op
×
ΔΙΚΤΥΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

No Man's Land Ελευθεριακή Πρωτοβουλία Πάτρας

Εναλλακτική Εκπαίδευση, Εναλλακτικές Συλλογικότητες

No Man's Land η Ελευθεριακή Πρωτοβουλία αποτελεί δίκτυο Κοινωνικής Αλληλέγγυας και Συνεργατικής Οικονομίας στη Πάτρα. Η «Ελευθεριακή πρωτοβουλία ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο» είναι μια νέα συνέλευση που συγκροτήθηκε στην Πάτρα το προηγούμενο διάστημα.

Στόχος της είναι η δημιουργία μιας πολιτικής και οργανωτική πρότασης που να απαντάει στην αναγκαιότητα της άμεσης δράσης και πάλης σε όλα τα κοινωνικά μέτωπα που σήμερα διεξάγεται ο κοινωνικός- ταξικός ανταγωνισμός από την πλευρά των καταπιεσμένων.






Το πολιτικό της στίγμα καθορίζεται από την μια πλευρά στην συνολική απόρριψη του καπιταλισμού, ενός συστήματος που ανακατασκευάζει το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων σε αγοραίες βάσεις, που καταστρέφει τη φύση και κάθε μορφή ζωής στο πλανήτη, που αποτελεί μια κολοσσιαία μηχανής καταπίεσης και εκμετάλλευσης και που σήμερα, μέσα στην κρίση, έχει περάσει στην πλέον καταστρεπτική του μορφή αποφασισμένος να διεξάγει έναν ολοκληρωτικό πόλεμο για την επιβίωση του, και από την άλλη, στέκεται ενάντια στο σύγχρονο ολοκληρωτικό κράτος και σε κάθε αστικό θεσμό διαχωρισμένης εξουσίας [εθνικό και υπερεθνικό] που κατανέμει την κοινωνική εξουσία σε ιεραρχικές και καταπιεστικές βάσεις.


 Η πολιτική αντίθεσή μας στο σύγχρονο ολοκληρωτισμό, δηλαδή στο αδιαχώριστο πλέγμα σχέσεων μεταξύ πολιτικών και οικονομικών θεσμών για τον πλήρη έλεγχο της κοινωνικής ζωής, είναι έτσι μια συνολική πολιτική αφετηρία για τη δράσης μας.

Λειτουργούμε άμεσα και δημοκρατικά στη βάση της συνέλευσης με ρητούς καταστατικούς όρους που έχουμε αποφασίσει από κοινού και μας δεσμεύουν."





"Πολιτική Διακήρυξη


Προοίμιο


Ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα υπάρχει ένα κομμάτι γης που δεν ανήκει σε κανέναν. Είναι η αποστρατικοποιημένη ζώνη. Εκεί που συναντιούνται άοπλοι οι μεσολαβητές για να διαπραγματευτούν την εκεχειρία. Η παραβίαση αυτής της ζώνης ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου.

Ζούμε σε συνθήκες οριακές. Όλες οι διαπραγματεύσεις που κάποιοι μας έλεγαν πως θα εξασφάλιζαν την ειρήνη και θα σταματούσαν την ορμή του αντιπάλου, έχουν πια τελειώσει. Μέσα από τη ζώνη της ειρηνικής μεσολάβησης, κάποιοι που έκαναν πως μιλούσαν από την πλευρά μας, έλεγαν πως ο πόλεμος τελείωσε. Πως κάθε αναμέτρηση είναι μάταιη. Έλα όμως που ο εχθρός είχε αντίθετη άποψη. Μετακίνησε βίαια τα σύνορα σε τέτοιο βαθμό που ξαφνικά όλοι μας βρεθήκαμε μέσα στη no man’s land. Τώρα όλα τα όπλα του είναι στραμμένα πάνω μας. Όσοι καμώνονταν πως μας εκπροσωπούσαν πήγαν με την πλευρά του αντιπάλου και εμείς μείναμε ξανά μόνοι μας.



Ζούμε στη no man’s land και είμαστε υποχρεωμένοι να πολεμήσουμε. Γιατί, ξέρετε εδώ δε μιλάμε για έναν πόλεμο τυχαίο. Ένα πόλεμο εθνικό, φυλετικό, διακρατικό, μια αναμέτρηση που μπορεί κάποιος να αποφύγει. Μιλάμε για την πιο ουσιαστική αναμέτρηση της ζωής μας. Τον αγώνα για ελευθερία και αξιοπρέπεια. Τον αγώνα για επιβίωση. Μιλάμε για τον πόλεμο του κόσμου μας, της τάξης των φτωχών που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, απέναντι στον κόσμο τους, τον κόσμο των αρχόντων και των βασιλιάδων. Μιλάμε για έναν πόλεμο ενάντια στο Κράτος και το Κεφάλαιο. Για μια μάχη για την ανακατάληψη της ίδιας μας της ζωής...

Είκοσι χρόνια μετά την ηχηρή διακήρυξη πως έφτασε το «τέλος της Ιστορίας» αυτή επέστρεψε σαν ζόμπι. Ένα ζόμπι διψασμένο για αίμα που ήρθε για να αποδείξει πως είτε θα τελειώσουμε οριστικά με τον καπιταλισμό, το σύστημα που κάποτε γεννήθηκε μέσα στην ιστορία για να πεθάνει σε αυτή, είτε ο καπιταλισμός, που εχθρεύεται και εξουδετερώνει κάθε μορφή ζωής στον πλανήτη, θα εξαφανίσει τον κόσμο. Ενδιάμεση κατάσταση δεν υπάρχει.

Κάθε απόπειρα δράσης σε αυτές τις συνθήκες συνυποθέτει αναγκαστικά και ένα επίπεδο κατανόησής τους. Η κρίση που βιώνουμε έχει τις ρίζες της πολύ παλιά, γι’ αυτό και είναι αναγκαία μια ιστορική αναδρομή στις προηγούμενες κρίσεις που ανέπτυξε ο καπιταλισμός  στον 20ο αιώνα.

 «Τελευταίες μέρες του Οκτώβρη του 29’. Νέα Υόρκη. Μια μάλλον βεβιασμένη πώληση μεγάλου αριθμού μετοχών ήδη υποτιμημένων δεν προκαλεί αίσθηση. Η πώληση όμως δεν σταματά. Κάθε μέρα που περνάει όλο και μεγαλύτερος αριθμός μετοχών πέφτουν με κατακόρυφο ρυθμό. Πολύ σύντομα οι μετοχές ακόμα και των καλύτερων εταιριών αξίζουν το ¼ της αρχικής τους αξίας. Για τις άλλες δεν υπάρχουν καν αγοραστές. Οι πλούσιοι της Αμερικής, οι βιομήχανοι και τραπεζίτες, δεν μπορούν να καταλάβουν τι έχει συμβεί. Συνεννοούνται αρκετές φορές μεταξύ τους να αγοράσουν μαζικά για να «τονώσουν την αγορά» αλλά μάταια. Ήταν σαν να χτίζουν ένα μικρό φράγμα για να σταματήσουν τον κατακλυσμό. Μια στιγμιαία ανάπαυλα και μετά ξεχυνόταν ο καταρράκτης. Το σύστημα των δόσεων είχε φτάσει σε τέτοιο βαθμό που η μισή Αμερική ήταν χρεωμένη. Οι ανάγκες των πλουσίων αντιμετωπίστηκαν, οι ανάγκες των φτωχών αγνοήθηκαν. Εργοστάσια, εργαστήρια και ναυπηγία έκλεισαν μέσα σε λίγες μέρες. Στις αρχές του 1933 σχεδόν είκοσι εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετώπιζαν την πείνα και το θάνατο»

H.G. Wells

 

Η μεγάλη ύφεση

Η πρώτη τέτοια μεγάλη κρίση είναι αυτή του ’29, η λεγόμενη και «μεγάλη ύφεση», η οποία με επίκεντρο τις ΗΠΑ εξαπλώθηκε παγκόσμια, ενώ διήρκησε από ένα μέχρι δέκα χρόνια σε διάφορες χώρες του κόσμου. Η κρίση αυτή ήταν τυπικά μια κρίση υπερσυσσώρευσης, πράγμα που σημαίνει ότι το επίπεδο της παραγωγής που είχε επιτευχθεί ήταν πολλαπλώς μεγαλύτερο από το επίπεδο της ζήτησης με αποτέλεσμα τα  προϊόντα που παράχθηκαν να μην μπορούν να καταναλωθούν.

Οι επιλογές των κεφαλαιοκρατών εκείνης της περιόδου για να βγουν κυρίαρχοι αλλά και οικονομικά κερδισμένοι από την κρίση ήταν δύο. Η πρώτη ήταν ο γενικευμένος παγκόσμιος πόλεμος που είχε – και έχει πάντα εντός καπιταλιστικού πλαισίου – ως αποτέλεσμα την καταστροφή σταθερού (μηχανών, προϋποθέσεις αναπαραγωγής του κεφαλαίου πάνω στα συντρίμμια. Η δεύτερη, που επικράτησε μετά την λήξη του β’ παγκοσμίου πολέμου, ήταν μια αναδιανεμητική στροφή του καπιταλισμού που αποκρυσταλλώθηκε στη θεωρία του Κέυνς[1]. Τι έγινε όμως τότε;

Η κρίση υπερσυσσώρευσης ήταν μια «φυσιολογική» έκβαση του καπιταλισμού της «ελεύθερης» αγοράς που κινείται με μόνο γνώμονα την παραγωγή υπεραξίας χωρίς να ενδιαφέρεται για τον τρόπο που αυτή παράγεται. Ο κάθε καπιταλιστής, στην προσπάθεια του να αυξήσει το ποσοστό κέρδους, μειώνει την ανθρώπινη εργασία πετώντας εκτός παραγωγής μεγάλα τμήματα εργατών. Όμως όπως είχε δειχθεί ήδη από τις αναλύσεις του Μαρξ δεν μπορεί να υπάρξει πλούτος που να μη βασίζεται στην ανθρώπινη εργασία. Ήταν λοιπόν φυσικό η κρίση του ’29 με τις μαζικές απολύσεις και την φτώχεια στον πληθυσμό να οδηγήσει σε ανακυκλούμενη πτώση του ποσοστού κέρδους και να θέσει σε συνολική κρίση το καπιταλιστικό οικοδόμημα.

Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ κατανόησαν τότε ότι αν αφήσουν τον καπιταλισμό στην ασυδοσία του μεμονωμένου καπιταλιστή – που στην εμμονή του για κέρδος είναι ικανός να τινάξει τα πάντα στον αέρα – αναπόφευκτα θα ετίθετο υπό αμφισβήτηση ολόκληρος ο καπιταλισμός. Η ίδια η ελεύθερη αγορά έπρεπε να σταματήσει να είναι ελεύθερη, γιατί είναι αυτή που, όπως έδειξε χαρακτηριστικά η Ρόζα Λούξεμπουργκ, παράγει το χάος και την καταστροφή. Ήταν ανάγκη λοιπόν ένας συλλογικός κεφαλαιοκράτης να αναλάβει τη διεύθυνση της αγοράς και να την αφήσει να είναι ελεύθερη όσο και όπου εξυπηρετεί τον κεντρικό σχεδιασμό. Η πολιτική του New Deal έρχεται έτσι να εγκαταστήσει στο Δυτικό κόσμο την τρίτη μορφή κεντρικά σχεδιοποιημένης οικονομίας που γνώρισε ο πλανήτης μέχρι τότε,  δίπλα στο παράδειγμα του φασιστικού κράτους και του κράτους της ΕΣΣΔ, ενώ αποτελεί το πρώτο παράδειγμα ολοκληρωτισμού που δεν αίρει τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς. Τα τρία παραπάνω μοντέλα, με κολοσσιαίες διαφορές στο επίπεδο της πολιτικής, έχουν ταυτόσημες δομές σε επίπεδο παραγωγής αφού ο κεντρικός σχεδιασμός προϋπέθετε την αναμόρφωση της κοινωνίας σε ολοκληρωτικές βάσεις, την ταύτιση κράτους και μεγάλης βιομηχανίας και τον πανοπτικό έλεγχο του πληθυσμού.

Η κεϋνσιανή πολιτική έρχεται λοιπόν για να καλύψει την βασική ανάγκη του καπιταλισμού την δεδομένη περίοδο που είναι η αύξηση της ζήτησης σε ανάλογα ποσοστά με την μεταπολεμική αύξηση της παραγωγής. Αυτό το επιτυγχάνει, πρακτικά, μέσω της εμπορευματοποίησης του συνόλου των κοινωνικών λειτουργιών αλλά και μέσω της «προσφοράς» ελεύθερου χρόνου στους εργαζόμενους (καθορίζοντας το ωράριο στο σύνολο της παραγωγής και με το εικοσιτετράωρο να τεμαχίζεται στα τρία) ώστε να  μπουν οι βάσεις για την μαζική υπερκατανάλωση. Έτσι, αρχικά, βάζει στον κύκλο των κρατικών λειτουργιών (και σε τελική ανάλυση στον κύκλο της αγοράς), την εκπαίδευση, την οικιακή περίθαλψη, την μικρή κατά τόπους παραγωγή για ιδιωτική χρήση και τον ελεύθερο χρόνο των ανθρώπων μετατρέποντάς τα σε αντικείμενα επιτελικού σχεδιασμού.

Από την άλλη πλευρά, για να αυξήσει την ζήτηση μετατρέπει την κοινωνία σε κοινωνία του θεάματος, ανάγοντας τα προϊόντα της αποξενωμένης ανθρώπινης εργασίας σε φορείς νοημάτων, κατασκευάζοντας με αυτό τον τρόπο, μαζικά, ψευδοανάγκες που οδήγησαν στην αύξηση της κατανάλωσης σε πρωτοφανή βαθμό. Περαιτέρω κινήσεις στα πλαίσια αυτού του μοντέλου ήταν η παρέμβαση του κράτους στην οικονομία, η οποία παράλληλα έθετε και κάποια κανονιστικά όρια στον βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης εξυπηρετώντας την ομαλή λειτουργία της αγοράς και προφανώς τη συνέχιση και διεύρυνση της υπερεκμετάλλευσης των φυσικών πόρων. Το κοινωνικό κράτος που θεμελιώθηκε αυτή την περίοδο στις χώρες της Δύσης και πλαισιώθηκε από τις κατακτήσεις των κοινωνικών και εργατικών κινημάτων βασίστηκε στην συνεχιζόμενη αφαίμαξη του τρίτου κόσμου αλλά και στην υπεράντληση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του πλανήτη. Και δεν είναι τυχαίο που όταν οι χαμηλού κόστους πηγές άρχισαν να σώνονται, στην πρώτη πετρελαϊκή κρίση του ’70, το μοντέλο αμφισβητήθηκε συνολικά για να δώσει τη θέση του στον νεοφιλελευθερισμό.

Το πολιτικό πλαίσιο που έντυνε αυτές τις κινήσεις ήταν το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο διαχείρισης. Σε κοινωνικό επίπεδο οι κυρίαρχοι θεσμοί ενσωμάτωσης (συνδικάτα, «εργατικά» – σοσιαλδημοκρατικά  κόμματα) αποτέλεσαν τους βασικούς πυλώνες πάνω στους οποίους κατασκευάστηκε ο κεϋνσιανισμός. Έτσι, η βιοπολιτική συνθήκη σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης έθεσε τους όρους για την συναίνεση μεταξύ των εργαζομένων και του κεφαλαίου, ώστε το τελευταίο να διατηρεί την κυριαρχία του, δείχνοντας μάλιστα περισσότερο δημοκρατικό με αυτό του το προσωπείο. Η «δημοκρατικότητα» και οι «παροχές» αυτού του τύπου διαχείρισης αποτέλεσαν επίσης ιδεολογικό ανάχωμα του καπιταλισμού, εκείνη την εποχή, απέναντι στην απαίτηση των ριζοσπαστικών κινημάτων (κινήματα του ’68 σε Γαλλία, Ιταλία) για ολοκληρωτική ανατροπή του.

Το τέλος αυτής της περιόδου σηματοδοτήθηκε από αλλεπάλληλες κρίσεις σε μία σειρά από χώρες του δυτικού κόσμου καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70. Το καπιταλιστικό σύστημα έφτασε στα όριά του και για να δώσει λύση έκανε μια νέα σειρά αναδιαρθρώσεων, που είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή του κοινωνικού κράτους και την μείωση της συμμετοχής των εργαζομένων στην διανομή του (παραγόμενου απ’ αυτούς) κοινωνικού πλούτου. Αυτές οι αναδιαρθρώσεις αποτελούν μέρος της νέας διαχειριστικής πολιτικής που επιχειρεί το κεφάλαιο, δηλαδή του νεοφιλελευθερισμού.

 
Πετρελαϊκή κρίση και νεοφιλελευθερισμός

Αν παρατηρήσουμε από πιο κοντά αυτές τις κινήσεις θα  δούμε ότι το κεφαλαιοκρατικό σύστημα προσπαθεί να ανακόψει την πτώση της κερδοφορίας του μέσα σε συνθήκες κρίσης, μιας κρίσης που εμφανίστηκε ακριβώς όταν το προηγούμενο μοντέλο (κοινωνικό κράτος) έφτασε σε δομικά αδιέξοδα λόγω της ανικανότητας των κρατών να συνεχίζουν την υπεράντληση των φυσικών πόρων.

Η στροφή που σήμερα ονομάζουμε νεοφιλελευθερισμό θα μπορούσε να συνοψιστεί στην παράδοση όλων των δομών του κοινωνικού κράτους στην αγορά, με την παράλληλη ισχυροποίηση του κράτους ως ρυθμιστικού και κατασταλτικού μηχανισμού. Η πολιτική αυτή που σκιαγραφήθηκε, πρώτα, από την ομάδα του Μ. Φρίντμαν και των οικονομολόγων της σχολής του Σικάγο, ήδη από τη δεκαετία του ’60 και εφαρμόστηκε πειραματικά στη Χιλή του Πινοσέτ, πριν γίνει το έμβλημα των πολιτικών των Θάτσερ και Ρήγκαν στις δεκαετίες του ’70 και ’80 και, στη συνέχεια, όλου του ανεπτυγμένου κόσμου, καταστατικός χάρτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της συνθήκης του Μάαστριχτ και μοχλός οδυνηρής μετάβασης των πρώην ανατολικών κρατών σε συνθήκες «ελεύθερης» αγοράς, δεν ήταν αποτέλεσμα ενώ σκοτεινού σχεδίου, κάποιων νοσηρών μυαλών για περισσότερο κέρδος, αλλά μια λογική μετεξέλιξη του καπιταλισμού. Και όπως θα δούμε η μόνη λογική μετεξέλιξη για ένα σύστημα που βρέθηκε από τη μια να μην μπορεί να πληρώνει άλλο τις δομές που το ίδιο δημιούργησε και από την άλλη μπροστά στην επανάσταση των αυτόματων μηχανών που υπόσχονταν μείωση του κόστους παραγωγής.

Όμως η μείωση της κερδοφορίας προκαλείται βαθμιαία από την ίδια την ανάπτυξη της τεχνολογίας που το σύστημα, εγγενώς, επιλέγει να εισάγει στην παραγωγή της προηγούμενης περιόδου λόγω της κρίσης του φορντικού[2] μοντέλου παραγωγής. Αυτή η κατεύθυνση οδηγεί αναγκαστικά σε όλο και λιγότερη παραγωγή αξίας από τη ανθρώπινη εργασία αφού μεγάλα τμήματα του εργατικού δυναμικού ρίχνονται εκτός παραγωγής με την μαζική είσοδο των μηχανικών αυτομάτων. Όμως το πεδίο της εργασίας είναι το μοναδικό από το οποίο, καταστατικά, μπορεί να παραχθεί αξία. Έτσι, το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ενσωματώνοντας τις τεχνολογικές κατακτήσεις της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης έρχεται σε ένα εγγενές αδιέξοδο. Γιατί από τη μία πετυχαίνει βραχυπρόθεσμα την αύξηση του ποσοστού κέρδους μέσω της μείωσης του κόστους εργασίας (απόλυση εργαζομένων – είσοδος μηχανών) αλλά από την άλλη μακροπρόθεσμα ο ανατροφοδοτούμενος αποκλεισμός των εργατών από την παραγωγή μειώνει εκθετικά την αγοραστική τους δύναμη και έτσι η αναπαραγωγή του κεφαλαίου γίνεται αδύνατη.

