op
×

Ο αδύνατος αθεϊσμός και η σκέψη του Ζαν Μπορελλά – Paul Ducay

Διαβάστηκε
Ο αδύνατος αθεϊσμός και η σκέψη του Ζαν Μπορελλά – Paul Ducay

του Αλέξανδρου Μπριασούλη

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια το ζήτημα και η όλη ρητορική του αθεϊσμού έχουν επιστρέψει στην επικαιρότητα με μεγάλη δριμύτητα. Απανωτές δημοσιεύσεις και εκδόσεις βιβλίων κάθε είδους έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο μια πολεμική που κανείς, μερικά χρόνια πριν, και με τον ρόλο της θρησκείας συνεχώς να μειώνεται και να χάνει σε αξιοπιστία στην δυτική κοινωνία, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα κατάφερνε να εξάψει με τέτοιο τρόπο τα πνεύματα.

Αν και μια τέτοια πολεμική εντυπωσιάζει ίσως τους νεότερους σε ηλικία, δημιουργώντας τους την ψευδαίσθηση ότι και η δικιά τους εποχή παίζει τον δικό της, πρωταγωνιστικό ρόλο στην ηρωική εποποιία της ανθρώπινης προόδου, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η ανάσυρση ζητημάτων που έχουν μείνει ουσιαστικά στάσιμα από τα μέσα του 19ου αιώνα δεν αντανακλά μια ζωντανή αντιπαράθεση ιδεών, αλλά μάλλον την έλλειψή της.

Με το να επιστρατεύεται μια μπαγιάτικη εκδοχή του φανατικού θετικισμού του προπερασμένου αιώνα συντηρείται στο δημόσιο λόγο μια καρικατούρα εγελιανής τελεολογίας της ιστορίας, η αίσθηση δηλαδή ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι το αποτέλεσμα μιας μάχης μεταξύ του ευγενούς ορθολογισμού και του ανορθολογικού, συναισθηματικού στοιχείου του σκοτεινού ανθρώπινου ψυχισμού.

Γι’αυτό λοιπόν, κι όπως ήταν αναμενόμενο, η αθεϊστική ρητορική ρίχνει το βάρος της επιχειρηματολογίας της στην προώθηση των νεότερων και πιο θεαματικών επιστημονικών ανακαλύψεων, θεωρώντας ότι το φως της γνώσης αρκεί για να διαλύσει τα σκότη της ανορθολογικής πίστης και της προκατάληψης. Άσχετα με το αν και κατά πόσον μια καθαρά υλιστική και ποσοτική επιχειρηματολογία είναι κατάλληλη ή συμβατή με ένα μεταφυσικό ερώτημα (η απέραντη φιλολογία γύρω από την ύπαρξη του Θεού, θέμα το οποίο απαιτεί ειδική μεταχείριση), αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι η εμμονή στη μυθολογία του Διαφωτισμού φανερώνει πρώτα απ’ όλα τις προκαταλήψεις και τις παρωπίδες της ίδιας της νεωτερικής εποχής.

Η πρώτη απ’αυτές είναι η έπαρση με την οποία ο σύγχρονος άνθρωπος έχει τοποθετήσει τον εαυτό του στην πυραμίδα της εξέλιξης, εξαιτίας, κυρίως, του θάρρους του να αμφισβητήσει τα μεταφυσικά δόγματα των οργανωμένων θρησκειών. Αυτό όμως που ο νεωτερικός άνθρωπος θεωρεί δικιά του αποκλειστικότητα, την κριτική σκέψη, δεν είναι παρά χαρακτηριστικό του ανθρώπινου πνεύματος κοινό σε όλες τις εποχές.

Αξίζει να αναφέρουμε, έστω και εν συντομία, ως παράδειγμα την περίφημη επιστολή του Πορφύριου στον Ιάμβλιχο[1], που γράφτηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ. και στην οποία ο πρώην μαθητής του Πλωτίνου ασκεί μια λεπτομερή και κατεδαφιστική κριτική στις θρησκευτικές δοξασίες της εποχής, κριτική που δομείται πάνω σε μια ορθολογική σύγκριση εμπειρικών δεδομένων και δογματικών πιστεύω.

