op
×

Η μακρά παράδοση της δεξιάς τρομοκρατίας στη μεταπολεμική Γερμανία και η υποτιμημένη απειλή της

Διαβάστηκε
Η μακρά παράδοση της δεξιάς τρομοκρατίας στη μεταπολεμική Γερμανία και η υποτιμημένη απειλή της

«Η δεξιά τρομοκρατία έχει μακρά παράδοση στη Γερμανία, αλλά επειδή οι δράστες ενεργούν χωρίς σταθερή ηγεσία ή χωρίς να αναλαμβάνουν την ευθύνη, η απειλή της έχει επί μακρόν υποτιμηθεί», γράφει η έγκυρη εβδομαδιαία εφημερίδα του Αμβούργου "Die Zeit" σε μακροσκελέστατο άρθρο της το οποίο είναι η επικαιροποιημένη έκδοση κειμένου που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της (γερμανικής) Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πολιτικής Επιμόρφωσης. Μεταξύ πολλών άλλων η γερμανική εφημερίδα, της οποίας συνεκδότης υπήρξε ο Χέλμουτ Σμιτ, γράφει:

  

«Κατά τις έρευνες για το θάνατο του διοικητικού επικεφαλής της τοπικής κυβέρνησης του Κάσελ Βάλτερ Λίμπκε οι αρχές ταυτοποίησαν ως δράστη έναν, γνωστό στην αστυνομία, 45χρονο ακροδεξιό. Η πολιτική και η κοινή γνώμη τρόμαξαν αν και έχουν υπάρξει πολυάριθμες περιπτώσεις ένοπλης δράσης ακροδεξιών τρομοκρατών και ακροδεξιές δομές μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν όμως γίνεται λόγος για τρομοκρατία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, γίνεται κυρίως αναφορά στους ακροαριστερούς, ιδίως στην Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF). Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, έρχεται στο προσκήνιο και ο ισλαμισμός. Το πόσο μακρά παράδοση έχει η ακροδεξιά τρομοκρατία στη Γερμανία - και, πάνω απ 'όλα, το γεγονός ότι έχει θεμελιωδώς διαφορετική δομή από την αντίστοιχη αριστερή- είναι σχεδόν άγνωστο.

   


Δεκαετία του '40: Οι "Λυκάνθρωποι"

   

Επί επτά δεκαετίες οι ακροδεξιοί καλλιεργούσαν τον μύθο της ύπαρξης παράνομων μυστικών μονάδων με την επωνυμία "Λυκάνθρωποι". Τους τελευταίους μήνες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ηγέτης των SS Χάινριχ Χίμλερ ίδρυσε την οργάνωση «Λυκάνθρωπος» για να προβεί σε τρομοκρατικές πράξεις και σαμποτάζ σε απελευθερωμένα τμήματα της χιτλερικής Γερμανίας. Μπορεί αυτός ο ανταρτοπόλεμος να απέτυχε παταγωδώς, ο θρύλος όμως επέζησε. Μετά το 1945 εμφανίστηκαν επανειλημμένα μικρές ομάδες, οι οποίες θεωρούσαν ότι είναι οι συνεχιστές αυτής την παράδοσης. Τον Ιούλιο του 2013, η αστυνομία έκανε επιδρομές, μεταξύ άλλων στα κρατίδια Αμβούργο, Κάτω Σαξονία και Μεκλεμβούργου-Προπομερανία, κατά της αυτοαποκαλούμενης μονάδας καταδρομών «Λυκάνθρωπος». Μέχρι σήμερα κυκλοφορεί μάλιστα μεταξύ των νεοναζί σχετικό με τη δράση τους βιβλίο, το οποίο μπορεί κανείς να το βρει με 9,80 ευρώ στην Άμαζον.