Με τον τρόπο αυτό οδηγείται αναπόφευκτα σε κρίση, μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία, την οποία για να υπερβεί επενδύει στον χρηματοπιστωτικό τομέα παράγοντας κέρδη για λογαριασμό ανθρώπινης εργασίας που δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί, δεσμεύοντας την σε πλανητικό επίπεδο, τουλάχιστον για τα επόμενα πενήντα χρόνια και δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για την  σημερινή κρίση.

Από την άλλη πλευρά, η Σοβιετική Ένωση αρνείται να εισάγει τις τεχνολογικές καινοτομίες της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης στην παραγωγή και αυτό για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί η «δομική ανεργία» που φέρνει μαζί του το νέο μοντέλο της παραγωγής είναι αδύνατη για μια χώρα κρατικού καπιταλισμού και από την άλλη γιατί το καθεστώς τρέμει μπροστά στις απελευθερωτικές δυνατότητες που θα μπορούσε να δώσει η πρόσβαση των άλλοτε προλετάριων στην τεχνολογία αυτή. Αντί λοιπόν η είσοδος των αυτομάτων στην παραγωγή να οδηγήσει στην μοναδική σοσιαλιστική λύση που θα ήταν η μείωση των ωρών εργασίας χωρίς μείωση αποδοχών και η σταδιακή αποδέσμευση του προλεταριακού πληθυσμού από την καταναγκαστική/ετερόνομη εργασία – που ήταν πάντα το ιδεώδες του σοσιαλισμού, η ΕΣΣΔ αρνήθηκε κάθε εξέλιξη με αποτέλεσμα την πολύ σοβαρή οικονομική υστέρηση, την δεκαετία του ’80 και την οριστική της πτώση μετά την πολιτική κρίση του ’89.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και αμέσως μετά την κατάρρευση του Σοβιετικού μπλοκ  η οικονομική ελίτ επιχειρεί το διεθνές άνοιγμα των αγορών, τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση – σε πρόσφορο πλέον έδαφος – προσπαθώντας να υπερβεί την κρίση. Παράλληλα η χρηματοπιστωτική σφαίρα διογκώνεται σε πρωτοφανή βαθμό και τα κράτη χρεώνονται δανειζόμενα σε ιδιωτικό και κρατικό επίπεδο για να μπορέσουν να συνεχίσουν να έχουν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Έτσι, οι νέες οικονομίες που μέσα σε λίγα χρόνια απλώθηκαν από τον καπιταλισμό και η μαζική πίστωση έφεραν μια εικονική ευημερία στο τέλος αυτής της περιόδου. Μια ευημερία που δεν θα κρατούσε για πολύ. Ποιες ήταν όμως οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις;

Αν εστιάσουμε σε κοινωνικό επίπεδο, ήδη από τη δεκαετία του ’70 και την έναρξη του νεοφιλελεύθερου μοντέλου ο καπιταλισμός εξαπολύει επίθεση στο σύνολο των εργαζομένων ελαστικοποιώντας το ωράριο και τις συνθήκες εργασίας τους, κάνοντάς την επισφαλή και τελικά αφήνοντας μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού εκτός αυτής. Επίσης ιδιωτικοποιεί κάθε κοινωνική λειτουργία (που την προηγούμενη περίοδο ήταν κρατική) με αποτέλεσμα τον ολοκληρωτικό έλεγχο, από την αγορά, όλο και περισσότερων ανθρώπινων δραστηριοτήτων σε διάφορα επίπεδα (πχ. υγεία, ασφάλιση κλπ.) και την επακόλουθη διάλυση της συνοχής των κοινωνικών ιστών. Τέλος, αναπτύσσει το δόγμα της “μηδενικής ανοχής” προσπαθώντας να καταστείλει κάθε είδους αντίσταση από τα κοινωνικά κινήματα και την εργατική τάξη μετατρέποντας το “κράτος πρόνοιας” σε “κράτος ασφάλειας”. Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η καταστολή δεν είναι παιδί της νεοφιλελεύθερης περιόδου καθώς αυτή αποτελεί δομική συνθήκη του καπιταλισμού, όμως σε αυτή την περίοδο με τα ιδιάζοντα υψηλής τεχνολογίας μέσα πανοπτικού έλεγχου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται προς τον πλήρη έλεγχο του πληθυσμού.

Αυτό επιτυγχάνεται με δύο κυρίως τρόπους. Από την μία μεριά, μέσω της διεύθυνσης των κοινωνιών με στρατιωτικό τρόπο που περικλείει την συνεχή παρουσία δυνάμεων καταστολής (με πρόφαση την ασφάλεια των πολιτών) στα μητροπολιτικά κέντρα, τον κοινωνικό έλεγχο και την αύξηση των μέσων καταγραφής και παρακολούθησης των κινήσεων των ανθρώπων. Από την άλλη, μέσω της έντασης, από τα ΜΜΕ κυρίως, του αισθήματος της ανασφάλειας, με την κατασκευή εσωτερικών εχθρών και αόρατων εξωτερικών απειλών, ώστε να αποσπαστεί η απαραίτητη συναίνεση για την κοινωνική νομιμοποίηση όλων των παραπάνω. Βλέπουμε έτσι την συνολική μετατόπιση των μοντέρνων κοινωνιών προς τον αυταρχισμό και τον ραγδαίο κοινωνικό εκφασισμό, περνώντας πλέον – με τους όρους της κυριαρχίας πάντα – από την σοσιαλδημοκρατική συναίνεση στην νεοφιλελεύθερη ταύτιση, με το τελευταίο μοντέλο να αποτελεί ξεκάθαρα το οικονομικό και πολιτικό συνεχές της κεϋνσιανής περιόδου. Κατ’ ουσίαν, τα δύο μοντέλα διαχείρισης (σοσιαλδημοκρατία – νεοφιλελευθερισμός) αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος που δεν είναι άλλες από τις επιλογές ενσωμάτωσης ή διάλυσης των κοινωνικών ιστών προς όφελος της κυριαρχίας.

 

Κρίση

 

23 Οκτωβρίου 2008. Ο Άλαν Γκρίνσπαν, ο μέχρι πρότινος μάγος της παγκόσμιας οικονομίας, καταθέτει στην επιτροπή του αμερικάνικου κογκρέσου που εξετάζει τα αίτια της κρίσης. Στην επίμονη ερώτηση ενός βουλευτή από την Καλιφόρνια για το «εάν αναλογίζεται τις ευθύνες του, καθώς ακολουθώντας πιστά τη δική του οικονομική ιδεολογία σαν θεολογικό δόγμα, η Αμερική οδηγήθηκε στην κατάρρευση της Lehman Brothers και μαζί της ο πλανήτης ολόκληρος στη μεγαλύτερη καπιταλιστική κρίση όλων των εποχών» ο Γκρίνσπαν απάντησε σκυθρωπός: «Ανακάλυψα ένα σφάλμα στο μοντέλο που θεωρούσα πως λειτουργεί ο κόσμος».

Lehman Brothers

 

Αυτή η περίοδος τελειώνει με την γνωστή σε όλους μας κρίση του 2008 η οποία ξεκίνησε με την κατάρρευση της Lehman Brothers στις ΗΠΑ, εξαπλώθηκε ως χρηματοπιστωτική κρίση, που αμέσως μετά εξελίσσετε σε κρίση χρέους διαφόρων κρατών. Ποια είναι όμως η αιτία αυτής της κρίσης;

Η είσοδος του αυτοματισμού στην παραγωγή, που εισάγεται με τη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του καπιταλισμού τη δεκαετία του ’70, είναι ουσιαστικά μια συνεχής κρίση υπερσυσσώρευσης. Αφού η καπιταλιστική μηχανή παράγει ένα πλεόνασμα κεφαλαίου το οποίο είναι αδύνατον να αξιοποιηθεί. Αυτό το πλεόνασμα πρέπει να διοχετευτεί στη σφαίρα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου (οι περισσότερες εταιρίες εισάγονται στο χρηματιστήριο) και με αυτό τον τρόπο συνεισφέρει στην εκθετική αύξηση της χρηματοπιστωτικής φούσκας. Η σημερινή κρίση λοιπόν είναι χρηματοπιστωτική καθώς η διαρκής κρίση υπερσυσσώρευσης που βιώνει ο καπιταλισμός  από τη δεκαετία του ’80 ανατέθηκε στην χρηματοπιστωτική σφαίρα με την ελπίδα να υπερβαθεί η κρίση μέσω δανεισμού. Με άλλα λόγια ο καπιταλισμός αν επιβιώνει σήμερα είναι με πίστωση. Κατ’ αυτή την έννοια οι όποιες κορώνες για περιορισμό της χρηματοπιστωτικής ασυδοσίας και των κερδοσκόπων προς όφελος της «πραγματικής οικονομίας» είναι ανόητες αφού η ίδια η πραγματική οικονομία βρίσκεται σε ανυπέρβλητη κρίση εδώ και τρεις δεκαετίες και επιβιώνει με σταθερές μεταγγίσεις πλασματικού κεφαλαίου γιατί δεν μπορεί πια να στηριχθεί στα πόδια της. Μόνο ο δείκτης του παγκόσμιου κρατικού χρέους που την τελευταία δεκαετία έχει αυξηθεί 1000% αλλά και το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που αυτή τη στιγμή είναι το δεκαπλάσιο του παγκόσμιου ΑΕΠ είναι χαρακτηριστική περίπτωση για το απόλυτο αδιέξοδο της καπιταλιστικής οικονομίας σήμερα.

Όταν η Lehman Brothers κατέρρευσε τέθηκε ένα σαφές ερώτημα: θα αφήσουμε να καταρρεύσουν οι τράπεζες και μαζί με αυτές ολόκληρη η οικονομία ή όχι; Και αν όχι ποιός θα πληρώσει το λογαριασμό; Η απάντηση σε Ευρώπη και Αμερική ήταν αυτή που γνωρίζουμε: Θα σώσουμε τις τράπεζες και το λογαριασμό θα τον πληρώσουν οι εργαζόμενοι. Και όλα αυτά χωρίς να ξεχνάμε ότι αυτή η σχέση αλληλοεξάρτησης τραπεζών και κράτους αποτέλεσε μια μεθοδευμένη τακτική του καπιταλισμού ώστε μέσα από τη φενάκη της ιδεολογικής ταύτισης του κράτους με τα δημόσια αγαθά να δημιουργήσει την ψευδή εντύπωση ότι η κατάρρευση των τραπεζών θα σημάνει δυνητικά την κατάρρευση της κοινωνίας. Έτσι, ενώ αποκαλύφθηκε πως οι αξίες των χρηματιστικών κεφαλαίων ήταν αέρας κοπανιστός, αυτός ο αέρας χρεώθηκε κανονικά στα κράτη που υποχρεώθηκαν να «σώσουν» τις τράπεζές τους. Τα κράτη στη συνέχεια παρουσίασαν τρομακτικά ελλείμματα τα οποία και μετακύλησαν στους πολίτες τους. Η περίπτωση της Ελλάδας είναι χαρακτηριστική. Σε ένα βράδυ 26 δις ευρώ δόθηκαν στις τράπεζες σαν εγγύηση του κράτους με τη σύμφωνη γνώμη και των δυο πρώην μεγάλων κομμάτων. Αλλά και μετά το μνημόνιο το σύνολο σχεδόν των χρημάτων που χρεώθηκε το κράτος, 130 δις, πήγαν στις τράπεζες.

