάμε και καμιά βόλτα να ξαλεγράρουμε, να καθαρίσει το κεφάλι μας]…


Βρήκε λοιπόν το ιδανικό θύμα, που αργότερα του έκανε μάγια και τον έπεισε να την κουκουλωθεί, τον απομόνωσε από κόρη κι εγγονή (η γυναίκα του είχε πεθάνει από μαρασμό κλεισμένη σε ίδρυμα – με δικαστική απόφαση που είχε εξασφαλίσει ο τετραπέρατος ποινικολόγος και σύζυγός της, προικοθήρας με τα ούλα του, αρπακτικό και τρωκτικό ερπετό ολκής – τα είπαμε όλα με λίγες γραμμές!!!)…


Εκείνος ήταν στην ιδανική ηλικία: εξήντα, αμέσως μετά την κλιμακτήριο και τη λίμπιντο σε …κάμψη, βαθιά, προς το ημιμόνιμη. Ούτε αυγό μελάτο δεν ήταν τόσο …νερουλό. 


Εκείνη σαράντα, αλλά μικρόδειχνε, παρά τα καπούλια της. Κάτι το συσσωρευμένο λίπος, κάτι οι πλαστικές, ήρθε και τσούπωσε το προσωπάκι της σαν κ..άλος Μπάρμπι (της κούκλας εννοώ) κι έπειθε όλους ότι είναι το πολύ είκοσι επτά. Ούτως ή άλλως, είχε τις κατάλληλες διασυνδέσεις για να αλλάξει ακόμα και την ληξιαρχική πράξη γεννήσεως («σιγά τα λάχανα!!!»)…


Από την άλλη, μια κόρη κακοπαθημένη και βιασμένη από τρυφερή ηλικία από τον ίδιο της τον πα-τέρα μπροστά στα μάτια της συχωρεμένης της μάνας της, που ούσα τρομοκρατημένη δεν μπορούσε και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει παρά να τα εσωτερικεύσει και να πάθει μια καραμπινάτη κατάθλιψη…. Άσε δε που όταν άρχισε να «παραληρεί» και να κατηγορεί τον προκομμένο τον άντρα της, βρήκε εκείνος δύο ψευδομάρτυρες («δεν έψαξε και πολύ, στο τσεπάκι τους είχε και τους κράταγε από διάφορες μικρο-απάτες τους»), την έσυρε στα δικαστήρια, εννοείται ότι η μικρή (μετέπειτα δικηγόρος κι η ίδια) δεν έβγαλε άχνα και πόσο αξιόπιστη μάρτυρας να ήταν άλλωστε ένα παιδί του δημοτικού σχολείου στη μακρινή εκείνη δεκαετία του 1950 που έκαιγαν ακόμα οι στάχτες του Εμφυλίου και τόσο τα μίση όσα και τα πάθη είχαν κορώσει; Έβγαλε λοιπόν τελεσίδικη δικαστική απόφαση (δεν είχε κανέναν ζώντα συγγενή εξ αίματος η ταλαίπωρη αρχοντοπούλα, που είχε μεγαλώσει στην Πλάκα, τότε που ήταν ακόμα «η συνοικία των θεών» και οι μύθοι κυκλοφορούσαν στο δρόμο μέρα-μεσημέρι)… έβγαλε λοιπόν αμετάκλητη δικαστική απόφαση και την μπουζούριασε μέσα, την έκλεισε για πάντα σε τρελάδικο και οικειοποιήθηκε όλη της την περιουσία, εκτός από την προίκα της που την είχε ήδη ξεκοκαλίσει με τις παστρικές…


Γεννήθηκε μάλιστα και μια εγγονή σε αυτό το τραγικό σόι, η οποία, επειδή δέχτηκε πολλή αγάπη κι είχε πολλή φροντίδα από την τρυφερή παιδική της ηλικία, ήταν μια χαρά άνθρωπος και κατάφερε να στήσει μία γέφυρα, μεγάλη όση κι αυτή που ενώνει το Ρίο με το Αντίρριο… μόνο που αυτή ένωνε (προσωρινώς) τη μάνα της και τον παππού της. Η γιαγιά είχε πεθάνει νωρίς από υπερφαρμακία… «Άτιμοι γιατροί, ξεπουλημένοι τρελάρες και παραδόπιστοι νοσοκόμες», ούρλιαζε η παθούσα, αλλά ποιος την άκουγε; 


Έτσι, ο παντρεμένος με τη Ρουμάνα βιζιτού ονόματι Τούλα, Ρούλα, Βούλα, Κούλα, ή Τσούλα, κάτι τέτοιο τέλος πάντων… έτσι ο γεροξούρας άρχισε να το παίζει στο τέλος καλός πατέρας και παππούς, έτσι για να τηρήσει και τα προσχήματα στη γειτονιά τής Άνω Κυψέλης η Τσουλάρα, αλλά τα πράγματα δεν είναι πάντα (ή σχεδόν ποτέ) όπως φαίνονται… Από κάτω σιγόβραζε μίσος ηφαιστειακόν κι αγεφύρωτες διαφορές, αρχετυπικές σχεδόν. Κι όσο κι αν το πράμα έφερνε προς φαρσοκωμωδία μάλλον, παρά προς τραγωδία-γιαλαντζί, από αυτές που βλέπουμε κάθε χρόνο στην Επίδαυρο και γελάμε μέχρι δακρύων (τύφλα να έχει ο Αριστοφάνης, ο Ευριπίδης τού έκλεψε τη δόξα, γι’ αυτό τον μισούσε προκαταβολικά!!!)… η κατάληξη δεν ήταν καθόλου μα καθόλου καλή. 