   


Δεκαετία του ΄50 και του ΄60 : Παραστρατιωτικοί αντι-κομμουνιστές και εγκληματίες του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας NPD

   

Δεν υπάρχει καθολικά αποδεκτός ορισμός της τρομοκρατίας στην επιστήμη. Ο πολιτικός επιστήμονας Άρμιν Πφαλ-Τράουγκμπερ την ορίζει ως «μορφή πολιτικής βίας που ασκείται από μη κυβερνητικές ομάδες εναντίον μιας υπάρχουσας πολιτικής τάξης, με συστηματικά οργανωμένη μορφή που έχει ως στόχο την άσκηση ψυχολογικής επιρροής στον λαό» Οι δεξιοί τρομοκράτες ωθούνται από εθνικιστικές, εθνο-λαϊκιστικές, ρατσιστικές ή παρόμοιες ιδεολογίες.

   

Τρομοκρατικές ομάδες με την έννοια αυτή δημιουργήθηκαν στη Γερμανία αρχικά στα τέλη της δεκαετίας του ΄60, αλλά πρόδρομες ομάδες υπήρχαν ήδη στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Στη δεκαετία του ΄50, λόγω του ευρέως διαδεδομένου αντικομμουνισμού, οι παλαιοί ναζί και οι βετεράνοι των ένοπλων SS, υπό το προκάλυμμα της ακροδεξιάς Εθνικής Νεολαίας της Γερμανίας (BDJ), κατάφεραν να δημιουργήσουν μια παραστρατιωτική ομάδα εφόδου. Την Τεχνική Υπηρεσία (TD) της την χρηματοδοτούσε η αμερικανική μυστική υπηρεσία CIA. Εάν οι Ρώσοι εισέβαλαν στην Γερμανία , αυτοί οι αντάρτες θα αντιστέκονταν σε «μικρές ανεξάρτητες μονάδες». Οι ακροδεξιοί εξτρεμιστές θεωρήθηκαν ιδιαίτερα αξιόπιστοι από τους Αμερικανούς. Είχαν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν κρύπτες όπλων, να εκπαιδεύονται να πυροβολούν σε πεδία βολής των ΗΠΑ, σε δολοφονίες που δεν αφήνουν ίχνη, σε ανακρίσεις και ηλεκτρονικές μεθόδους βασανιστηρίων και θεωρήθηκαν ως γερμανικός βραχίονας του μυστικού στρατού το ΝΑΤΟ «Gladio/Stay Behind», ο οποίος υπήρχε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου σε ολόκληρη την Δυτική Ευρώπη και θεωρείται ότι συνδέεται με ακροδεξιές τρομοκρατικές ενέργειες σε διάφορες χώρες, ιδίως στην Ιταλία.

   

Τα μέλη της Τεχνικής Υπηρεσίας (ΤD) συνέταξαν μάλιστα μεταξύ άλλων και μια μαύρη λίστα με ονόματα υψηλά ισταμένων συνδικαλιστών και πολιτικών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD), όπως ο τότε πρόεδρός του Έριχ Όλενχαουερ, οι οποίοι σε περίπτωση πολέμου θα έπρεπε να «εκκαθαριστούν». Δεν είναι γνωστό εάν συντάχθηκε κατ΄ εντολήν των Αμερικανών ή με πρωτοβουλία των ίδιων των ακροδεξιών. Το 1952 συνελήφθησαν τα μέλη της, αλλά μετά από σύντομο διάστημα αφέθηκαν ελεύθεροι.

   

Η "πολιτική χρήση της δύναμης" από την ακροδεξιά ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Μέχρι τότε, πολλοί παλαιοί νεοναζί ήθελαν να υπονομεύσουν την νεαρή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία νόμιμα. Το κύμα επιτυχίας του ακροδεξιού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας (NPD) στα τοπικά κοινοβούλια, αρχής γενομένης το 1965, φαινόταν να επιβεβαιώνει αυτήν την επιλογή. Μετά την αποτυχία όμως των νεοναζί να μπούν στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο το 1969 ο κοινοβουλευτικός δρόμος φαινόταν αδιέξοδος. Γι αυτό και οι ακροδεξιοί κατέφυγαν στην ένοπλη δράση.