Το δεύτερο αρνητικό της στενόμυαλης ποζιτιβιστικής ιδεολογίας είναι ότι, μεταχειριζόμενη τη θρησκεία ως «σκιάχτρο» και απλή αυταπάτη, στερείται της δυνατότητας μιας ουσιαστικής κατανόησης του φαινομένου εκείνου που ισχυρίζεται ότι θέλει να απομυθοποιήσει. Κι αυτή η ηθελημένη άγνοια είναι σήμερα ασυγχώρητη γιατί, αν μη τι άλλο, προδίδει μια ελάχιστα επιστημονική νοοτροπία.

Οι φανατικοί πολέμιοι της θρησκείας δείχνουν να αγνοούν ότι ο 20ός αιώνας, εκτός από το ότι διέψευσε με τραγικό τρόπο πολλές υποσχέσεις της τεχνολογικής ουτοπίας, έχει να παρουσιάσει πλούσιο έργο σε ό,τι αφορά την κατανόηση της λειτουργίας της θρησκείας στον ανθρώπινο πολιτισμό. Οι εθνολογικές έρευνες του Levi-Strauss και του Mauss, οι μελέτες του Doumezil, του Jung, του Eliade, αλλά και η κοινωνιολογία του Durkheim απεκάλυψαν ότι ο θρησκευτικός μύθος δεν είναι μια απλή φαντασιοκοπία, αλλά ένα κλειστό πολιτισμικό σύστημα που διαθέτει τη δική του, αυστηρά λογική συνέπεια και επιτελεί μια θεμελιώδη και πολύ συγκεκριμένη υπερβατική λειτουργία στο κοινωνικό σύνολο, τόσο θεμελιώδη ώστε να θεωρείται σύμφυτη με τον ίδιο τον πολιτισμό.

Το ότι σε κάποια δεδομένη στιγμή η θρησκευτική αυτή θεώρηση του κόσμου εγκαταλείφθηκε δεν οφείλεται σε κάποια εντυπωσιακή επιστημονική ανακάλυψη που προκάλεσε την αλλαγή παραδείγματος. Μάλλον συνέβη το αντίθετο· ήταν η αλλαγή μεταφυσικού παραδείγματος που προκάλεσε τη χιονοστιβάδα επιστημονικών ανακαλύψεων.

Είναι πάντα μια θεμελιώδης μεταφυσική (ή αντιμεταφυσική) ερμηνεία του κόσμου που στρέφει την ανθρώπινη δραστηριότητα σε συγκεκριμένη κατεύθυνση. Και αυτό ακριβώς είναι που ενώνει την νεωτερική εποχή με τις παλαιότερες, παραδοσιακές κοινωνίες. Αν οι σύγχρονοι οπαδοί του ορθολογισμού επιτίθονται με τέτοιο πάθος στη θρησκεία είναι γιατί και αυτοί με τη σειρά τους κινητοποιούνται από κάποιους μύθους. Απλά σήμερα αυτοί οι μύθοι αποκαλούνται «αξίες».

Καύσιμο της νεώτερης ιστορίας είναι η πίστη σε έννοιες, οι οποίες είναι κι αυτές κατασκευασμένες, αποτελέσματα δηλ. του ανθρώπινου πνεύματος και εκφάνσεις της επιθυμίας του. Το γεγονός όμως ότι πουθενά στο φυσικό σύμπαν δεν συναντάται «ελευθερία» ή «ισότητα» δεν εμποδίζει τους συγχρόνους μας να τις θεωρούν ως πεμπτουσία και απόλυτο ζητούμενο της ύπαρξής τους.

H ίδια η θέση που η μοντέρνα εποχή έχει αποδώσει στη θρησκεία και στις παραδοσιακές κοινωνικές δομές αποδεικνύει το πόσο στενή παραμένει η σχέση του μοντέρνου φαντασιακού με τη χριστιανική «μυθολογία». H θέση περί της διαβρωτικής επίδρασης της καταπιεστικής θρησκείας στην ανθρώπινη αθωότητα δεν έχει καμία αποδεδειγμένη ιστορική βάση, αλλά είναι μια ανεστραμμένη εικόνα του μύθου του απολεσθέντος παραδείσου, όπου η θρησκεία έχει τον ρόλο του διαφθορέα Σατανά, ο Εωσφόρος εκείνο του καλοκάγαθου Θεού και ο υλικός κόσμος των απολαύσεων αποτελεί τον αληθινό παράδεισο του ανθρώπου. Όσο η δυτική συνείδηση θα αρνείται να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο την χαμένη κληρονομιά της και να στρέψει τα απομυθοποιητικά της όπλα ενάντια στις δικές της προκαταλήψεις, τόσο θα είναι καταδικασμένη να καθυστερεί την πολυπόθητη επιστροφή.