Στο σημείο αυτό και με την Ελλάδα (μαζί με άλλες χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία) στο επίκεντρο της κρίσης, ολόκληρο το αστικό σύστημα εξουσίας με φορέα τα ΜΜΕ και προσανατολισμό την διάσωση των κερδών του κεφαλαίου, προσπαθεί να κάμψει τις κοινωνικές αντιστάσεις και να αποσπάσει τις αναγκαίες συναινέσεις, δημιουργώντας και αναπαράγοντας διάφορα βασικά ψεύδη.

 

Τα ψέματα της κρίσης και του καπιταλισμού

 

Το πρώτο ψεύδος είναι αυτό της εθνικής ενότητας, το οποίο στήνεται πάνω στην ήδη διαμορφωμένη αντίληψη για την κρίση ως φυσικού γεγονότος. Αυτό σημαίνει ότι αρχικά παράγεται – και διαχέεται από τους βασικούς διαμορφωτές άποψης, δηλαδή τα ΜΜΕ – το ιδεολόγημα ότι η κρίση είναι μια κατάσταση παρόμοια με μια φυσική καταστροφή η οποία πλήττει ανεξέλεγκτα τους πάντες. Συνεπώς αυτό που πρέπει να γίνει είναι να ενωθούμε όλοι μαζί και να την αντιμετωπίσουμε. Όμως για να συμβεί αυτό πρέπει να βρεθεί ένας πυρήνας σημασιών και να χρησιμοποιηθεί ως φορέας διαταξικής ενοποίησης της κοινωνίας. Εδώ είναι που έρχεται να συμπληρώσει το πάζλ η εθνική ενότητα, ως θυσία για την διάσωση της πατρίδας.

Με βάση αυτή τη ρητορεία παρακάμπτεται το γεγονός ότι το σύστημα κατά την διάρκεια της «εύρυθμης» λειτουργίας του επέτρεπε σε πολύ μικρά κομμάτια του παγκόσμιου πληθυσμού να συσσωρεύουν αμύθητο πλούτο ενώ παράλληλα καταδίκαζε το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του σε γενικευμένη αποπτώχευση. Έτσι, έχουμε ένα ελάχιστο ποσοστό ανθρώπων που μπορούν να αντεπεξέλθουν ανώδυνα και σχεδόν βέβαια  να επανακερδοσκοπήσουν από την κρίση που οι ίδιοι δημιούργησαν και το υπόλοιπο ποσοστό που ήδη βρίσκεται στα πρόθυρα της εξόντωσης από την ραγδαία διευρυνόμενη ανισότητα να πρέπει να πληρώσει τις συνέπειες της.

 Η ταύτιση της πατρίδας με τις κυρίαρχες οικονομικά ελίτ είναι ένα γεγονός που ενώ οι ελίτ  δεν το κρύβουν, η κοινωνία αδυνατεί να το αντιληφθεί. Αυτό έχει τελικά ως αποτέλεσμα την συστημική κοινωνικοποίηση των ζημιών και παράλληλα την ιδιωτικοποίηση των κερδών με μόνους χαμένους το τεράστιο σύνολο των «από κάτω» όλης της γης.

 

Ο μύθος της οικονομίας

 

Το επόμενο μεγάλο ψεύδος, είναι ο λεγόμενος «μύθος της οικονομίας» ο οποίος συγκροτείται κυρίως μέσα στην αντίληψη ότι η οικονομία – όπως άλλωστε και το σύνολο των επιστημών σήμερα – είναι ένα σκοτεινό πεδίο στο οποίο έχουν πρόσβαση μόνο ειδικοί. Με βάση τα παραπάνω και ιδίως σε περίοδο κρίσης επιστρατεύονται από τα ΜΜΕ και τα κόμματα που διαχειρίζονται ή φιλοδοξούν να διαχειριστούν την εξουσία κάθε είδους οικονομολόγοι που προσπαθούν να εξηγήσουν στον «αμόρφωτο λαό» τί πραγματικά συμβαίνει και φυσικά τί πρέπει να κάνουμε από ‘δω και πέρα. Το αποτέλεσμα είναι να ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια των ακροατών πολύπλοκοι συσχετισμοί ποσοτικοποιημένων εννοιών όπως: ανάπτυξη, ύφεση, πλεόνασμα, έλλειμμα, ακαθάριστο εγχώριο προϊόν κτλ.. Το χαρακτηριστικό των εννοιών αυτών είναι ότι η πραγματική τους σημασία για την ανθρώπινη ζωή και το γήινο οικοσύστημα αποκρύπτεται πίσω από την μορφή τους και τον τρόπο με τον οποίο παρατίθενται.

Ουσιαστικά η ιδέα που συνεχώς απωθείται είναι ότι το πεδίο της οικονομίας ακριβώς επειδή έχει δημιουργηθεί ως τέτοιο από τις κεφαλαιοκρατικές ελίτ για να εξυπηρετεί τις ίδιες δεν μπορεί παρά να αναλύεται με όρους κοινωνικούς και από την σκοπιά των συμφερόντων της κοινωνίας.  Καταληκτικά μπορούμε να πούμε ότι η αντικειμενικότητα και η αλήθεια της οικονομίας ως επιστήμης δεν είναι άλλο από την αντικειμενικότητα και την αλήθεια του συμφέροντος των μεγαλοκεφαλαιούχων.

Η σχέση πολιτικής και οικονομίας είναι θεμελιακά αντίστροφή από αυτή που παρουσιάζεται. Η οικονομία ήταν και θα είναι πάντα ένα τεχνικό ζήτημα. Όλες οι κοινωνίες που ξέρουμε, με κάποιον τρόπο διευθετούσαν την κατανομή της εργασίας και του πλούτου. Αυτό το τεχνικό ζήτημα στον καπιταλισμό, (και ειδικά μετά την ανάδειξη του ολοκληρωτικού κράτους) με απόλυτα ψευδή και ιδεολογικό τρόπο, αυτονομήθηκε από την υλική του βάση για να παρουσιαστεί ως φυσικό φαινόμενο, ως επιστήμη ικανή να «θεραπευτεί» μόνο στα χέρια των ειδικών της έτσι ώστε να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένου κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων. Αντίστοιχα με τον ίδιο τρόπο που κάποιοι μπερδεύουν τους νόμους της φυσικής με τους νόμους της φύσης, έτσι μπερδεύουν και την οικονομική «επιστήμη» με την πραγματικότητα.

 
Το ψεύδος της πράσινης ανάπτυξης

 Ένα ακόμα ψέμα είναι αυτό της πράσινης ανάπτυξης και της καταπολέμησης της ανεργίας. Σήμερα η πράσινη οικονομία αντιπροτείνεται ως εναλλακτική λύση στα τεράστια οικονομικά, κοινωνικά και οικολογικά προβλήματα. Δεν είναι όμως τίποτα παραπάνω από την αλλαγή του καπιταλιστικού τεχνολογικού παραδείγματος. Και είναι προφανές ότι επειδή αυτή η αλλαγή συντελείται υπό κεφαλαιοκρατικούς όρους, δηλαδή με όρους που η ανθρώπινη εργασία παραμένει ακόμα εμπόρευμα που αγοράζεται και μεταπωλείται με κέρδος, είναι ακόλουθο να φέρει ακόμη μεγαλύτερη εκμετάλλευση και ανεργία καθώς και την πλήρη εργαλειοποίηση της φύσης. Αντίθετα η μοναδική ορατή λύση είναι μια διαδικασία προσανατολισμένη σε μια ποιοτική έννοια του πλούτου, δηλαδή μη οικονομική, που θα βάζει ως πρόταγμα την αντιστροφή της οικονομικής ανάπτυξης, τη συρρίκνωση της οικονομίας και θα αναθέτει κάθε ζωντανή ανθρώπινη ανάγκη στη διευθέτηση της πολιτικής συλλογικής απόφασης.

Το δεύτερο σκέλος αυτού του μύθου που συνοδεύει κατ’ ανάγκη την πράσινη ανάπτυξη έχει να κάνει με την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Με τον τρόπο αυτό ευνοείται η αλλαγή παραδείγματος από την στιγμή που αυτή συνδέεται άμεσα – από την κυρίαρχη αντίληψη – με την κοινωνική προσφορά. Όμως όπως είδαμε παραπάνω, η ανεργία στον καπιταλισμό είναι δομική. Ο μόνος τρόπος για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας στον καπιταλισμό είναι γνωστός και λέγεται δομική μείωση του χρόνου εργασίας, χωρίς μείωση των μισθολογικών απολαβών, αλλά δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επιλογή των κυρίαρχων ελίτ.        

 

Το ψέμα της λαθρομετανάστευσης

 

Ο τελευταίος βασικός μύθος από την πλευρά της καπιταλιστικής κυριαρχίας, είναι αυτός του μεταναστευτικού ζητήματος. Οι μετανάστες επιτείνουν την κρίση, διακηρύσσουν τα στόματα της επίσημης εξουσίας. Κάθε φορά που οι μηχανές της καπιταλιστικής ανάπτυξης κινούνται με γρήγορους ρυθμούς οι μετανάστες γίνονται απαραίτητοι. Τα κράτη εφαρμόζουν πολιτικές ενσωμάτωσης και επενδύουν δήθεν στην πολυπολιτισμικότητα. Αντίστροφα, σε περίοδο κρίσης, οι μετανάστες βαφτίζονται επικίνδυνοι για την κοινωνική ασφάλεια και τις θέσεις εργασίας. Έτσι το κράτος επενδύει στην ξενοφοβία και οξύνει τα ρατσιστικά αντανακλαστικά, ενώ παράλληλα θεσμοθετεί την καταστολή και τον αποκλεισμό. Οι δύο αυτές πολιτικές είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και το νόμισμα είναι ακριβώς ο όσο το δυνατόν πληρέστερος έλεγχος από την πλευρά του κράτους, της κίνησης του εργατικού δυναμικού.