   

   

Δεκαετία του ΄70: Την προσοχή συγκεντρώνει μόνο η RAF

   

Το 1970 συνελήφθη μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος της Γερμανίας (NPD) διότι σκόπευε να ιδρύσει με Ευρωπαίους ομοϊδεάτες του ένα «Ευρωπαϊκό Μέτωπο Απελευθέρωσης», το οποίο προγραμμάτιζε την δολοφονία πολιτικών και δημοσιογράφων. Το 1971 συνελήφθη ο αρχηγός του Μπερντ Χενγκστ οποίος είχε βάλει βόμβα στα γραφεία του Γερμανικού Κομμουνιστικού κόμματος (DKP) και σχεδίαζε επιθέσεις στα κεντρικά γραφεία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD).

   

Ενώ η αριστερή τρομοκρατία της Φράξιας Κόκκινος Στρατός (RAF) και το Κίνημα της 2ης Ιουνίου συγκέντρωνε την προσοχή όλων, δημιουργούνταν στα δεξιά ανθεκτικές τρομοκρατικές οργανώσεις. Το 1978 και το 1979, η αστυνομία έκανε 33 επιδρομές και συγκέντρωσε μεγάλες ποσότητες όπλων. Το 1979 τέσσερις ακροδεξιοί καταδικάστηκαν ως τρομοκράτες για πρώτη φορά.

   

Η πιο γνωστή ακροδεξιά τρομοκρατική οργάνωση ήταν η «Wehrsportgruppe Hoffmann» (WSGH), που ιδρύθηκε από τον Χόφμαν το 1973. Οργάνωνε τακτικά παραστρατιωτικές ασκήσεις για το διεθνή Τύπο και της άρεσε να ποζάρει με αιχμηρά όπλα, κράνη και στολές μπροστά από παλιά στρατιωτικά οχήματα στα βαυαρικά δάση. Η κυβέρνηση της Βαυαρίας την ανέχτηκε πολύ καιρό. Ο τότε Χριστιανοκοινωνιστής (CSU) υπουργός Εσωτερικών Γκέρολντ Τάντλερ δικαιολόγησε την άρνησή απαγόρευσής της ως εξής: «Αν μια ομάδα τηρεί τους κανονισμούς του νόμου περί όπλων, περί προστασίας της φύσης, τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και ούτω καθεξής, δεν μπορεί να απαγορευτούν οι στρατιωτικές αθλητικές ασκήσεις». Το 1979 νεοναζί τοποθέτησαν βόμβες σε δύο αμερικανικούς πομπούς στην Γερμανία προκειμένου να εμποδίσουν την μετάδοση της αμερικανικής τηλεοπτικής σειράς "Ολοκαύτωμα".

   

   

Δεκαετία του '80: Η αιματηρή εμφάνιση της ακροδεξιάς τρομοκρατίας

   

Τον Ιανουάριο του 1980 απαγορεύτηκε από τον φιλελεύθερο (FDP) ομοσπονδιακό υπουργό Γκέρχαρντ Μπάουμ η τρομοκρατική αυτή οργάνωση. Το 1981, δασοφύλακες σκόνταψαν πάνω σε θαμμένα κιβώτια πυρομαχικών και εκρηκτικών. Η αστυνομία θεώρησε υπεύθυνους δύο μέλη του NPD, που είχαν τοποθετήσει και μια βόμβα σε μνημείο σφαγής 335 αμάχων από τα SS κοντά στη Ρώμη το 1944. Έτσι, αποκαλύφτηκαν 33 υπόγεια οπλοστάσια και καταδικάστηκαν οι δύο ένοχοι. Ο ένας εξ αυτών πέθανε στη φυλακή, ενώ ο άλλος μετά την αποφυλάκισή του έγινε θρύλος και τον προσκαλούσε σε διαλέξεις η Νεολαία του NPD.

   

Στις αρχές της δεκαετίας του '80 ξεσπά ένα πραγματικό κύμα βίας. Μόνο το 1980, τουλάχιστον 20 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στη Γερμανία από ακροδεξιούς τρομοκράτες. Αλλά σε αντίθεση με την ακροαριστερή RAF, δεν υπήρχαν κεντρικές δομές, οι δεξιόστροφοι τρομοκράτες δρούσαν σε μικρές ομάδες ή ατομικά. Επίσης, εκτός από εξαιρέσεις, υπήρξε έλλειψη περίπλοκων ιδεολογικών εγγράφων.