~

Στο βιβλίο του Η Κρίση του Θρησκευτικού Συμβολισμού, ο Ζαν Μπορελλά[2] επεκτείνει και εφαρμόζει την ανάλυση που είχε ξεκινήσει στην Ιστορία και Θεωρία του Συμβόλου στην επεξεργασία μιας γενεαλογίας της μοντέρνας σκέψης, από τις απαρχές της επιστημονικής σκέψης στην Αναγέννηση μέχρι τον στρουκτουραλισμό. Αυτή η σκέψη χαρακτηρίζεται από αυτό που αποκαλούμε εκκοσμίκευση, την οποία ο Μπορελλά ερμηνεύει από την οπτική γωνία του συμβόλου: η έξωση της θρησκευτικής ζωής από τη δυτική πολιτεία αντιστοιχεί στην αποκαθήλωση της συμβολικής σκέψης, η οποία, σε μια παραδοσιακή κοινωνία, έπλαθε τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούσε ο άνθρωπος. Έναν κόσμο που ο Μπορελλά αποκαλεί «μυθόκοσμο».

Για τους περισσότερους συγχρόνους μας, το σύμβολο είναι κάτι που αυτονόητα παραπέμπει σε κάτι φανταστικό. Σήμερα η λέξη σύμβολο χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει μία μη πραγματική οντότητα. Η δουλειά του Μπορελλά μας δείχνει ότι όχι μόνο αυτό δεν είναι κάτι το αυτονόητο, αλλά και ότι αυτή η πεποίθηση είναι ιστορικά λανθασμένη. Κατά τη διάρκεια όλης της ιστορίας της ανθρωπότητας, από τους Πατέρες της Εκκλησίας μέχρι τον Γκαίτε και τον Σέλλινγκ, το σύμβολο αντιστοιχούσε σε μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα και βρισκόταν στο επίκεντρο μιας ιερής ερμηνευτικής, η οποία θεωρούσε το ορατό ως σημείο μιας ανώτερης και αόρατης πραγματικότητας.

Από την παροντοποιήση στην αναπαράσταση

Το σύμβολο αποτελείται από δύο συστατικά μέρη: ένα αισθητό και ένα υπεραισθητό, μεταφυσικό. Δίχως το πρώτο δεν θα μπορούσε να αποτελεί σημείο εκείνης της ανώτερης πραγματικότητας που συμβολίζει. Δίχως το δεύτερο θα έπαυε να είναι σημείο συμβολικό, γιατί πολύ απλά δεν θα σήμαινε τίποτα. Το νερό της βάπτισης δεν είναι σύμβολο παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει καταρχάς η υγρή ουσία «νερό», που είναι το σημαίνον, κατόπιν η ιδέα του νερού ως πρωταρχικού στοιχείου, που είναι το σημαινόμενο, και τέλος η αναγέννηση της ψυχής, που είναι και το ειδικό αναφερόμενο.

Αυτοί οι τρεις όροι αποτελούν το «σημασιολογικό τρίγωνο», η ενότητα του οποίου εξασφαλίζεται από έναν τέταρτο όρο, το μεταφυσικό αναφερόμενο, που στην περίπτωσή μας είναι η συμπαντική Δυνατότητα (τρόπος έκφανσης της οποίας αποτελεί και η αναγέννηση της ψυχής). Συνεπώς, «κάθε σύμβολο λειτουργεί μέσω της παροντοποιήσης, δηλαδή μέσω μιας κατ’ αναλογία συμμετοχής στις πραγματικότητες που αυτό συμβολίζει».