Άλλωστε η κατανομή της εργασίας αποτελούσε πάντα τον θεμέλιο λίθο κάθε κρατικού μηχανισμού. Οι μετανάστες γίνονται  ανεκτοί όσο είναι νόμιμοι και διαχωρισμένοι από τους ντόπιους. Με ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα και με τον εκβιασμό της μη ανανέωσης των καρτών διαμονής τους, η κυριαρχία τους θέτει στην υπηρεσία της ώστε από την μια πλευρά να λειτουργούν ως απροστάτευτο και φτηνό εργατικό δυναμικό και από την άλλη ως πολιορκητικός κριός για τα δικαιώματα των ντόπιων εργατών. Η μετανάστευση λοιπόν, δεν είναι άλλο από μια κατάσταση που διαμορφώνεται λόγω των ιμπεριαλιστικών παρεμβάσεων και των πολέμων από τη μια και λόγω της οικονομικής αποικιοκρατίας χωρών από την άλλη. Η εξουσία την έχει εργαλειοποιήσει έτσι ώστε σύμφωνα με τις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής να ανοιγοκλείνει τη στρόφιγγα της εισδοχής μεταναστών στον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο.

Στις ιδιαίτερες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που διαμορφώνει η σημερινή κρίση οι μετανάστες γίνονται τα πρώτα θύματα (θα ακολουθήσουν και άλλοι, ας μην έχουμε αυταπάτες) των ακροδεξιών ταγμάτων εφόδου με εμφανή στόχο την απομείωση του όποιου δυναμικού τους να διαπραγματευτούν τους όρους εκμετάλλευσής τους, ώστε να στοιβαχτούν ακόμα χαμηλότερα στην κοινωνική πυραμίδα και τις δουλειές τους να πάρουν στη συνέχεια οι ντόπιοι εργάτες χωρίς δικαιώματα πια. Σε αυτή τη στρατηγική εντάσσεται και ο εσωτερικός ρατσισμός που παρατηρούμε σε όλα τα κράτη της Δύσης (στην Ιταλία, με τον ρατσισμό βόρειων – νότιων που δήθεν οι μεν δουλεύουν και οι άλλοι όχι, στην Ελλάδα, με την χυδαία διαπόμπευση συλλήβδην όλων των δημοσίων υπαλλήλων κτλ.) ο οποίος εισάγει με όρους κοινωνικού αυτοματισμού το νέο μοντέλο καταμερισμού της εργασίας που οι καπιταλιστές σχεδιάζουν για εμάς.

Είναι λοιπόν ο εθνικισμός που αποκόπτει και διεμβολίζει οριζόντια τις κοινωνικές ομάδες διαιρώντας τεχνικά τον πληθυσμό (βόρειοι – νότιοι, δημόσιοι – ιδιωτικοί υπάλληλοι) για να τις επανενσωματώσει ο ρατσισμός στο κυρίαρχο σύστημα μέσω του καταμερισμού εργασίας. Ο σύγχρονος ρατσισμός είναι ένας φράχτης. Ένας φράχτης που «διασφαλίζει» τα φανταστικά συμφέροντα του μικροαστού από το φτωχό, του φτωχού από τον πιο φτωχό, του πιο φτωχού από τον μετανάστη, του μετανάστη από τον μετανάστη χωρίς χαρτιά. Μακριά από το μοναδικό στοιχείο που μπορεί να συγκολλήσει μια κοινωνία, την αλληλεγγύη, οι άνθρωποι γινόμαστε αγρίμια που βγάζουν ο ένας τα δόντια του στον άλλο, περισσότερο φοβισμένοι παρά αιμοσταγείς. Ας μην έχουμε αμφιβολίες: Ο καπιταλισμός και η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία του είναι έτοιμοι να μας οδηγήσουν στον φασισμό για να γλυτώσουν το τομάρι τους. Και κάπου εδώ οι αυταπάτες τελειώνουν. Απέναντι σε αυτούς που μας ζητούν να φτιάξουμε δήθεν δημοκρατικά και αριστερά μέτωπα ενάντια στο φασισμό, ξεχνώντας τα ταξικά γυαλιά μας, αντιπαραθέτουμε τα λόγια του Ντουρούτι: «Δεν μπορούμε να συντρίψουμε τον φασισμό σε συνεργασία με τη δημοκρατική κυβέρνηση, αλλά μόνο σε πείσμα της δημοκρατικής κυβέρνησης. Ξέρουμε ότι καμία κυβέρνηση δεν επιθυμεί πραγματικά το ξερίζωμα του φασισμού, γιατί οι αστοί είναι υποχρεωμένοι να καταφεύγουν σε αυτόν όταν βλέπουν ότι κινδυνεύουν να τους φύγει η εξουσία από τα χέρια».

Όλες λοιπόν οι εκκλήσεις για «θεσμική νομιμότητα», «συνταγματικό πατριωτισμό», «προστασία της δημοκρατίας» και αναρίθμητα παρόμοια που ακούγονται από τα χείλη των κυρίαρχων ελίτ είναι δύσκολο να συγκαλύψουν το γεγονός ότι μια κοινωνία της αγοράς ουσιαστικά ταυτίζεται με μια κοινωνία θεσμοποιημένης ανισότητας. Όλες οι φιλελεύθερες διαμεσολαβήσεις, όπως η ελευθερία του λόγου και του τύπου, η διάκριση των εξουσιών, αίρονται στο όνομα της εθνικής σωτηρίας. Αποκρύπτεται επιμελώς το γεγονός ότι όλο το θεσμικό και δικαιικό πλέγμα των σύγχρονων κοινωνιών είναι ένας κολοσσιαίος μηχανισμός καταπίεσης και εκμετάλλευσης των αδυνάτων. Αρκεί να θυμηθούμε την ρήση του Χορκχάιμερ, «Η επιβίωση του ισχυρότερου, πριν γίνει ιαχή για τη συντριβή των κατώτερων φυλών, υπήρξε ο θεμέλιος λίθος της φιλελεύθερης λογικής της αγοράς», άλλωστε «όποιος δεν θέλει να μιλήσει για καπιταλισμό, πρέπει να σωπαίνει για τον φασισμό».

Όσο κι αν οι φωνές υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας μιλούν για τη βία που ασκεί ο φασισμός, τελικά δεν μπορούν παρά να κρύψουν την αλήθεια, πως η φυσική συνέχεια της φιλελεύθερης ιδεολογίας είναι ο φασισμός και τίποτε άλλο. Ο φασισμός που γίνεται σήμερα η ασπίδα του συστήματος μπροστά στην κοινωνική κρίση. Αυτή είναι και η διαδικασία της συνεχούς κίνησης της εξουσίας μεταξύ αυταρχισμού και αστικής δημοκρατίας, όπου η ύπαρξη της μιας μορφής σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί την άλλη.

 Η απόκρυψη των πραγματικών αιτιών της κρίσης οδηγεί ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας να απαξιώνει το κράτος, τα κόμματα και τα ΜΜΕ, στρέφοντας τον θυμό του στρεβλά σε οτιδήποτε θεωρεί ότι εναντιώνεται σ' αυτά. Αυτό είναι το προμελετημένο έγκλημα του συστήματος εξουσίας. Αυτοί που ρίχνουν το μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας στην εξαθλίωση και προωθούν τον κοινωνικό κανιβαλισμό είναι οι ίδιοι που δήθεν «αντιστέκονται» στο φασισμό.

 
Σύγχρονη πολιτική: κράτος και κεφάλαιο

 
Σήμερα, στο φως της κρίσης, περισσότερο από ποτέ αποδεικνύεται πως το πλέγμα σχέσεων κράτους και κεφαλαίου είναι αδιαίρετο. Και αυτό σε αντίθεση προς την κλασική θεώρηση που ήθελε τους πολιτικούς θεσμούς απλά εποικοδομήματα της οικονομικής βάσης. Ο ίδιος ο Μαρξ έδειξε πως δεν υπάρχει αυτονομία του πολιτικού πεδίου. Κόντρα σε όλες τις αστικές θεωρητικές κατασκευές απέδειξε πως κράτος και αγορά είναι ένα αλληλένδετο πλέγμα σχέσεων που ο διαχωρισμός των εξουσιών τους είναι πέρα για πέρα πλαστός. Παρόλα αυτά ένας βαθμός αυτονομίας των πολιτικών θεσμών απέναντι στην αγορά είναι απαραίτητος για την εύσχημη λειτουργία των φιλελεύθερων καθεστώτων. Σε ένα ποσοστό οι πολιτικοί θεσμοί οφείλουν να είναι αυτόνομοι ώστε να εμπεδώνεται η ίδια η αστική προπαγάνδα περί αυτονομίας τους. Κανένα καθεστώς άλλωστε δε μπορεί να κυβερνάει δια μακρόν μόνο με το φόβο, χρειάζεται να αποσπά συναινέσεις, όπως μας έδειξε περίφημα ο Γκράμσι. Όμως, γίνεται άμεσα κατανοητό πως η ισορροπία αυτή είναι λεπτή και έτσι σε περιόδους κρίσης ο βαθμός αυτονομίας του πολιτικού αίρεται αυτοστιγμεί. Κράτος και κεφάλαιο ταυτίζονται απόλυτα. Μία και μόνη γραφειοκρατική μηχανή παίρνει στα χέρια της το σύνολο της παραγωγής και του κατασταλτικού μηχανισμού με την κοινωνία να μετατρέπεται σε ένα κεντρικά σχεδιοποιημένο εργοστάσιο. Αυτός ο μονισμός κρατικής και οικονομικής εξουσίας χαρακτηρίζει αποφασιστικά τον ολοκληρωτισμό.