   

Η πιο αιματηρή επίθεση ακροδεξιών στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στο Oktoberfest του Μονάχου στις 22 Σεπτεμβρίου του 1980, αποδίδεται σε ένα πρώην μέλος της απαγορευμένης πλέον τρομοκρατικής οργάνωσης "Wehrsportgruppe Hoffmann" (WSGH). Η βόμβα του 21χρονου δράστη σκότωσε 13 άτομα, ενώ περισσότεροι από 200 άνθρωποι τραυματίστηκαν σοβαρά. Μέχρι σήμερα, παραμένει θέμα συζήτησης εάν ενήργησε πραγματικά ως μεμονωμένος δράστης. Οι έρευνες επαναλήφθηκαν το 2014 και σταμάτησαν το 2019.

   

Τον Δεκέμβριο του 1980, δολοφονήθηκαν από νεοναζί ο Εβραίος εκδότης Shlomo Lewin και ο η σύζυγός του Frida Poeschke στην πόλη Έρλανγκεν. Λίγες μέρες αργότερα, μέλος του νεοναζιστικού "Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κινήματος Γερμανίας/Εργατικό Κόμμα" (VSDB/PDA), στην προσπάθειά του να περάσει λαθραία όπλα από τα ελβετικά σύνορα, έγινε αντιληπτός και σκότωσε δύο Ελβετούς συνοριοφύλακες, ενώ ο ίδιος αυτοκτόνησε.

   

Επίσης, από το 1980, ενεργοποιήθηκαν οι λεγόμενες «γερμανικές ομάδες δράσης» του παλαιού ναζί δικηγόρου Μάνφρεντ Ρέντερ. Μετά από χρόνια δραστηριοποίησης στην «Πρωτοβουλία Γερμανών Πολιτών», που συσπείρωσε μια μαχητική ομάδα φανατικών ακροδεξιών ακτιβιστών ο Ρέντερ θα δήλωνε: «Μετά από οκτώ χρόνια δράσης, ο νόμιμος τρόπος εξαντλήθηκε. Η μάχη πρέπει τώρα να συνεχιστεί με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα σε ένα άλλο επίπεδο, γιατί δεν μπορούμε να μένουμε άπραγοι όταν η Γερμανία καταστρέφεται». Ακολούθησαν βομβιστικές επιθέσεις και εμπρησμοί στο Αμβούργο όπου σκοτώθηκαν δύο νέοι Βιετναμέζοι πρόσφυγες. Ο Ρέντερ καταδικάστηκε σε φυλάκιση 13 ετών για την ίδρυση τρομοκρατικής ομάδας, αλλά αφέθηκε ελεύθερος μετά από οκτώ χρόνια.

   

Το 1982, μια μυστική νεοναζιστική κυψέλη, η ομάδα "Hepp/Kexel", λήστεψε πέντε τράπεζες και πήρε 630.000 γερμανικά μάρκα. Σχεδίαζαν να απελευθερώσουν τον Ρούντολφ Ες από τη φυλακή των εγκληματιών πολέμου στο Σπάνταου του Βερολίνου. Μετά από μια διαμάχη, το σχέδιο εγκαταλείφθηκε. Αντ΄ αυτού, η ομάδα δημοσίευσε ένα κείμενο με τίτλο «Αποχαιρετισμός στον χιτλερισμό», με το οποίο καλούσε σε «αντι-ιμπεριαλιστικό απελευθερωτικό αγώνα» κατά των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Επακολούθησαν τρεις βομβιστικές επιθέσεις σε αυτοκίνητα αμερικανικού στρατιωτικού προσωπικού στη Φρανκφούρτη. Οι δραστηριότητές τους ήταν το αποκορύφωμα της γερμανικής ακροδεξιάς τρομοκρατίας, καθώς έδρασαν εμφανώς επαγγελματικά, προγραμματισμένα και συνωμοτικά.