Η αισθητή φύση του συμβόλου εξαρτάται από μια οντολογία της αναφοράς, δηλαδή από ένα ενιαίο δογματικό σύστημα περί της φύσης του όντος. Με την επιστημονική επανάσταση που εγκαινιάζει η σκέψη του Γαλιλαίου ο κόσμος και τα όντα υποβιβάζονται στην καθαρά υλική και ποσοτική τους διάσταση και δεν μπορούν έτσι να αποτελέσουν σημεία που να εκφράζουν μια πραγματικότητα πέρα από αυτά τα ίδια.

Εγκλωβίζοντας τα πράγματα σε μιά καθαρά χωρική διάσταση (έκφανση της οποίας είναι ο χρόνος), η μηχανιστική φυσική κατέστρεψε την αναφορική οντολογία ενός κόσμου ανοιχτού στο πνευματικό και, αντιστοίχως, επέβαλλε την ιδέα ενός πνεύματος που αρνείται να ενσαρκωθεί στον κόσμο και να πάρει υλική μορφή. Έτσι το σύμβολο έχασε την πιο ουσιαστική του διάσταση, τη σχέση του με το μεταφυσικό αναφερόμενο.

Για τον μοντέρνο άνθρωπο, το σύμβολο δεν μπορεί πλέον να καθιστά παρόν το ανώτερο στο κατώτερο, αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, να υποδεικνύει κάτι το απών, κάτι που ο άνθρωπος δεν μπορεί πλέον να συλλάβει με άμεσο τρόπο. Το σύμβολο δεν δύναται να παροντοποιεί πλέον το θείο, αλλά μόνο να το αντιπροσωπεύει, να το υποδεικνύει έξωθεν σε μεμονωμένα υποκείμενα. Η πράξη της νοηματοδότησης δεν είναι πλέον αντικειμενική, αλλά διυποκειμενική.

Η υπονόμευση του νοήματος από τον Φόιερμπαχ

Από τη στιγμή που το σύμβολο ακρωτηριάζεται από το πεδίο αναφοράς του χάνει αυτόματα και τον λόγο ύπαρξής του, μετατρεπόμενο σε απλό σημείο. Αυτό το σημείο η φιλοσοφία του Φόιερμπαχ προσπάθησε να το εγκλωβίσει σ’ένα καθαρά ιστορικό και εκκοσμικευμένο προτσές.

Το κέντρο βάρους του συμβόλου δεν είναι πλέον το αντικειμενικό αναφερόμενο, που εξαφανίστηκε μέσα στην μοντέρνα σύγχυση, αλλά το υποκειμενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο το σύμβολο γεννήθηκε και ερμηνεύτηκε. Δεν είναι πλέον ο Θεός ή μια άλλη, ανώτερη πραγματικότητα που βλέπουμε μέσα στο σύμβολο, αλλά εμάς τους ίδιους, τις προβολές του πνεύματός μας.

Στο έργο του Η Ουσία του Χριστιανισμού (1841), ο Φόιερμπαχ επεξεργάζεται μια αντιστροφή (Umkehren) των θρησκευτικών αρχών, «ερμηνεύοντας ως σκοπό αυτό που η θρησκεία παρουσιάζει ως μέσο, προκειμένου έτσι να εκκενώσει την μη ανθρώπινη (θεολογική) ουσία της θρησκείας για χάρη της ανθρωπολογικής». Η άποψη του Φόιερμπαχ ότι η θρησκεία είναι ένα καθαρά ανθρώπινο κατασκεύασμα έγινε έκτοτε βασική θέση της αθεϊστικής επιχειρηματολογίας.

Η κατάργηση της συμβολικής αναλογίας από τις φυσικές επιστήμες άνοιξε το δρόμο για την υπονόμευση του νοήματος από τη νέα «φιλοσοφία», στην οποία ο Φόιερμπαχ προσέφερε το «γενετικο-κριτικό» πρότυπο. Το ζήτημα δεν είναι πλέον να εντοπίσουμε τα λάθη της θρησκείας, αλλά να καταγγείλουμε το γεγονός ότι ολόκληρη η θρησκεία είναι μια αυταπάτη.

