op
×

«Ο Γέρος και η Θάλασσα» και οι Άλλοι! | Του Μανόλη Πετράκη

Διαβάστηκε
«Ο Γέρος και η Θάλασσα» 
και οι Άλλοι! | Του Μανόλη Πετράκη

Ποιοι άλλοι…;

Μα αυτοί που δεν έχουν σχέση ούτε με το Γέρο, ούτε με τη Θάλασσα…

Γιατί ο Γέρος, ο «Σαντιάγο» του Ερνέστ Χέμινγουεϊ, ήταν ένας γέρος μοναχικός ψαράς, που ήξερε και αγαπούσε τη θάλασσα, και που με το παλιό καΐκι του με τα μπαλωμένα πανιά του έβγαινε στον ωκεανό του Μεξικού μόνος, ώστε να μπορέσει να εξασφαλίσει έστω αυτά τα λίγα χρήματα, που θα του έδιναν τη δυνατότητα να μην λέει ψέματα πως στην καλύβα του: «υπήρχε ψάρι με ρύζι», ενώ στην πραγματικότητα δεν υπήρχε τίποτα…

«Εδώ και ογδόντα τέσσερις μέρες ψάρευε ολομόναχος ο Γέρος με μια βάρκα στο Γκολφ Στρίμ και δεν είχε πιάσει μήτε ένα ψάρι.»

Κι είχε διώξει καιρό το μικρό απ’ το καΐκι γι’ αυτό το λόγο, γιατί δηλαδή το καΐκι «ήταν άτυχο», κι η φαμίλια του «μικρού», του παιδιού εκείνου που τόσο πολύ αγαπούσε το Γέρο, ήθελε να ‘ναι το παιδί σ’ ένα καΐκι, «τυχερό», που θα εξασφάλισε στο παιδί έστω κι ένα πιάτο «ψάρι με ρύζι» και τίποτα απολύτως παραπάνω…

Ο Γέρος ήταν άτυχος.

Κι ήταν άτυχος που δεν έπιανε ψάρια, γιατί ο Γέρος, δεν ήταν απλά καλός ψαράς αλλά ήταν «ο καλύτερος απ’ όλους», γιατί ήταν ο μόνος που μπορούσε κι έβγαινε τόσο βαθιά στον ωκεανό, ο μόνος που ήξερε να διαβάζει τόσο καλά τον καιρό από τα σύννεφα και τα ψαροπούλια τ’ ουρανού, ο μόνος που ήξερε κι αγαπούσε τελικά, τόσο μα τόσο πολύ τη θάλασσα...

Τέσσερις μέρες και πέντε νύχτες ήταν ο Γέρος τώρα στη θάλασσα...

Μετά από ογδόντα τέσσερις μέρες που ψάρευε ολομόναχος και γύρναγε επίσης ολομόναχος, χωρίς ούτε ένα ψάρι, επιτέλους τώρα, ξαφνικά, ένα ψάρι είχε τσιμπήσει...

Ένα ψάρι που πρέπει να ‘ταν τεράστιο, που όμοιο του δεν είχε ξαναδεί ποτέ ο Γέρος, ένα ψάρι που ταξίδευε τώρα με το Γέρο βαθιά στον ωκεανό τραβώντας το καΐκι του Γέρου, αφού ο Γέρος, δεν ήθελε να το πληγώσει και να το χάσει, τραβώντας το με τη βία πάνω…

Κι είχε δεθεί ο Γέρος με το ψάρι…

«Το ψάρι αυτό είναι φίλος μου… Ποτέ δεν έχω δει τέτοιο ψάρι, μήτε κι έχω ακούσει να μιλάνε για τέτοιο ψάρι…» «Μα πρέπει να το σκοτώσω…» «Χαίρομαι που δεν είμαστε αναγκασμένοι να σκοτώνουμε αστέρια…»

«…Πρέπει να μην το πονέσω περισσότερο», μονολόγησε άλλη στιγμή…. «Ο δικός μου ο πόνος δε με νοιάζει. Εγώ μπορώ να τον κοντρολάρω. Ο δικός του όμως μπορεί να το τρελάνει…»

Κι ο Γέρος συνέχισε να ταξιδεύει με το ψάρι αφήνοντας το να τον παρασέρνει βαθιά στον ωκεανό, να του μιλάει, να το προσέχει, να το θαυμάζει…

Κι όταν πια κατάφερε να το δέσει δίπλα στη βάρκα και να παλέψει έπειτα με τους καρχαρίες που επιτέθηκαν στο ψάρι ξεσκίζοντας τη σάρκα του, ο Γέρος ζήτησε τότε απ’ το ματωμένο ψάρι του να τον συγχωρέσει:

«Συγχώρα με που ξανοίχτηκα τόσο πολύ…», του είπε….

«Αφάνισα και τους δυο μας….»

Ο Γέρος κι Θάλασσα του Ερνέστ Χέμινγουεϊ, δεν έχουν κι ούτε μπορούν ν’ αποκτήσουν καμία απολύτως σχέση με τους άλλους.

Μ’ αυτούς δηλαδή που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τη θάλασσα… Που δεν την αγαπούν, που δεν την νοιάζονται, που δεν την ξέρουν… 

Που σκοτώνουν όχι για να φάνε, «έστω ψάρι με ρύζι», αλλά που σκοτώνουν για να σκοτώνουν, ακόμα και ετοιμόγεννα ψάρια στα ρηχά, μια κι εξάλλου τα «βαθιά» δεν θα ‘ναι ποτέ για ‘κείνους. 

Που σκοτώνουν από μαγκιά ακόμα και μικρά ψάρια που δεν είναι καν για φάγωμα αλλά είναι όμως για “selfie”, που σκοτώνουν εν τέλει ψάρια, είτε μικρά, είτε μεγάλα, όχι για να φάνε, όχι για να τα πουλήσουν, όχι για να μπαλώσουν τα πανιά ενός καΐκιού ή άλλες «τρύπες» τους, αλλά για “Likeς…”»

Ε είναι ποτέ λοιπόν δυνατόν όλοι αυτοί να ‘χουν την παραμικρή έστω σχέση «Με το Γέρο και τη Θάλασσα…»;


Σχετικά άρθρα
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×