op
×

Η τέχνη της μάσκας | Του Γιώργου Λιερού

Διαβάστηκε
Η τέχνη της μάσκας |  Του Γιώργου Λιερού


…Η βαθιά οδύνη σε κάνει ευγενή∙ σε ξεχωρίζει… Υπάρχουν «ευδιάθετοι άνθρωποι», που χρησιμοποιούν την ευδιαθεσία, επειδή τους παρεξηγούν και θέλουν να τους παρεξηγούν. Υπάρχουν «άνθρωποι της επιστήμης» που χρησιμοποιούν την επιστήμη επειδή δίνει μια ευδιάθετη όψη και επειδή η επιστημονικότητα δίνει την εντύπωση ότι ο άνθρωπος είναι επιφανειακός –θέλουν να δίνουν λαθεμένη εντύπωση. Υπάρχουν ελεύθερα αναιδή πνεύματα, που θα ήθελαν να κρύψουν και να αρνηθούν ότι είναι τσακισμένες, περήφανες, αγιάτρευτες καρδιές… Και μερικές φορές η ίδια η τρέλα είναι η μάσκα για μια δυστυχή, υπερβολικά βέβαιη γνώση – Από εδώ βγαίνει το συμπέρασμα ότι είναι μέρος μιας πιο εκλεπτυσμένης ανθρώπινης ιδιότητας να έχουμε σεβασμό «για τη μάσκα» και να μην ασκούμε την ψυχολογία και την περιέργεια σε λάθος τόπο.

Φρίντριχ Νίτσε: Πέρα από το καλό και το κακό[1]

 

«Τι να κάνουμε;» – το βιβλίο

Ο Τσερνισέφσκι -στα μέσα του 19ου αιώνα– με το μυθιστόρημά του «Τι να κάνουμε;» έρχεται να ζωγραφίσει με τα πιο φωτεινά και ζωηρά χρώματα τον καινούριο κόσμο που οι άνθρωποι της γενιάς του βλέπουν να γεννιέται. Οι ήρωές του, η Βέρα Πάβλοβνα, ο Ντμίτρι Λοπουχόφ, ο Αλεξάντρ Κιρσάνοφ και η Κατερίνα Βασίλιεβνα είναι χαρακτηριστικές φιγούρες της ρωσικής ιντελιγκέντσιας. Δανείζονται από το φωτεινό μέλλον όσα μπορούν να βάλουν σήμερα σε πράξη (σ.388)[2]. Παίρνουν την πρωτοβουλία για την ίδρυση συνεργατικών εγχειρημάτων δίνοντας πρακτικές αποδείξεις για τη δυνατότητα να πραγματοποιηθούν οι ευεργετικές για την ανθρωπότητα υγιείς ιδέες  (σ. 300)∙ είναι αφιερωμένοι στην πρόοδο της επιστήμης. «Ζουν εύθυμα και αρμονικά, δουλεύουν και ξεκουράζονται, απολαμβάνουν τη ζωή και αντιμετωπίζουν το μέλλον αν όχι χωρίς έγνοιες, οπωσδήποτε με ακλόνητη και απολύτως βάσιμη πεποίθηση ότι όσο περνάει ο καιρός όλα θα πηγαίνουν καλύτερα» (σ. 448). Κατέχουν σε βάθος την κουλτούρα της εποχής τους και συζητούν εξαντλητικά για όλα τα μεγάλα προβλήματα, όπως και για τις προσωπικές τους σχέσεις∙ περιτριγυρίζονται από νεαρούς που αναζητούν σ’ αυτούς έμπνευση και γνώση. Τα ερωτικά πάθη δεν λείπουν, κάθε άλλο. Όμως, στο τέλος τιθασεύονται πάντα από τη δύναμη του λόγου που βρίσκεται στη υπηρεσία μιας φωτισμένης φιλαυτίας. Ο έρωτας στον κόσμο τους είναι μια αναμφισβήτητη κινητήρια δύναμη, η οποία όμως δεν μπορεί να ανατρέψει την αρμονία λόγος/ορμέμφυτα, την ισορροπία του όλου, το juste milieu. Οι ήρωες του Τσερνισέφσκι έχουν για αλάνθαστο οδηγό τον λόγο και μία καλή γνώση των νόμων που διέπουν την ανθρώπινη φύση∙ έτσι κάθε φορά το προσωπικό συμφέρον του καθένα τους –οι ίδιοι θεωρούν το προσωπικό συμφέρον ως το βασικό κίνητρο της ανθρώπινης συμπεριφοράς– μπορεί να συμπίπτει με το γενικό καλό. «Θυσία ίσον κουταμάρα», λέει κάπου ο Λουποχόφ (σ. 134). Πράγματι ακόμη και ο Ραχμέτοφ , ο ταγμένος επαναστάτης, που ξαπλώνει πάνω σε εκατοντάδες λεπτές πρόκες για να εκπαιδεύσει τον εαυτό του να αντέχει στα βασανιστήρια φωτίζεται με ένα απολλώνιο φως –αν και όχι χωρίς σκιές (σ. 272-313). Επιμένει επίσης σ’ ένα «ορθολογικό εγωισμό» και σιχαίνεται το μελόδραμα και την τραγικότητα, αν και δεν πρέπει να μας διαφύγει της προσοχής η γοητεία που του ασκεί «το θέμα της τρέλας που συνδυάζεται με την υγιή σκέψη» (σ. 272). Για τον Τσερνισέφσκι είναι οι κοινωνικές συνθήκες που αναγκάζουν σήμερα τους ανθρώπους να γίνονται κακοί. Οι ήρωές του, άνδρες και γυναίκες, είναι ελεύθεροι και ίσοι και η φωτισμένη φιλαυτία τους προαναγγέλλει μια εποχή, που η πρόοδος και η επιστήμη θα έχει οδηγήσει την ανθρώπινη κατάσταση πέρα από τους νόμους και την ηθική. Τότε στον κόσμο «των παλατιών από κρύσταλλο και αλουμίνιο», η πιο εξευγενισμένη φιλαυτία θα είναι αδελφωμένη με την αγάπη για την ανθρωπότητα όπως το θέλει ο λόγος, η ιστορική πρόοδος και οι νόμοι της φύσεως (Το τέταρτο όνειρο της Βέρα Πάβλοβνα (σ. 370-388).