Το συμβολικό περιεχόμενο της θρησκείας πρέπει να γίνεται κατανοητό, σύμφωνα με τον Φόιερμπαχ, ως προϊόν της ανθρώπινης διάνοιας, το οποίο ο άνθρωπος προβάλλει εξωτερικά ως ένα ιδεώδες που έχει τη ρίζα του στην αγάπη του ανθρώπου για τον άνθρωπο, στη «ειδητική ουσία» του. Ο άνθρωπος τοποθετεί έξω από τον εαυτό του τα ίδια του τα χαρακτηριστικά και τα προϊόντα της νόησής του, τα οποία κατόπιν προσλαμβάνει ως ανεξάρτητα, καθαυτά αντικείμενα. Ο άνθρωπος υποστασιοποιεί έτσι την ίδια την ουσία του και τη λατρεύει δίνοντάς της θρησκευτική μορφή.

Με αυτή τη συλλογιστική υπονομεύεται η έννοια του υπερφυσικού που είναι σύμφυτη της θρησκείας. Ο Φόιερμπαχ εξανθρωπίζει το εγελιανό Πνεύμα ταυτίζοντάς το με το ανθρώπινο είδος. Αυτή η ανθρωποποίηση βασίζεται σε έναν διπλό υποβιβασμό: καταρχάς υποβιβάζεται το υποκείμενο «Θεός» στα κατηγορήματά του (καλοσύνη, ελεημοσύνη, παντοδυναμία κτλ.) – δίχως τα οποία ο Θεός δεν θα ήταν Θεός – και κατόπιν τα κατηγορήματα αυτά υποβιβάζονται με τη σειρά τους από θεϊκά σε καθαρά ανθρώπινα χαρακτηριστικά.

Αυτό που ο άνθρωπος λατρεύει στον Θεό είναι μόνο αυτό που ομοιάζει στον ίδιο, εκφράζοντας έτσι την αγάπη για το ίδιο του το είδος. Ο άνθρωπος, ισχυρίζεται ο  Φόιερμπαχ, δεν θα μπορούσε να λατρεύσει έναν εντελώς απ-άνθρωπο Θεό και γι’αυτόν ακριβώς το λόγο θα πρέπει η θεότητα να μοιράζεται κάποια κοινά χαρακτηριστικά με τον άνθρωπο προκειμένου να εγκαθιδρυθεί μια λατρεία. Τα υποτιθέμενα σύμβολα της θρησκείας είναι για τον άθεο απλές αναπαραστάσεις των φυσικών καθορισμών του ανθρώπου. Αν αναγάγουμε τις θρησκευτικές ιδέες στην πραγματική τους αιτία, τότε φανερώνεται αμέσως ο κενός και μάταιος χαρακτήρας τους.

Οι αντιφάσεις του αθεϊσμού

Η θρησκεία δεν θα ήταν λοιπόν τίποτε περισσότερο από μια στρεβλή απάντηση σε μια ανθρώπινη ανάγκη, μια ανάγκη παρηγοριάς όπως θα έλεγε αργότερα ο Φρόυντ. Για να είναι όμως πειστική αυτή η επιχειρηματολογία, θα πρέπει να μελετήσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος συγχέει τις ανάγκες με αυτόνομα αντικείμενα. Θα πρέπει να επιστρέψουμε δηλαδή στο πρόβλημα της αναπαράστασης. Σε αυτό όμως το σημείο, μας λέει ο Μπορελλά, στηριζόμενος και στην δουλειά του Frithjof Schuon[3], η αθεϊστική επιχειρηματολογία συναντά ανυπέρβλητα εμπόδια. 

Το πρώτο απ’αυτά είναι ερμηνευτικό. «Εκκινώντας από τη θέση ότι η θρησκεία είναι απλά μια αυταπάτη καθιστούμε αδύνατη οποιαδήποτε προσπάθεια πραγματικής ερμηνείας του θρησκευτικού φαινομένου και άρα οποιαδήποτε επιστημονική γνώση. Κι αυτό γιατί η ανάλυσή μας ξεκινά αρνούμενη την πιο σημαντική θέση της διδασκαλίας που υποτίθεται ότι εξετάζει, καταγγέλλοντάς την ως ψευδαίσθηση».