Σήμερα σε όλες τις χώρες του δυτικού κόσμου ο ολοκληρωτισμός επανέρχεται εφιαλτικά. Και είτε η οικονομική ελίτ παίρνει στα χέρια της την πολιτική εξουσία μετατρέποντας τους αστικούς κοινοβουλευτικούς θεσμούς σε οπερέτες (Ελλάδα – Ιταλία) είτε συμβαίνει το ανάποδο (Ρωσία, Κίνα), μικρό ρόλο παίζει για τη διαμόρφωση των δομικών αλλαγών στις κοινωνίες. Ο καπιταλισμός τείνει προς τη μονοπωλιακή συσσώρευση ανακατασκευάζοντας όλη την κοινωνία – πριν την καταστρέψει ολοκληρωτικά – σε ένα απόλυτα ελεγχόμενο εργοστάσιο.

 

ολοκληρωτισμός ή πόλεμος

 
Η σημερινή κρίση του καπιταλισμού, ενός συστήματος που επιβιώνει εδώ και δεκαετίες με πίστωση, είναι αδύνατη χωρίς την καταστροφή μέρους του κεφαλαίου και της ανθρωπότητας. Η ικανότητα να διοχετεύονται οι κρίσεις σε περιφερικά μέτωπα έδωσε τις προηγούμενες δεκαετίες την ψευδαίσθηση στις δυτικές κοινωνίες πως δεν θα ζήσουν ξανά πόλεμο στο έδαφός τους. Όμως για την Ευρώπη είναι σαφές πως το οικονομικό εποικοδόμημα της κοινής αγοράς επιχειρεί ιδεολογικά να προσδέσει τους λαούς σε  έναν ευρωπαϊκό εθνικισμό. Οι όποιοι τοπικοί εθνικισμοί λειτουργούν ως ασπίδα των ευρωπαϊκών ελίτ απέναντι στην λαϊκή εξέγερση και σαν χρυσή εφεδρεία αν οι σχεδιασμοί της αποτύχουν. Η ΕΕ που τιμήθηκε με το Νόμπελ ειρήνης πριν λίγο καιρό προετοιμάζεται όπως και όλα τα κράτη του κόσμου για την τελική αναμέτρηση.

Για ένα πόλεμο διττό, στο εξωτερικό, για να καταστρέψει υποδομές, να καρατομήσει τους πλεονάζοντες ανέργους, να οικοδομήσει ξανά ανάπτυξη πάνω στα ερείπια και πόλεμος στο εσωτερικό, για να θωρακίσει τα νώτα του από όσους αντιστέκονται εκτρέφοντας το φασισμό. Ο πόλεμος προϋποθέτει τη μονολιθική συνοχή της κοινωνίας, έναν παράλογο μανιώδη εθνικισμό, που θα οδηγήσει εθελόδουλα τους εργάτες στα κρεματόρια για τα συμφέροντα των αφεντικών τους.

Αν θέλουμε λοιπόν να αρνηθούμε τον όλεθρο. Αν θέλουμε να ζήσουμε σε ένα μέλλον με αξιοπρέπεια, χωρίς πόλεμο και εξαθλίωση, είμαστε αναγκασμένοι να διεξάγουμε έναν πόλεμο διμέτωπο. Εναντία στο καπιταλισμό και τη σύγχρονη πανοπλία του, το φασισμό. Και αν οι εργάτες του Σπάρτακου μας δίδαξαν πιο είναι το χρέος της εργατικής τάξης μπροστά στον καπιταλιστικό πόλεμο – η δυναμική του άρνηση και η μετατροπή του σε επανάσταση – οι εργάτες της Ισπανίας μας απέδειξαν πως το τσάκισμα του φασισμού πρέπει να γίνει παράλληλα με την οικοδόμηση μια νέας κοινωνίας μέσα στα συντρίμμια της παλιάς. Μια κοινωνίας αξιοπρέπειας, ελευθερίας, αλληλεγγύης. Ο χρόνος τελείωσε. Στην εποχή μας έλαχε να δώσουμε μια μάχη μέχρις εσχάτων…

 

Το δικό μας όραμα

 

Το όραμά μας για μια άλλη κοινωνία συνοψίζεται στην πεποίθηση πως οι ανθρωπότητα μπορεί να ζήσει χωρίς την καταπιεστική παρουσία του κράτους και της αγοραίας ζούγκλας. Πιστεύουμε ότι είναι σήμερα ζωντανή όπως ήταν και σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας αυτή η δυνατότητα. Και σε αυτή μας την πεποίθηση δεν μας οδηγεί καμία οιονεί μεταφυσική πίστη ή μια πίστη σε ένα κλειστό δόγμα ή μια παραμορφωτική ιδεολογία αλλά η ίδια η καταγεγραμμένη ιστορική εμπειρία.

Η ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι μια ιστορία καταπίεσης και ανελευθερίας. Παρότι εκεί συγκλίνουν όλες οι εξουσιαστικές αφηγήσεις υπάρχουν στιγμές αλλά και ολόκληρες εποχές που οι άνθρωποι απέδειξαν ότι μπορούν να ζήσουν ισότιμα, χωρίς δυνάστες και αφέντες, με συνεργασία και αλληλεγγύη.

Το όραμά μας εμπνέεται από τις φωτεινότερες στιγμές στην ιστορία της χειραφετημένης ανθρωπότητας, από τις ηρωικές ημέρες τις Κομμούνας του Παρισιού, τα χρόνια της Ισπανικής Επανάστασης, το σύγχρονο παράδειγμα του Ζαπατιστικού κινήματος, αλλά και από εκατοντάδες άλλες στιγμές και περιόδους που οι άνθρωποι έσπαζαν το δήθεν ιστορικό συνεχές της καταπίεσης και μαγεμένοι από το άρωμα της ελευθερίας δημιουργούσαν την δική τους ιστορία μέσα στην ιστορία.

Ο καπιταλισμός, το σύστημα που βιώνει η ανθρωπότητα για πάνω από πέντε αιώνες δεν ήταν το πρώτο ούτε ελπίζουμε το τελευταίο που θα πραγματώσει η ιστορία. Και αυτό γιατί παρά τις φιλελεύθερες πεποιθήσεις που ντύθηκαν κατά καιρούς και με επιστημονικό μανδύα, ο άνθρωπος δεν είναι ένα εκ φύσεως ανταγωνιστικό ον. Ένα αγρίμι η μόνη περίπτωση να ζήσει ειρηνικά είναι κάτω από την καταπιεστική παρουσία ενός θεού, ενός κράτους, ενός βασιλιά. Η ζούγκλα της αγοράς και ο ασφυκτικός κλοιός του πολιτισμού της ιδιοκτησίας δεν είναι η φυσική εξέλιξη του ανθρώπου. Μάλλον όλα αυτά είναι το στρεβλό αποτύπωμα ενός πολιτισμού που εχθρεύεται τη φύση και τα ένστικτα, μιας διαστροφικής και αυτοκαταστροφικής πορείας του πολιτισμού.

Ο καπιταλισμός λοιπόν, παρά την τεράστια εποποιία του, που ξεκίνησε από το δωδέκατο αιώνα στις αυτόνομες πόλεις της Ευρώπης για να εξαπλωθεί στην συνέχεια σε όλο τον πλανήτη και να κόψει στο τέλος τα κεφάλια της αριστοκρατίας, είναι ένα πολιτισμικό μόρφωμα που βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε παρακμή. Και δεν είναι μόνο η κρίση του οικονομικού του μοντέλου, που σήμερα κάνει πιο εμφανή από ποτέ τη βαθιά φθορά των βασικών του  θεμελιακών παραδοχών (της ιδιοκτησίας, του ανταγωνισμού και την επιβίωσης του ισχυρότερου) είναι ο συνολικός του πολιτισμός που αδυνατεί να παράξει ένα νέο όραμα που θα εμπνεύσει την ανθρωπότητα.

Όμως, η ιστορική πορεία του καπιταλισμού από την γέννηση των πρώτων αυτόνομων πολιτικών μορφών μέχρι την ηρωική του επανάσταση το 1789, μια πορεία που ξεκίνησε κάτω από την καταπιεστική μπότα της φεουδαρχίας, μας διδάσκει και κάτι ακόμα. Πως αν θέλουμε να τον υπερβούμε, αν θέλουμε να ζήσουμε χωρίς πόλεμο, φτώχεια και καταπίεση, αν θέλουμε να δούμε έναν κόσμο που δεν θα κυβερνάει η εξουσία κάποιου αφέντη, πρέπει να δημιούργησε αυτόν τον άλλο κόσμο μέσα στα σπλάχνα του.

Οι δρόμοι δεν υπάρχουν, λένε οι Ζαπατίστας, τους ανοίγουμε περπατώντας. Είναι οι δρόμοι που οφείλουμε να ανοίξουμε σήμερα όλοι μας. Τώρα που ο πολιτισμός τους σαπίζει, που οι ιδέες τους αποδεικνύονται κενές, και τα νοήματα που θεμελίωσαν την εξουσία τους καταρρέουν σαν χάρτινοι πύργοι είναι ο χρόνος για να μιλήσουμε και να πράξουμε. Όχι γιατί θέλουμε και εμείς να πούμε κάτι, απλά για να το πούμε, αλλά γιατί πιστεύουμε πως δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά. Είμαστε πεπεισμένοι, οι πράξεις τους μας το δείχνουν, πως ο κεφαλαιοκρατικός πολιτισμός θα προτιμήσει να καταστρέψει κάθε μορφή ζωής στον πλανήτη παρά να καταστραφεί ο ίδιος. Πρέπει λοιπόν να πράξουμε άμεσα, με την δίψα για ελευθερία των πρώτων αστών, να θεμελιώσουμε τη δική μας κοινωνία και τους δικούς μας θεσμούς. Με το πάθος των παλιών διαφωτιστών που θανάτωσαν το θεό και την αυθεντία του για να θεμελιώσουν τον νόμο πάνω στον ορθό λόγο και την επιστήμη, να αρχίσουμε έναν νέο διαφωτισμό, με στόχο να διαλύσουμε τα ψεύδη του καπιταλισμού, της αγοράς και της επιστήμης του.

Ξέρουμε πως δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα μόνοι μας. Όπως ξέρουμε πως δεν έχουμε γι’ αυτό τίποτα πέρα από την ζωντανή μας επιθυμία. Αλλά πιστεύουμε ότι αυτή αρκεί για να  θεμελιώσει ένα κόσμο μέσα και πάνω στα συντρίμμια του παλιού. Γιατί μόνο αυτή αρκούσε πάντα στην ανθρώπινη ιστορία για όλους όσοι ξεκίνησαν να χτίσουν τη ζωή τους από την αρχή. Δεν πιστεύουμε λοιπόν ούτε σε κόμματα, ούτε σε πρωτοπορίες, ούτε σε μηχανισμούς αλλά ούτε και σε ηγέτες ή σωτήρες. Πιστεύουμε μόνο στους ανθρώπους. Θέλουμε να βλέπουμε τους εαυτούς μας ως τμήμα ενός ζωντανού κινήματος και τίποτα παραπάνω.