Ντοστογιέφσκι εναντίον Τσερνισέφσκι

Η Βέρα Πάβλοβνα ονειρεύεται την απελευθέρωση της από το αποπνικτικό και ασφυκτικό περιβάλλον στο σπίτι των γονιών της σαν την έξοδο από ένα σκοτεινό υπόγειο όπου είναι κλειδωμένη (Το πρώτο όνειρο, σ. 113, 121, 136).

Η πολεμική του Ντοστογιέφσκι εναντίον του Τσερνισέφσκι θα δημοσιευτεί με τη μορφή μιας νουβέλας με τίτλο «Το Υπόγειο»: ο «αντι-ήρωας» έχει καταφύγει στο υπόγειο, «ένα άθλιο, τρομερό δωμάτιο στην άκρη της πόλης» (σ.17). Κρύβεται καθώς αισθάνεται άρρωστος και ξέρει ότι είναι αποκρουστικός. Δεν αντέχει την ευαισθησία του και τη μοχθηρία με την οποία αυτή εκδηλώνεται. «Γνήσια και ειλικρινά θεωρεί τον εαυτό του σαν ποντικό», το αντίθετο του κανονικού ανθρώπου, άνθρωπο με υψηλό περιεχόμενο συνειδητότητας, ο οποίος φυσικά δεν βγήκε από τον κόρφο της φύσης αλλά από ένα δοκιμαστικό σωλήνα, (σ. 24, 25). Στο βρομερό, ρυπαρό υπόγειο ο ποντικός, προσβεβλημένος, τσακισμένος και γελοιοποιημένος, βυθίζεται στην ψυχρή, δηλητηριώδη και πάνω απ’ όλα, την παντοτινή, την αιώνια μοχθηρία του (σ. 26). Είναι ο ίδιος που επέλεξε συνειδητά το θάψιμο του εαυτού του ζωντανού μέσα στο υπόγειο για σαράντα χρόνια (σ.27).