Το αθεϊστικό «στοίχημα» του Φόιερμπαχ και όλων των επιγόνων του είναι κατ’ουσίαν ανέντιμο, γιατί χαρακτηρίζεται από πλήρη έλλειψη προσοχής σε ό,τι πιο ουσιαστικό έχει να πει η θρησκεία για τον εαυτό της. Ο αθεϊσμός είναι μια εξω-ερμηνευτική συλλογιστική που ορίζει έξωθεν και εκ των προτέρων το νόημα της κριτικής του, αρνούμενος a priori στο αντικείμενο της έρευνάς του οποιαδήποτε θετικό νόημα.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι μεθοδολογικό και αφορά την ανάπτυξη αυτής της κριτικής. Το σφάλμα που θέλησαν να διορθώσουν ο Καντ στην επιστημολογία, ο Φόιερμπαχ στην ανθρωπολογία, ο Μαρξ στην οικονομία ή ο Φρόυντ στην ψυχανάλυση, είναι, μας βεβαιώνουν, σύμφυτο με την ανθρώπινη νόηση. Δεν πρόκειται δηλαδή για κάποιο εμπειρικό λάθος που οφείλεται στην άγνοιά μας σε σχέση με την εξωτερική πραγματικότητα. Αν ήταν έτσι, τότε το σφάλμα της θρησκείας θα ήταν συντυχειακής και όχι ουσιαστικής φύσης.

Οι αθεϊστές φιλόσοφοι όμως μας βεβαιώνουν ότι πρόκειται για μια «εσωτερική ψευδαίσθηση», εξαιτίας της οποίας ο άνθρωπος συγχέει τις εσωτερικές παραστάσεις του με εξωτερικά αντικείμενα. Το πρόβλημα όμως είναι ότι μπορούμε να αποκτήσουμε συνείδηση μιας ψευδαίσθησης μόνον όταν αποκτούμε πρόσβαση σε ένα ανώτερο επίπεδο πραγματικότητας και όχι διά μέσου μιας απλής διαφοροποίησης στο εσωτερικό της ίδιας μας της συνείδησης.

Μόνο γνωρίζοντας μια ανώτερη πραγματικότητα (πχ τους νόμους της οπτικής διάθλασης) μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τον ψευδαισθησιακό χαρακτήρα μιας κατώτερης πραγματικότητας (το «στραβό» μπαστούνι μέσα στο νερό). Μια ερμηνεία που βασίζεται στην έννοια της ψευδαίσθησης προϋποθέτει αναγκαστικά την αποδοχή της ύπαρξης ανώτερων βαθμίδων πραγματικότητας, κάτι που όμως αρνούνται οι μοντέρνοι φιλόσοφοι, μιας και αποτελούσε  το θεμέλιο της αρχιτεκτονικής του θρησκευτικού συμβολισμού!

Θα έπρεπε επίσης να τεθεί το ερώτημα, χάρη σε ποιό ακριβώς θαύμα ένας Φόιερμπαχ ή ένας Φρόυντ μπόρεσαν να αποκτήσουν συνείδηση αυτής της αυταπάτης εφόσον αυτή είναι εσωτερική και σύμφυτη με την ανθρώπινη νόηση: η αποκάλυψη αυτής της αυταπάτης αντιφάσκει με την υποστηριζόμενη θέση περί αυταπάτης!

Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κάποιος ότι είναι οι εξωτερικές συνθήκες μιας εποχής (πχ οι οικονομικές, θα έλεγε ο Μαρξ) που συντελούν στην αφύπνιση. Τότε όμως προκύπτει ένα άλλο πρόβλημα σχετικά με την «πολιτισμική» αυτή ερμηνεία: αν, όπως ισχυρίζεται ο Φόιερμπαχ, μια δογματική διδασκαλία δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα απλό παράγωγο της εποχής της και των ιστορικών συνθηκών που δεν διαθέτει κανένα σταθερό, υπερβατικό αναφερόμενο που να εγγυάται την καθολική του εγκυρότητα, τότε ποιός μας λέει ότι και η θεωρία του ίδιου του Φόιερμπαχ δεν είναι κι αυτή μια αυταπάτη ή απλά λανθασμένη;

Αν δεν υπάρχει μια ενιαία αρχή πραγματικότητας που να υπερβαίνει όλες τις πολιτισμικές σταθερές και τους φυσικούς καθορισμούς, τότε η αλήθεια ξεπέφτει στο επίπεδο της απλής κοινωνικής σύμβασης. Θα μπορούσε λοιπόν κάτι να αληθεύει πχ στην Γαλλία και όχι στην Ισπανία; Η αξίωση κάθε θεωρίας στην αλήθεια και την καθολική εγκυρότητα δεν μπορεί να συνάδει με την έλλειψη μιας ανώτερης αρχής.