Σε αυτό το κίνημα, το κίνημα των ζωντανών επιθυμιών που θέλει να καταλύσει την εξουσία των νεκρών είναι που δίνουμε λόγο. Απ’ αυτό και από την ίδια την κοινωνία αντλούν νομιμοποίηση τα όσα λέμε και κάνουμε και γι’ αυτό δε δίνουμε λόγο σε καμία εξουσία. Δεν υπακούμε a priori σε κανένα νόμο. Δεν ακολουθούμε καμιά επιβεβλημένη ηθική πέρα από αυτή, του κόσμου που φέρνουμε στα σπλάχνα μας. Ενός κόσμου που γεννιέται κάθε στιγμή, όπως έλεγε ο Ντουρούτι, ενός κόσμου που γεννιέται και μεγαλώνει τώρα.

Το όραμά μας γι’ αυτά που θέλουμε να ζήσουμε δεν εντάσσεται σε κανένα κλειστό ιδεολογικό σύστημα. Δεν πιστεύουμε σε τέτοια. Μια πραγματική δράση του κινήματος, ένα βήμα μπροστά, όπως μας είπε ο Μαρξ, είναι πολύ σημαντικότερη από χιλιάδες σελίδες θεωρίας. Η κοινωνία δεν μπαίνει σε δοκιμαστικούς σωλήνες και εξισώσεις. Όλοι όσοι προσπάθησαν να σχεδιάσουν την κοινωνία σε θεωρητικά σχήματα, είτε η πραγματικότητα τους ξεπέρασε είτε οι ίδιοι έγιναν καταπιεστικοί δυνάστες για να επιβάλουν στην κοινωνία ό,τι αυτή πεισματικά αρνιόταν.

Το όραμά μας εμπνέεται από τις μεγάλες ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού, τις αφηγήσεις του εργατικού κινήματος, το ιστορικό ρεύμα του κοινωνικού αναρχισμού, τις αντιαυταρχικές παραδόσεις του μαρξισμού, τα κινήματα της εργατικής αυτονομίας, την κριτική σχολή της Φρανκφούρτης. Πιστεύουμε πως ο λόγος μας είναι η άρνηση αυτού του κόσμου. Η διαφωτιστική δύναμη που φιλοδοξεί να αποκαλύψει το ψέμα της εξουσίας και ν’ ανοίξει τις χαραμάδες απ' όπου θα προβάλει το φως της ελευθερίας. Μια ζωντανή δυνατότητα για την κοινωνία. Δεν θα πούμε λοιπόν πώς πρέπει να είναι η κοινωνία σε κάθε λεπτομέρεια. Αυτό δεν μας αναλογεί ούτε και μας αφορά. Δεν είναι ο ρόλος μια πολιτικής πρωτοβουλίας αυτός, ούτε κανενός άλλου. Η χειραφετημένη κοινωνία θα βρει μόνη της τους τρόπους και τις λεπτομέρειες της ζωής της αφού αυτή θα είναι η πραγμάτωση των αναγκών και των επιθυμιών της.

Θεωρούμε με αυτά που είπαμε πως ένα πρόγραμμα, ένα σχέδιο, ένας μπούσουλας του τί θέλουμε να κάνουμε πρέπει να έχει χαρακτήρα αρνητικό. Να είναι δηλαδή η άρνηση ενός πολιτικού προγράμματος έτσι όπως έχουμε συνηθίσει να μας τα δίνουν τα κόμματα που θέλουν να διαχειριστούν την εξουσία. Το δικό μας πρόγραμμα έχει στόχο να καταργήσει το κράτος και την αγορά για την οικοδόμηση μιας κοινωνίας αυτοοργάνωσης, αλληλεγγύης και άμεσης δημοκρατίας. Μια κοινωνίας χωρίς έθνη, σύνορα και τεχνητούς διαχωρισμούς μεταξύ των ανθρώπων. Το πρόγραμμα μας είναι λοιπόν μια κριτική. Κριτική του καπιταλιστικού κόσμου, κριτική λόγου αλλά και πράξης που δίνει την δυνατότητα στην κοινωνία (αλλά και σε εμάς τους ίδιους) να δει μπροστά, ότι υπάρχει και μια άλλη δυνατότητα να γίνουν τα πράγματα.

Δεν θέλουμε να αναμορφώσουμε την κοινωνία στο όνομα της κοινωνίας. Θέλουμε να κινηθούμε μαζί της. Και αυτό για μας δεν είναι ευχολόγιο αλλά η μόνη ζωντανή δυνατότητα. Αρνούμαστε κάθε εμπλοκή στις εκλογές και σε κάθε θεσμό αντιπροσώπευσης γι’ αυτό το λόγο. Αρνούμαστε να μιλάμε και να πράττουμε στο όνομα των άλλων.

Δεν έχουμε αυταπάτες. Ξέρουμε πως για την πραγμάτωση των επιθυμιών μας δε μπορούμε να κινηθούμε μόνοι μας – μια χούφτα άνθρωποι. Γι’ αυτό και από την πρώτη στιγμή θέσαμε στόχο να έρθουμε σε έναν ζωντανό διάλογο με άλλες ομάδες και πρωτοβουλίες που συμμεριζόμαστε μερικές διαπιστώσεις και έχουμε κάποια κοινά οράματα για τον κόσμο. Σε αυτή τη διακήρυξη συμπεριλαμβάνουμε και το κάλεσμα που στέλνουμε σε άλλες ομάδες που ο λόγος και η πρακτική τους πιστεύουμε ότι συμβαδίζει με τον δικό μας και με τις οποίες ελπίζουμε να μοιραστούμε κοινές πορείες στο άμεσο μέλλον. Το κάλεσμά μας είναι φυσικά ανοιχτό σε όλους αυτούς και όλες αυτές που νιώθουν ότι μπορούμε να βρεθούμε μαζί σ’ έναν ανοιχτό και δημόσιο διάλογο με στόχο την πραγμάτωση μιας οργανωτικής και πολιτικής πρότασης για το σήμερα.

Πιστεύουμε ότι η οριακότητα της σημερινής καπιταλιστικής κρίσης σε όλα τα επίπεδα και η βεβαιότητά μας για την πορεία προς το σύγχρονο ολοκληρωτισμό – που είναι κάτι παραπάνω από σίγουρη αν δεν αντιδράσουμε – μας επιβάλει να κινηθούμε σε αυτή την κατεύθυνση.

Δεν μπορούμε μόνοι μας. Μόνοι, είμαστε καταδικασμένοι να αποτύχουμε. Είμαστε καταστατικά υπέρ της οργάνωσης όσων συμμερίζονται το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς κράτος και καπιταλισμό. Το ότι η οργάνωση δεν είναι για εμάς ένα ζήτημα τυπικό ή διαδικαστικό είναι η μόνη ζωντανή απόδειξη ότι πιστεύουμε πως μια κοινωνία μπορεί να αυτοοργανωθεί σε ελευθεριακές, αντιεξουσιαστικές, αμεσοδημοκρατικές βάσεις. Και ξέρουμε πως δεν μπορούμε να διακηρύξουμε στην κοινωνία να αυτοοργανωθεί αν εμείς πρώτα δεν το έχουμε πράξει.

 

Τι θέλουμε να κάνουμε σαν πρωτοβουλία

 

Στις συνθήκες της σημερινής κρίσης που αναλύσαμε παραπάνω θεωρούμε πως είναι επιτακτικότερη από ποτέ η δράση μας μέσα στην κοινωνία. Ο καθένας από μας επιδιώκουμε να δραστηριοποιηθεί στον κοινωνικό του χώρο και στους κοινωνικούς θεσμούς που υπάρχουν ή μπορούν να δημιουργηθούν.

Στη δουλειά, στο σωματείο, στη γειτονιά, στη σχολή. Να συμμετέχει ή ακόμα και να δημιουργεί αντιθεσμούς που θα κάνουν από μικρά έως και μεγάλα βήματα χειραφέτησης. Θεσμούς άμεσης δημοκρατίας όπως σωματεία βάσης, συνελεύσεις γειτονιάς, πρωτοβουλίες και σχήματα.

Για μας οι θεσμοί αυτοί παρά τα προβλήματα που έχουν, είναι οι θεσμοί ενός ζωντανού κινήματος και σε αυτούς θέλουμε να δώσουμε προτεραιότητα. Η πολιτική πρωτοβουλία δεν είναι λοιπόν κάτι πάνω απ’ όλα αυτά, αλλά ο χώρος που βρίσκονται και συζητούν, αλληλοστηρίζονται και εμψυχώνονται άνθρωποι που συμμερίζονται ιδέες και οράματα όπως τα παραπάνω.

Είναι για μας σαφές λοιπόν ότι η πρωτοβουλία έρχεται όχι για να υποκαταστήσει την όποια κοινωνική κίνηση, όχι για να περιχαρακώσει ιδεολογικά τις παρεμβάσεις των «ανθρώπων της» αλλά για να υποστηρίξει και να σταθεί αλληλέγγυα σε όποιες δράσεις και πρωτοβουλίες κινούνται στην κατεύθυνση των στόχων που αυτή έχει θέσει. Χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις και προαπαιτούμενα.

Η συνέλευση της πρωτοβουλίας είναι ο χώρος που κατατίθενται οι ιδέες και οι εμπειρίες των συμμετεχόντων της στους κοινωνικούς τους χώρους. Ιδέες και εμπειρίες που συζητιούνται για να παράγουν την ίδια την πολιτική πράξη της πρωτοβουλίας. Πράξη που έχει στόχο την αλληλεγγύη, την χειραφέτηση και την αυτοοργάνωση της κοινωνίας.

Θέλουμε η δουλειά της ομάδας να κατευθύνεται από κάτω προς τα πάνω. Μια διαδικασία που στόχο έχει να συνομιλεί με όλες τις κοινωνικές δομές που παίρνουν ανοιχτές πρωτοβουλίες αντίστασης αλλά και με άλλες πολιτικές πρωτοβουλίες στην προσπάθεια ενοποίησης ενός κοινού στρατηγικού οράματος και ενός προγράμματος χειραφέτησης.