Ο άνθρωπος του υπογείου δεν συμμερίζεται καθόλου την ανθρωπολογική αισιοδοξία των ηρώων του Τσερνισέφσκι, ούτε την εμπιστοσύνη τους στη φωτισμένη φιλαυτία, την πρόοδο της κοινής λογικής, της επιστήμης κτλ. Επισημαίνει ότι απόλαυση δίνει, επίσης, η έντονη συναίσθηση της ταπείνωσης, το αίσθημα ότι φτάνεις στα έσχατα όρια, η απουσία διαφυγής, η εμμονή στην επανάληψη του ίδιου (σ. 20, 21)∙ ένα χαστούκι στο πρόσωπο προσφέρει «ένα ιδιαίτερο είδος απόλαυσης, την απόλαυση της απελπισίας, φυσικά, μα και στην απελπισία υπάρχουν οι πιο έντονες απολαύσεις, ειδικά όταν έχει κανείς απόλυτη συνείδηση της απελπιστικής θέσης στην οποία βρίσκεται» (σ. 22). «Ακόμα και στον πονόδοντο υπάρχει απόλαυση» συμπληρώνει και προσθέτει: «Τα βογγητά και οι στεναγμοί είναι μια έκφραση ευχαρίστησης εκείνου που υποφέρει… [Αυτός] αναγνωρίζει ότι ακόμα και το ακροατήριο μπροστά στο οποίο… δίνει παράσταση, ακόμα και η οικογένεια του ολόκληρη αρρωσταίνει που τον ακούει… Το λοιπόν η απόλαυση βρίσκεται σ’ αυτή τη ενσυνείδητη έλλειψη ντροπής. “Σας ενοχλώ”, φαίνεται να λέει, “σας ταράζω τα αισθήματα και εμποδίζω όλους στο σπίτι να κοιμηθούν. Ε. λοιπόν, τότε μην κοιμάστε. Έπρεπε να νιώθετε όλοι τώρα το δικό μου πονόδοντο”» (σ. 30, 31, 32).

Ωφέλιμο στον άνθρωπο δεν είναι μόνο ότι τείνει στην ευημερία. «Η ευημερία δεν είναι το μόνο πράγμα που ευχαριστεί τον άνθρωπο, ίσως να ελκύεται και από τα βάσανα. Ίσως το να υποφέρει να είναι εξίσου ωφέλιμο για τον άνθρωπο, όσο και το να καλοπερνάει. Ο άνθρωπος μερικές φορές λατρεύει με πάθος το μαρτύριο και αυτό είναι γεγονός… Καλά ή κακά, το να κομματιάζει κανείς καμιά φορά κάτι, είναι επίσης πολύ ευχάριστο!» (σ. 63). Εδώ και χιλιετίες σε εκατομμύρια περιστάσεις, οι άνθρωποι ξέροντας πολύ καλά τα ατομικά τους συμφέροντα, τα εγκατέλειπαν και ορμούσαν να πάρουν ένα επικίνδυνο και αβέβαιο μονοπάτι, δεν διάλεγαν τον ενδεδειγμένο δρόμο, αλλά πεισματάρικα και ανένδοτα προτιμούσαν να κυνηγήσουν ένα κακότροπο μονοπάτι. Το πείσμα και η επιμονή σήμαιναν περισσότερα γι’ αυτούς από οποιοδήποτε είδος συμφέροντος ή πλεονεκτήματος (σ. 40, 41).

Ο άνθρωπος του υπογείου αμφισβητεί τους κοινωνικούς αναμορφωτές που επιδιώκουν να κατευθύνουν την ανθρώπινη φύση με τη λογική και την επιστήμη και να αντικαταστήσουν την ελεύθερη βούληση με τους νόμους της φύσης. Τον τρομάζει η προοπτική να υπολογίζονται όλες οι ανθρώπινες πράξεις μαθηματικά, όπως ένας πίνακας λογαρίθμων, σύμφωνα με επιστημονικούς νόμους, που μένει να ανακαλυφθούν, και να καταντήσει ο άνθρωπος το εξαγόμενο μιας τετραγωνικής ρίζας (σ. 52), ένα ελατήριο εργαλείου (σ. 50), κάτι σαν το πλήκτρο του πιάνου (σ. 46). Σύμφωνα με τον Ντοστογιέφσκι ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για να γίνει καλός αλλά για να είναι ελεύθερος. Απευθύνεται πολεμικά λέγοντας:

Η ελεύθερη και αδέσμευτη βούληση κάποιου, οι ιδιοτροπίες του, όσο άγριες κι αν είναι, η φαντασία κάποιου, ξαναμμένη καμιά φορά ως το σημείο της τρέλας, όλα αυτά είναι το παραλειπόμενο, το πιο άριστο και μέγιστο αγαθό, το οποίο ποτέ δεν παίρνετε υπόψη επειδή δεν θα ταιριάζει σε καμιά ταξινόμηση, και η παράλειψη του οποίου στέλνει πάντοτε στον διάολο όλα τα συστήματα και όλες τις θεωρίες. Και από που πήραν όλοι αυτοί οι σοφοί την ιδέα ότι οι επιθυμίες ενός ανθρώπου πρέπει να είναι νορμάλ και ενάρετες; Γιατί φαντάστηκαν ότι ο άνθρωπος πρέπει να θέλει ό,τι είναι αναπόφευκτα λογικό και συμφέρον; Εκείνο που έχει ανάγκη ένας άνθρωπος είναι απλώς και μόνο μια ανεξάρτητη βούληση, οτιδήποτε κι αν του στοιχήσει αυτή η ανεξαρτησία και οπουδήποτε κι αν τον οδηγήσει. Ε, λοιπόν, ο διάολος όμως ξέρει μονάχα τι σόι βούληση… (σ. 48-49).

Αναμφισβήτητα στον άνθρωπο αρέσει να δημιουργεί και να ανοίγει δρόμους. Μήπως το σφοδρό του πάθος για καταστροφή και χάος έχει τις ρίζες του στον ενστικτώδη φόβο του να φτάσει στο τέρμα και να αποτελειώσει το έργο που οικοδομεί; (σ. 60, 61) Το 2+2= 4 είναι κάτι το ανυπόφορο: το σκοπούμενο, ο στόχος είναι κάτι σαν το δύο και δύο κάνουν τέσσερα, δηλαδή μια φόρμουλα∙ δεν είναι ζωή αλλά η αρχή του θανάτου. Ο άνθρωπος θυσιάζει τη ζωή του στην αναζήτηση, αλλά βρίσκοντας αυτό που ζητάει φοβάται. Το δύο και δύο κάνει τέσσερα είναι ένα ωραίο πράγμα, αλλά και το δύο και δύο κάνει  πέντε μπορεί επίσης να είναι ένα πολύ ωραίο πράγμα (σ.61, 62, 63).

Επίσης και τη εποχή των «παλατιών από κρύσταλλο και αλουμίνιο», οι άνθρωποι πιθανόν θα αποτολμήσουν βδελυρές πράξεις, τις πιο καταστροφικές ανοησίες, τις πιο αντιοικονομικές παραξενιές απλώς και μόνο για να αποδείξουν ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να είναι άνθρωποι και όχι πλήκτρα πιάνου (σ. 56, 57). Τότε βέβαια τα πάντα θα είναι θαυμάσια, συνετά και συνειδητά, αλλά και ίσως τρομερά πληκτικά, μια και όλα θα είναι σχεδιασμένα, προδιαγεγραμμένα. Η πλήξη όμως οδηγεί σε κάθε είδους επινόηση. Από πλήξη η Κλεοπάτρα έμπηγε χρυσές βελόνες στα στήθη των σκλάβων και ένιωθε ευχαρίστηση ακούγοντας τα τσιρίγματα και τις οιμωγές τους (σ. 45, 47). Και δεν αποδεικνύεται καθόλου ότι με την πρόοδο του πολιτισμού ο άνθρωπος γίνεται λιγότερο αιμοδιψής. «Το μόνο κέρδος από τον πολιτισμό για το ανθρώπινο γένος είναι η πολύπλευρη αισθαντικότητα στις αισθήσεις που αναπτύσσεις, και… οριστικά τίποτα περισσότερο. Και διαμέσου της ανάπτυξης αυτής της πολύπλευρης αισθαντικότητας, ο άνθρωπος ίσως προοδεύσει μέχρι του σημείου να βρίσκει ευχαρίστηση στο αίμα… Έχετε προσέξει ότι οι πιο ραφιναρισμένοι αιμοσταγείς άνθρωποι υπήρξαν σχεδόν πάντοτε οι πιο πολιτισμένοι κύριοι…» (σ. 44,45)