Ο Μπορελλά αναφέρεται τέλος και σ’ένα σύνολο προβλημάτων των αθεϊστικών φιλοσοφιών, σχετικά με το αδιέξοδο στο οποίο όλες τελικά προσκρούουν: αυτό της ερμηνευτικής κυκλικότητάς τους. Όλα αυτά τα φιλοσοφικά συστήματα χαρακτηρίζουν τη θρησκεία ως αίτιο και ταυτόχρονα αιτιατό της αυταπάτης, την ίδια στιγμή που ισχυρίζονται ότι έχουν ανακαλύψει το «πραγματικό» νόημα των πολιτισμικών μορφών, οι οποίες πάλι δεν διαθέτουν κανένα αδιάσειστο, δηλαδή υπερβατικό σημασιολογικό θεμέλιο.

Έτσι, «όλες εκείνες οι αναλύσεις που βασίζονται στο επιχείρημα της συνειδησιακής αυταπάτης βρίσκονται τελικά εγκλωβισμένες σ’έναν ερμηνευτικό φαύλο κύκλο από τον οποίο δεν μπορούν να βγουν παρά με τη βοήθεια πολιτισμικών μορφωμάτων που όμως δεν είναι παρά μόνο κενά γλωσσικά παιχνίδια».

Ιδού η καθαρή αντίφαση στην οποία η αθεϊστική κριτική του συμβόλου έχει οδηγήσει το σύνολο της σύγχρονης δυτικής σκέψης και που αποδεικνύει, έστω και μέσω του παραλόγου, την ανάγκη της σκέψης για επιστροφή στο σύμβολο, δηλαδή για επιστροφή στον ίδιο τον εαυτό της. Η επιστροφή στον Θεό είναι για την ανθρώπινη διάνοια επιστροφή στον οίκο του πατρός, όπως ακριβώς ο άσωτος υιός επέστρεψε στον πατέρα του, δημιουργό της ζωής του και ρίζα της ευτυχίας του.

πηγή: https://philitt.fr/2019/07/02/jean-borella-ou-latheisme-impossible/


[1]Βλ. Ιάμβλιχος, Περί των Αιγυπτίων μυστηρίων, εκδ. Ζήτρος.

[2]Ο Ζαν Μπορελλά (Jean Borella, 1930) είναι φιλόσοφος και έχει διδάξει αρχαία και μεσαιωνική ιστορία στο πανεπιστήμιο του Νανσύ. Μαθητής του Πώλ Ρικέρ, έχει ασχοληθεί συστηματικά με τον θρησκευτικό συμβολισμό. Κυριότερα έργα του, Ιστορία και θεωρία του Συμβόλου και Η Κρίση του Θρησκευτικού Συμβολισμού.

[3]Γερμανός μυστικιστής και μεταφυσικός φιλόσοφος, κύριος εκπρόσωπος μαζί με τους R. Guénon και A. Coomaraswamy του φιλοσοφικού ρεύματος philosophia perennis.

respublica


Λέξεις Κλειδία - Tags
Μπορελλά Αλέξανδρος Μπριασούλης
4
Θεός
17
άθεοι
3
Θρησκεία
28
Σχετικά άρθρα

«Πέτρες και ξύλα»: Η πυρκαγιά της Παναγίας των Παρισίων και τα αποκαΐδια του δυτικού πολιτισμού

Η καταστροφή ενός από τα σημαντικότερα πολιτισμικά και θρησκευτικά μνημεία, που υπό κανονικές συνθήκες θα προκαλούσε μόνο θλίψη και περισυλλογή, κατάφερε και δίχασε την κοινή γνώμη

ΠΟΙΟΣ ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ; Αναζητώντας πυξίδα στον «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» της ψηφιακής τεχνολογίας

Αν οι μελλοντικοί ενήλικοι πολίτες προβληματίζονται με τόσο ώριμο και ακομπλεξάριστο τρόπο, τότε η ελπίδα να αλλάξει κάποτε η κοινωνία προς το καλύτερο παραμένει ζωντανή.
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×