   

   

Δεκαετία του ΄90: Η ακροδεξιά τρομοκρατία εξασθενεί λόγω της "τρομοκρατίας του δρόμου"

   

Μετά την κατάρρευση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ) και την επανένωση των Γερμανιών ξεκίνησε, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μια άνευ προηγουμένου ακροδεξιά βία. Σε διάφορες ανατολικογερμανικές πόλεις και αλλού υπήρξαν ταραχές με χαρακτηριστικά πογκρόμ, συχνά κατά των αιτούντων άσυλο προσφύγων. Οι περισσότερες από αυτές τις πράξεις ήταν αυθόρμητες επιθέσεις, όπως εκείνες από ομάδες σκίνχεντ. Αυτός ο κραυγαλέος "τρόμος του δρόμου" έβγαλε από το οπτικό πεδίο την ακροδεξιά τρομοκρατία, αλλά σιωπηλά φούσκωνε μπροστά μας.

   

Το 1997, η αστυνομία βρήκε μία βόμβα των νεοναζί του Βερολίνου, με την οποία ήθελε να σκοτώσουν έναν νέο αριστερό πολιτικό. Αρκετές βομβιστικές επιθέσεις από εκείνα τα χρόνια δεν έχουν εξιχνιαστεί: Δύο φορές το 1998 έγινε στόχος ο τάφος του επί μακρόν προέδρου του Κεντρικού Συμβουλίου των Εβραίων της Γερμανίας στο Βερολίνο. Τον Μάρτιο του 1999 έγινε επίθεση στην περιοδεύουσα έκθεση για τα εγκλήματα της Βέρμαχτ στην πόλη Ζααρμπρίκεν. 

   

   

Πρώτη δεκαετία του 2000: "Ολική αποτυχία του κράτους" 

   

Τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2000, βρέθηκαν σε σπίτια ακροδεξιών στο Βερολίνο και στο νότιο Βρανδεμβούργο μια βόμβα και ένα πιστόλι με σκοπευτικό τηλεσκόπιο και σιγαστήρα. Επίσης, στο Βρανδεμβούργο, το αυτοαποκαλούμενο «Εθνικό Κίνημα» διέπραξε το 2000 και το 2001 μια σειρά εγκλημάτων: Αρκετά τουρκικά κινητά οχήματα πρόχειρου φαγητού πυρπολήθηκαν, ενώ δέχθηκαν επίθεση το εβραϊκό νεκροταφείο και ένας κοιτώνας για Εβραίους μετανάστες στο Πότσνταμ. Οι δράστες δεν βρέθηκαν ποτέ. Τον Μάρτιο του 2002, άγνωστοι έριξαν μια βόμβα στο εβραϊκό νεκροταφείο στο Βερολίνου. Τον Νοέμβριο του 2003, ο τότε 27χρονος Μάρτιν Βίζε με κάποια συνεργούς του νεοναζί σχεδίαζαν επίθεση κατά την θεμελίωση της νέας συναγωγής στο Μόναχο. 

   

Εκείνη την εποχή, οι παράνομοι Εθνικοσοσιαλιστές είχαν ήδη διαπράξει δέκα δολοφονίες και είχαν τραυματίσει δεκάδες σε βομβιστικές επιθέσεις και ληστείες τραπεζών. Οι αρχές ασφαλείας δεν βρήκαν τα ίχνη τους μετά από 13 χρόνια ερευνών και η κοινοβουλευτική Επιτροπή της Ομοσπονδιακής Βουλής/Bundestag (NSU) για την διερεύνηση των παράνομων Εθνικοσοσιαλιστών έκανε λόγο για «ολική αποτυχία του κράτους». Μια από τις κύριες αιτίες ήταν το γεγονός ότι οι ερευνητές αγνόησαν τις ιδιαιτερότητες της ακροδεξιάς τρομοκρατίας. Έτσι, επειδή δεν υπήρχαν επιστολές ανάληψης ευθύνης, αναζητούσαν μόνο ρατσιστές δράστες και επικεντρώνονταν σε υποτιθέμενες διασυνδέσεις των θυμάτων με μαφιόζους. «Οι συνθήκες των δολοφονιών είναι εντελώς ασυνήθιστες για τρομοκράτες», δήλωσε ο τότε Χριστιανοκοινωνιστής υπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας Χανς Πέτερ Φρίντριχ (CSU). Αυτό είναι όμως λάθος: η μη ανάληψη ευθύνης ήταν και είναι κοινή στρατηγική των ακροδεξιών τρομοκρατών. Όπως όταν οι Ιταλοί νεο-φασίστες το 1980 σκότωσαν 85 ανθρώπους στην επίθεση στο σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνια και δεν υπήρξε επιστολή ανάληψης ευθύνης, όπως δεν υπήρχε στη Γερμανία για τις πράξεις της παραστρατιωτικής ομάδας Hoffmann και για την τρομοκρατική επίθεση στο Oktoberfest, όπως δεν υπήρξε και μετά την δολοφονία του Εβραίου εκδότη και της συζύγου του.