Ο άνθρωπος του υπογείου είναι υπερόπτης και συγχρόνως γεμάτος συμπλέγματα κατωτερότητας, παγιδευμένος μέσα στις σκέψεις του, τις εμμονές του, το κουβάρι των ενοχών του, που τρέφει κι τρέφεται από τον σαδισμό των νοητικών του σχημάτων με τα οποία ξεσκίζει την ψυχή του∙ μοχθηρός και μνησίκακος εξαντλεί την κοινωνικότητά του σε acting out, σε ξεσπάσματα κακίας, αυτοεξευτελισμού και ταπείνωσης [γράφει για τον εαυτό του: στην «πρώτη και αρχική ρυπαρότητα… καταφέρνει να δημιουργήσει γύρω του τόσες πολλές άλλες ρυπαρότητες με τη μορφή αμφιβολιών και ερωτηματικών, και τόσα πολλά άλυτα προβλήματα σαν προσθήκη στο αρχικό πρόβλημα, ώστε αθέλητα συγκεντρώνει γύρω του ένα μοιραίο βάλτο, μια βρωμερή λάσπη που αποτελείται από τις αμφιβολίες του, τις συγκινήσεις και από την περιφρόνηση που φτύνουν πάνω του» (σ. 25-26)].

Όμως στην πραγματικότητα ο άνθρωπος του υπογείου δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα από εκείνα τα «ελεύθερα και αναιδή πνεύματα, που θα ήθελαν να κρύψουν και να αρνηθούν ότι είναι τσακισμένες, περήφανες, αγιάτρευτες καρδιές» (Νίτσε). Είναι το ερωτικό πάθος της νεαρής πόρνης –η αγνότητα, η καλοσύνη, η αξιοπρέπειά της– που θα σκίσει τη μάσκα του ανθρώπου του υπογείου, χωρίς να κατορθώσει όμως να την αποσπάσει από το πρόσωπό του καθώς είναι πολύ αργά γι’ αυτόν και η μάσκα έχει γίνει πια ένα με το δέρμα του. Στο μυθιστόρημα του Τσερνισέφσκι οι ταπεινοί εμφανίζονται μόνο σαν αντικείμενα της αγαθοεργίας της ιντελιγκέντσιας. Στη νουβέλα του Ντοστογιέφσκι μια αγράμματη νεαρή πόρνη, κόρη αγροτών, γυναίκα αμαρτωλή, είναι αυτή που ξεκλειδώνει το υπόγειο και αφήνει να μπει μέσα φως, αέρας, η ίδια η ζωή. Και είναι ο άνθρωπος των βιβλίων που την σπρώχνει βάναυσα προς τα έξω, κλειδώνει, σφραγίζει, την πόρτα του υπόγειου.

Αφελής ανθρωπολογική αισιοδοξία και τραγικό αίσθημα της ζωής

Μήπως όμως και οι ατσαλάκωτες φιγούρες της ιντελιγκέντσιας στο «Τι να κάνουμε;» δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μάσκα που φοράει ο Τσερνισέφσκι, ένας άνθρωπος που επίσης υποφέρει βαθιά; Μήπως τελικά, αν βγουν οι μάσκες, ο άνθρωπος του υπογείου και ο Τσερνισέφσκι δεν είναι και τόσο διαφορετικοί; Υπάρχει μια ορισμένη υπερβολή και ένας στόμφος στους ήρωες του Τσερνισέφσκι όταν αναπτύσσουν την επιχειρηματολογία τους για τη φωτισμένη φιλαυτία που μας κάνει να υποψιαστούμε μια ειρωνική αποστασιοποίηση του συγγραφέα. Ο ίδιος δεν ευτύχησε στην ερωτική και οικογενειακή του ζωή. Στη Σιβηρία, γράφει ο Μπερντιάεφ, θα υπομείνει τα πάντα, κάτεργο και εξορία, ως αληθινός απόστολος –με μια καρτερία που τον κάνει συγγενή των πρώτων χριστιανών. Για τον Μπερντιάεφ, ο Τσερνισέφσκι, γιος ενός φωτισμένου πρωθιερέα, είχε την ψυχική συγκρότηση αγίου. Από ασκητισμό θεμελίωσε έναν ακραίο υλισμό. Από χρηστότητα και αγάπη προς το καλό καταφάσκει στην ωφελιμιστική ηθική του έλλογου εγωισμού[3].