Ο γέρος έπαθε άνοια, καραμπινάτη και σταδιακή, φαρμακευτικώς ελεγχόμενη. Στην αρχή ήταν ανεπαίσθητη, οπότε δεν είχαν κανένα λόγο να πάψουν τα οικογενειακά δείπνα και να ποζάρουν όλοι σαν μια χαρούμενη, διευρυμένη οικογένεια. Ο πατριάρχης αρχιμαφιόζος, νονός της νύχτας και προστάτης των παρανόμων, η βιζιτού …ρουμάνα του, η περήφανη τραυματισμένη κόρη και η αγαπησιάρα ρομαντική εγγονή.


Όταν όμως ο γέρος τα έχασε πραγματικά, η νόμιμη (δεύτερη) σύζυγος φρόντισε με ένα δήθεν πληρεξούσιο να μεταφέρει όλες τις καταθέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία στο όνομά της κατ’ αρχήν και κατόπιν στο όνομα ενός «ανιψιού» της από την Αλβανία, που τα έπαιζε όλα και τα έχανε σε καζίνο των συνόρων… [ποιων συνόρων; Δεν ξέρω. Θα σας γελάσω. Δεν έφτασε τόσο βαθιά η αφήγηση].


Τελικά πέθανε το τέρας σε προχωρημένη ηλικία, κοντά στα εκατό, τα φρικιά έχουν πάντα καλή τύχη με τον Χάροντα (δεν τους θέλει ούτε αυτός) και βρέθηκαν πάνω από το μνήμα χήρα και κόρη να σουρομαδιούνται για τις ανύπαρκτες καταθέσεις και τα ακίνητα που είχαν …εξαϋλωθεί.


Η κόρη όμως, που ήταν κι έμπειρη δικηγόρος επιτέλους, κι έπαιξε τους νόμους στα δάχτυλα του ενός χεριού έσυρε την Τούλα την Τσουλάρα ή Κούλα-Μπούλα-Τσούλα στα δικαστήρια και την ταλαιπώρησε μέχρις εσχάτων.


Αλλά κι εκείνη, η λαϊκιά …εταίρα δεν έμεινε με τα χέρια σταυρωμένα: έτρεχε στις μαγίστρες κι έκανε μαύρη μαγεία στην αντίπαλό της με αποτέλεσμα να της προκαλέσει καρκίνο στα έντερα (τόσο αχώνευτη ήταν κι αυτή και όλο αυτό το τουρλομπούκι, που «και γάιδαρο τρελαίνει»).


Έτσι βρέθηκαν αι δύο γυναίκαι στα πρόθυρα του γραφείου τελετών αμφότεραι και το ελληνικό δικαστικό σύστημα να μην έχει ή να μην μπορεί να καταλήξει ποία εκ των δύο είχε δίκιο. Η τσουλάρα κατηγορούσε την καλοστεκούμενη και μορφωμένη δικηγόρο ότι ήταν άστοργη κόρη κι ότι χωρίς αυτήν και τις φροντίδες της ο πατέρας της θα είχε σαπίσει σε κάποιο παγκάκι άστεγος. Η άλλη της μιλούσε στη γλώσσα της και την εξύβριζε με ρήσεις όπως: «Τσούλα μωρή Τούλα!!! Τσούλα μωρή κατσαρίδα. Πούλα τα όλα και στο τάφο σου να τα πάρεις μαζί σου μωρή, που άφησες την κόρη μου χωρίς την κληρονομιά του παππού της! Αλλά έτσι είστε όλες εσείς που ήρθατε στην Ελλάδα για να τη ρημάξετε. Πλευρίσατε τους λιμάρηδες μαλακο… φάηδες [με το συμπάθειο για την έκφραση] κι αλωνίζετε στα δικά μας χωράφια».


«Σιγά μην σ’ το αφήσουμε μονοπώλιο», ανταπαντά η άλλη και ούτω καθ’ εξής. Σταματώ εδώ για να μην ρίξουμε κι άλλο το επίπεδο. Ως δείγμα πιστεύω πως ήταν κάτι αντιπροσωπευτικό της δυσάρεστης πραγματικότητας που βιώνουμε όλοι μας κάθε φορά που πηγαίνουμε στα δικαστήρια σαν μάρτυρες και καταλήγουμε στα διπλανά ουζερί, να τα πιούμε και να καπνίσουμε, χωρίς να είμαστε πότες και καπνιστές, έτσι για να ξεχάσουμε σε τι κόσμο ζούμε, έτσι για να ξεχέσουμε κάθε υπεύθυνο κι ανεύθυνο, συνειδητοποιώντας ότι «όλοι σε ένα καζάνι βράζουμε» και «τι είναι τάχα ο άνθρωπος;» - «ένα τίποτα είναι» - «μια κακία μένει στο τέλος»… και τα λοιπά και τα λοιπά…




Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr




Λέξεις Κλειδία - Tags
Κωνσταντίνος Μπούρας
61
Σχετικά άρθρα
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×