   

Η οργάνωση "Combat 18", η οποία δραστηριοποιείτο κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Σκανδιναβία τη δεκαετία του 1990, ο βίαιος βραχίονας του ναζιστικού δικτύου «Αίμα και Τιμή», συνιστά ρητά την μυστικότητα. Ο ύποπτος, ο οποίος κρατείται τώρα για την υπόθεση Λίμπκε, φέρεται να είχε επαφές με μέλη της. Σε ένα εγχειρίδιο του δικτύου «Αίμα και Τιμή» εξαίρεται μεταξύ άλλων ο Σουηδός John Αυsonius, o οποίος το 1991 και το 1992 σκότωσε στην Στοκχόλμη και την Ουψάλα έντεκα "μη-λευκούς" ανθρώπους χρησιμοποιώντας ένα τουφέκι ελεύθερου σκοπευτή με δείκτη λέιζερ, και γι 'αυτό βαφτίστηκε.από τα ΜΜΕ "Laser Man". Ο Ausonius δεν έστειλε επιστολές με τις οποίες να αναλαμβάνει την ευθύνη. Αυτές οι πράξεις των ξένων ακροδεξιών τρομοκρατών είναι μερικές φορές κάτι σαν ένα «σχέδιο στρατηγικής», όπως διαπιστώνει η πρώτη κοινοβουλευτική επιτροπή διερεύνησης των παράνομων Εθνικοσοσιαλιστών (NSU) και η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία για την Προστασία του Συντάγματος (Verfassungsschutz). Η αστυνομία παρέλειψε για χρόνια να το αναλύσει σωστά.

   

Οι αρχές ασφαλείας αγνόησαν και μια δεύτερη ιδιαιτερότητα της ακροδεξιάς τρομοκρατίας, γνωστής από τη δεκαετία του '70: τη συχνή δράση από μεμονωμένα άτομα ή σε μικρές ομάδες. Αυτή η στρατηγική προπαγανδίζεται ως "αντίσταση χωρίς ηγέτη" στη ακροδεξιά πολιτική σκηνή. Φυσικά, οι αρχές γνώριζαν τέτοιες έννοιες, αλλά δεν έβγαλαν τα σωστά συμπεράσματα από αυτές. Ήταν «τυφλωμένοι στο δεξιό μάτι», αποφάνθηκε η επιτροπή NSU το 2013. Στην τελική έκθεσή της καταγράφει σε δεκάδες σελίδες, πόσο λανθασμένη αντίληψη για την ακροδεξιά τρομοκρατία είχαν οι υψηλά ιστάμενοι των Αρχών. Γινόταν συνεχώς λόγος για μια φαιά RAF και αναζητούσαν μεγάλες δομές και κέντρα υποστήριξης, κάτι που δεν συνηθίζεται από την Ακροδεξιά. «Σε όλα τα επίπεδα, προκαταλήψεις και βαθιά ριζωμένοι τρόποι σκέψης εμπόδισαν την αναγνώριση των νεοναζιστικών τρομοκρατικών απειλών», ήταν το συντριπτικό συμπέρασμα των βουλευτών.