Σύμφωνα με τον Μπερντιάεφ μια ολόκληρη γενιά, και όχι μόνο ο Τσερνισέφσκι, θα υιοθετήσει έναν αθεϊσμό που δεν είναι στο βάθος παρά αντεστραμμένη, αντίστροφη, η παλιά ρωσική θρησκευτικότητα και το αποκαλυπτικό της νόημα[4]. Σχίζοντας το λεπτό επίστρωμα του ωφελιμισμού και του γενικευμένου θετικισμού, αυτό που βρίσκουμε δεν είναι παρά η παθιασμένη, οργισμένη διαμαρτυρία κατά του κακού, του καταναγκασμού, των πόνων της ζωής, η ευσπλαχνία για τους δυστυχισμένους, τους απόκληρους και τους ταπεινωμένους. Η επιρροή του βιβλίου του Τσερνισέφσκι, αγκάλιασε αδιάκριτα μαρξιστές, ναρόντνικους και αναρχικούς –οι Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μαρξ, Ένγκελς, Πλεχάνοφ, Κροπότκιν, Λένιν, εκδήλωσαν επανειλημμένα τον θαυμασμό τους γι’ αυτό. Η επίδρασή του ήταν ίσως μεγαλύτερη από αυτή του Κεφαλαίου του Μαρξ. Το «Τι να κάνουμε;» σηματοδοτεί την ανάληψη των διαφωτιστικών ανθρωπιστικών αξιών από το εργατικό κίνημα, μια εποχή που αυτές πλέον αμφισβητούνται στην αστική κοινωνία καθώς κλείνει ο κύκλος των δημοκρατικών επαναστάσεων. Οι ιδέες που υπερασπίζονται οι ήρωες του «Τι να κάνουμε;» είναι ακριβώς εκείνες του Διαφωτισμού, είναι οι ιδέες που στην Ευρώπη δέχονται ήδη την σφοδρή κριτική του ρομαντισμού, του Νίτσε κ.α. Πρέπει να τονίσουμε ότι για τους ανθρώπους της επανάστασης, ο ωφελιμισμός, η αφελής διαφωτιστική ανθρωπολογική αισιοδοξία κ.α. είχαν κυρίως αξία πολεμική εναντίον των επαγγελματιών ιδεαλιστών, της εκκλησίας, της υποκρισίας της αστικής ηθικής κτλ. Δεν φαίνεται να τους απασχολούσε –τουλάχιστον δημόσια– η τόσο κραυγαλέα αντίφαση ανάμεσα σε απόψεις τους, εν τέλει μηδενιστικές, και τη ζωή του ταγμένου, του σχεδόν θυσιασμένου που είχαν επιλέξει. Όμως μετά την μακριά πορεία που οδήγησε στις σύγχρονες μαζικές κοινωνίες αυτή η μανιέρα του Τσερνισέφσκι, ο μηδενισμός, έχει υψωθεί σε κυρίαρχη «ιδεολογία». Αντίθετα, σήμερα ο πεσιμισμός, το παλιό όπλο των συντηρητικών, ανασκευασμένος και ριζοσπαστικοποιημένος, αποκτά μια μεγάλη αξία σαν όπλο στα χέρια των επαναστατών (εναντίον του lifestyle, της κουλτούρας του ναρκισσισμού κ.τ.λ.)∙ επιπλέον, επειδή συνδέεται ευθέως με το τραγικό αίσθημα της ζωής, αποδίδει πολύ καλύτερα την υπαρξιακή κατάσταση των αγωνιστών και προάγει την αυτογνωσία που τόσο έχουμε ανάγκη αλλά και το μαχητικό φρόνημα.

Ακόμα και σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς και των αναρχικών πιστεύουν είτε ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως καλός και αρκεί να φύγουν από τη μέση το κράτος, το κεφάλαιο και η πατριαρχία για να ζήσουμε σε μια κοινωνία αγγέλων, είτε ότι ο άνθρωπος είναι απεριόριστα εύπλαστος και αρκεί η γνώση των νόμων της φύσης και της ιστορίας για να δημιουργήσουμε τι συνθήκες για μια κοινωνία αγγέλων. Οι δύο αυτές εκδοχές της αφελούς ανθρωπολογικής αισιοδοξίας είναι απολύτως ισοδύναμες: ακυρώνουν τον άνθρωπο σαν ζώο πολιτικό. Όμως η έλευση του Βασίλειου του Θεού δεν είναι δουλειά των ανθρώπων. Οφείλουμε να αναλάβουμε το εγχείρημα της κοινωνικής αλλαγής καταφάσκοντας και όχι αποκρύπτοντας το τραγικό μεγαλείο του ανθρώπου, την σκληρότητα της ύπαρξης –στηριζόμενοι ακριβώς σε αυτές τις ανθρώπινες ιδιότητες που θέλουν να απεμπολήσουν όσοι μιλούν, κατά κανόνα όχι χωρίς υστεροβουλία, για κοινωνίες αγγέλων. Και επικαλούμαστε εδώ την ικανότητα των ανθρώπων να θέτουν και να τηρούν κανόνες, να κάνουν μια νέα αρχή, να δημιουργούν αυτό που δεν είναι εγγεγραμμένο στις αιτίες του, να πράττουν, να αφήνουν πίσω τους ιστορίες, να κατασκευάζουν κοινούς κόσμους όπου διαδραματίζονται αυτές οι ιστορίες και διατηρείται η μνήμη τους∙ ανθρώπων που αγαπούν και μισούν, δημιουργούν και καταστρέφουν, είναι γενναιόδωροι και συγχρόνως δύσπιστοι και επιφυλακτικοί, τους αρέσει να πολεμούν μεταξύ τους αλλά και  ξέρουν να συμφιλιώνονται,  κάνουν το κακό αλλά και  συγχωρούν και είναι ικανοί να περιορίζουν την αιματοχυσία τελετουργοποιώντας τις συγκρούσεις κτλ. Έτσι ήταν στις παλαιότερες κοινωνίες χωρίς κράτος και τάξεις, έτσι θα είναι και στις επόμενες.

Σήμερα, «παράδοξα» το γυμνό πρόσωπο του εχθρού μοιάζει με τη μάσκα που φορούσε κάποτε ο Τσερνισέφσκι. Ας κρατήσουμε απ’ αυτόν το ηφαιστειώδες πάθος του, τη αγάπη του για τον άνθρωπο, και ας διδαχθούμε από τον Ντοστογιέφσκι.

Γιώργος Λιερός

28-12-2018

[1] Φρίντριχ Νίτσε, «Πέρα από το καλό και το κακό», ελλ. εκδ. Νησίδες, σ. 169.

[2] Η σελίδα που αναγράφεται κάθε φορά στην παρένθεση είναι από το Νικολάι Τσερνισέφσκι, «Τι να κάνουμε;», ελλ. εκδ. Τόπος. 2013 και στη συνέχεια από το Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, «Το Υπόγειο», ελλ. εκδ. Μάλλιαρης-Παιδεία, 2015.

[3] Νικολάι Μπερντιάεφ, «Οι πηγές και το νόημα του ρωσικού κομμουνισμού», ελλ. εκδ. Πουρναράς, σ. 70, 72, 73.

[4] Στο ίδιο σ. 49.


congress1917.gr





Λέξεις Κλειδία - Tags
Ρωσία
51
Γιώργος Λιερός
24
Σχετικά άρθρα

100 ημέρες απεργία πείνας

Ο 42χρονος σκηνοθέτης, που έχει αντιταχθεί στην προσάρτηση της Κριμαίας, σταμάτησε να τρέφεται στις 14 Μαΐου και διατηρείται στην ζωή χάρις στα συμπληρώματα διατροφής 
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×