   

   

Δεκαετία 2010: Νέα κύματα βίας κατά των προσφύγων 

   

Το σοκ της αποτυχίας αυτής έγινε αισθητό και από τμήματα των υπηρεσιών ασφαλείας. Όταν από το 2015, στον απόηχο της αύξησης του αριθμού των προσφύγων, δημιουργήθηκε ένα νέο κύμα ακροδεξιάς βίας, η Αστυνομία και η Δικαιοσύνη έδωσαν μεγαλύτερη προσοχή. Προσπάθησαν, με περιορισμένη όμως επιτυχία, να εξιχνιάσουν τις εκατοντάδες επιθέσεις εναντίον προσφύγων.

   

Το έργο των ερευνητών δυσκόλεψε το γεγονός ότι ήταν συχνά αντιμέτωποι με έναν νέο τύπο δράστη: Άτομα που δεν ήταν προηγουμένως δραστήρια σε ακροδεξιές δομές, αλλά υποκινούμενα από τις λυσσαλέες διαμαρτυρίες στα χωριά και τις πόλεις τους, πίστεψαν πως πρέπει να τα υπερασπιστούν κατά των ξένων Αυτοί οι δράστες θα μπορούσαν να περιγραφούν ως "τρομοκράτες της γειτονιάς", όπως συνέβη με έναν πυροσβέστη στην Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία. Σε πολλά σημεία της χώρας σχηματίστηκαν οργανωμένες ομάδες, οι οποίες αντιστοιχούσαν στην κλασσική εικόνα της τρομοκρατίας. Επίσης, οι "Αυτόνομοι Εθνικιστές", ένα ιδιαίτερα μαχητικό τμήμα των νεοναζί, ακολούθησαν πρακτικές της κλασσικής τρομοκρατίας. Έτσι, το 2013, συνελήφθησαν τέσσερις νεαροί, οι οποίοι σύμφωνα με τους διενεργούντες τις έρευνες, είχαν προγραμματίσει να ρίξουν με ένα τηλεκατευθυνόμενο αεροπλάνο 2,86 κιλά εκρηκτικών σε εκδηλώσεις πολιτικών αντιπάλων.

   

Κάτι άλλο είναι νέο στη δεκαετία του 2010 είναι και το εξής: Κατά τις συζητήσεις για τους πρόσφυγες, η δημόσια συζήτηση πολιτικοποιήθηκε. Το ακροδεξιό κόμμα "Εναλλακτική για την Γερμανία" γνώρισε ανοδική πορεία, ριζοσπαστικοποιήθηκε, μπήκε σε όλα τα τοπικά κοινοβούλια των κρατών και τελικά και στην Ομοσπονδιακή Βουλή/Bundestag. Στα κοινωνικά δίκτυα ή στις διαδηλώσεις της αντι-ισλαμικής Pegida, διαδίδονται εν μέρει εντελώς αχαλίνωτες φαντασιώσεις βίας. Ακροδεξιοί εγκληματίες και τρομοκράτες μπορούν εν τω μεταξύ να αισθάνονται πολύ περισσότερο από ποτέ άλλοτε στην ιστορία της μεταπολεμικής Γερμανίας ως εκφραστές της βούλησης του λαού και ως εκπρόσωποι μια υποτιθέμενης πλειοψηφίας. 

   

Η πρόσφατη δολοφονία αποτελεί μια νέα ποιοτική εξέλιξη. Εάν επιβεβαιωθεί η υποψία εναντίον του συλληφθέντος 48χρονου ακροδεξιού από το Κάσελ κατά του διοικητικού επικεφαλής της τοπικής κυβέρνησης Βάλτερ Λίμπκε, του οποίου αναζητήθηκε η οικία όπου και τον πυροβόλησε, τότε η πράξη αυτή δεν κατατάσσεται στο μέχρι πρότινος φάσμα των δράσεων της γερμανικής ακροδεξιάς τρομοκρατίας. Προστίθεται όμως στην αδιάκοπη συνέχεια της παράδοσής της».

   

ΑΠΕ-ΜΠΕ, Α. Πολυχρονάκης

 


 

 

 

Σχετικά άρθρα
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×