Δεν είμαστε ούτε σωματείο που αντιστέκεται στις απολύσεις και διεκδικεί συνθήκες αξιοπρέπειας στο χώρο δουλειάς ούτε πολιτικό κόμμα που έχει στόχο την κατάληψη της εξουσίας, αλλά μια πολιτική πρωτοβουλία, η οποία είναι διακηρυγμένα αντίθετη στο Κράτος και τον Καπιταλισμό και στοχεύει, πέρα από την αντίσταση, στη δημιουργία δομών μέσα στην κοινωνία και ενάντια στο καθεστώς. Δίνουμε βάρος σε αυτές τις δομές, που είναι θεμιτό να έχουν όσο το δυνατόν μόνιμο χαρακτήρα και να δημιουργούν σταθερές κοινωνικές σχέσεις και συμμαχίες. Δομές κοινωνικής αλληλεγγύης, δομές που αρνούνται την εξουσία του χρήματος και της αγοράς και προτάσσουν άλλες κοινωνικές σχέσεις.

Μέσα στη σύγχρονη κοινωνία του θεάματος και του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού, όπου το καθεστώς έχει αποκλείσει κάθε φωνή αντίστασης – ή τουλάχιστον τις έχει φέρει στα μέτρα του (ακόμα και τις πιο «ακραίες» δράσεις/απεργίες κλπ) – θεωρούμε ότι η εμπλοκή μας με το θέαμα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική. Πιστεύουμε σε δράσεις ακτιβισμού που αντιστρέφουν το κυρίαρχο θέαμα και ανατρέπουν την αφήγηση που αυτό επιβάλει. Δράσεις που εκπλήσσουν, που δεν καταγράφονται στους σχεδιασμούς του κράτους και που μπορούν πρόσκαιρα να περάσουν κοινωνικά μηνύματα διαλύοντας το συνεχές της κυρίαρχης προπαγάνδας. Λέμε όμως ότι αυτές οι δράσεις πρέπει να είναι περιορισμένες, έξυπνα σχεδιασμένες και σε καμία περίπτωση να μην υποκαθιστούν την ουσιαστική δουλειά μας στην κοινωνία.

Θέλουμε ακόμα να κινηθούμε στην κατεύθυνση αναζήτησης νέων μορφών δράσης. Σύγχρονων ιδεών που θα ξεφεύγουν από τις κλασικές πρακτικές των κινημάτων (αφίσα, πορεία, προκήρυξη κλπ. – χωρίς φυσικά να απαξιώνουμε τίποτα απ’ όλα αυτά). Πρακτικές που, όπως είπαμε και πιο πάνω, θα εκπλήσσουν θετικά την κοινωνία και θα σπάνε τα ταμπού της προκατάληψης απέναντι στα κινήματα.

Ξέρουμε ότι το προνομιακό πεδίο του σύγχρονου ολοκληρωτισμού δεν είναι αυτό του λόγου (αφού κάθε νόημα έχει χαθεί) αλλά εκείνο της αισθητικής. Με τεράστιους μηχανισμούς διαμόρφωσης της αισθητικής πραγματικότητας το καθεστώς έχει καταφέρει να παρουσιάζονται στην κοινωνία «πιο ελκυστικές» και ποιο «γοητευτικές» ακόμα και οι πράξεις των φασιστών παρά οι δικές μας. Πίσω από την επιβολή αυτού του θεάματος κρύβεται η ηθική της κυριαρχίας. Μια ηθική που προβάλλει τη φιλανθρωπία του πλούσιου αλλά αποκρύπτει τις δράσεις κοινωνικής αλληλεγγύης των φτωχών. Μια ηθική που προβάλει τα μεμονωμένα συσσίτια μόνο για Έλληνες της χρυσής αυγής αλλά συγκαλύπτει τις πολλαπλάσιες άλλες πρωτοβουλίες κοινωνικής αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης των «από τα κάτω». Πρέπει λοιπόν οι δικές μας πρωτοβουλίες να προσελκύουν την κοινωνία. Να αποπνέουν μια ομορφιά που θα είναι εμφανής σε όλα τα επίπεδα και τις ηθικές εκφάνσεις της, ώστε να διεκδικούν την αποδοχή τους ανεξαρτήτως των προσλαμβανουσών παραστάσεων. Μια αισθητική που θα αποκαλύπτει τον πλαστό ηθικισμό της εξουσίας.

Για να κάνουμε το λόγο και την πράξη μας ζωντανή μέσα στην κοινωνία πρέπει να οργανώσουμε εμείς πλατιά δίκτυα αλληλεγγύης – συσσίτια, ανταλλακτικά παζάρια, κοινωνικά ιατρεία, ελευθεριακή εκπαίδευση, ανοιχτούς κοινωνικούς χώρους, ανοιχτά συνεργατικά εγχειρήματα, πρωτοβουλίες αντιφασιστικές, πρωτοβουλίες γειτονίας κ.α. – που μέσα από έναν συνδετικό οργανωτικό ιστό θα αποκτήσουν πλατιά αναγνώριση και θα απαντούν στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες δίνοντας άμεσες λύσεις και θα κινούνται μακριά από την φιλανθρωπία ή την πολιτική διαμαρτυρία που στοχεύει στο κομματικό ή ιδεολογικό καπέλωμα.

 

Οργανωτικές αρχές


Στο κομμάτι αυτό θα περιγράψουμε συνοπτικά τις αρχές πάνω στις οποίες η συνέλευση μας έχει αποφασίσει να λειτουργεί. Πρέπει να πούμε από την αρχή ότι θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντικό τον τρόπο με τον οποίο η διαδικασία της πρωτοβουλίας οργανώνεται καθώς για εμάς το ζήτημα αυτό δεν είναι απλά ένα διαδικαστικό θέμα. Αντίθετα θεωρούμε πως οι οργανωτικές αρχές λειτουργίας, χωρίς να είναι δόγματα, προσδιορίζουν – σε ένα  βαθμό – και σε πολιτικό επίπεδο τη στόχευση της διαδικασίας. Και αυτό γιατί μια διαδικασία που πολιτικά στρέφεται ενάντια σε κάθε θεσμό διαχωρισμένης εξουσίας αλλά και σε κάθε θεσμό ανισότητας και εκμετάλλευσης δεν μπορεί παρά να προσπαθεί να μην αναπαράγει στο εσωτερικό της τις ίδιες δομές. Με την μικρή μας πείρα ο καθένας από εμάς, μέσα από τα κοινωνικά κινήματα, αποφασίσαμε να θέσουμε τις παρακάτω οργανωτικές αρχές λειτουργίας ξεκαθαρίζοντας παράλληλα ότι δεν είναι ούτε δόγματα – που θα σήμαινε ότι δεν αλλάζουν και δεν τα διαπραγματευόμαστε ποτέ – αλλά ούτε και απλοί λειτουργικοί κανόνες – που θα σήμαινε ότι τους παραβιάζουμε όποτε θέλουμε – αλλά κάποιες λειτουργικές δομές τις οποίες έχουμε αποφασίσει όλοι και απέναντι στις οποίες δεσμευόμαστε. Η ίδια η συνέλευση μπορεί να τις αλλάξει όποτε θελήσει.


1) Αντι-ιεραρχική δομή – μη ανάθεση. Η Ελευθεριακή πρωτοβουλία είναι μια διαδικασία που λειτουργεί χωρίς καμία ιεραρχική δομή. Δεν υπάρχουν αξιώματα και θέσεις εξουσίας. Η πρωτοβουλία δεν αναθέτει σε κανέναν άλλο τις αποφάσεις της πέρα από το σύνολο των μελών της που αυτοδεσμεύονται εθελοντικά απέναντι σ’ αυτές. Η ανάθεση συγκεκριμένων τομέων δουλειάς σε ορισμένα άτομα πρέπει να γίνεται όσο το δυνατόν κυκλικά και πάντα με την θέληση του ίδιου του ατόμου χωρίς να δημιουργούνται “ειδικοί” για οτιδήποτε. Η πρωτοβουλία δεν αναγνωρίζει καμία ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων και δεν αποδέχεται κανέναν διαχωρισμό εθνικότητας, φύλου, καταγωγής κτλ.                                                                                                                                                                                            


2) Τακτικός χαρακτήρας της συνέλευσης. Η πρωτοβουλία συνεδριάζει με τακτικό τρόπο σε χρόνο και χώρο που η ίδια έχει αποφασίσει. Έκτακτη συνέλευση μπορεί να γίνει εάν υπάρχει ανάγκη και μπορεί να πάρει αποφάσεις αν συγκεντρωθούν τα 2/3 της συνέλευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση η συνέλευση μπορεί να λειτουργεί είτε ως ομάδα εργασίας για να προετοιμάζει θέματα και παρεμβάσεις της επόμενης συνέλευσης, είτε μπορεί να ενημερώνει όλους τους συμμετέχοντες μέσω ηλεκτρονικών ή άλλων μέσων (forum, e-mail, επιστολής κ.α.) και να θέτει ένα χρονικό ορίζοντα για τις αποφάσεις μέσω αυτού. Τα πρακτικά και οι αποφάσεις της συνέλευσης καθώς και τα θέματα της επόμενης θα αναρτώνται στο φόρουμ από αυτόν που κρατά τα πρακτικά.


3) Ομαλή λειτουργία της συνέλευση. Στην αρχή της συνέλευση ορίζονται οι θεματικές της συζήτησης. Κάθε ένας που συμμετέχει μπορεί να θέσει όποιο ζήτημα νομίζει. Στο τέλος της συνέλευσης αποφασίζονται τα προτεινόμενα θέματα της επόμενης συνέλευσης ώστε ο καθένας να έχει το χρόνο να προετοιμαστεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι τα μόνα θέματα που θα συζητηθούν. Κάθε θέμα συζητιέται διεξοδικά με κυκλικές τοποθετήσεις και δεν εξαντλείται αν δεν παρθεί συνολική απόφαση με όλους τους συμμετέχοντες να έχουν μιλήσει. Η συνέλευση λειτουργεί με συντονιστή ο οποίος αποφασίζεται στην αρχή της συνέλευσης και για τον οποίο γίνεται προσπάθεια να είναι κάθε φορά διαφορετικός. Ο συντονιστής μπορεί να αλλάζει κατά τη διάρκεια της συνέλευσης αν η συνέλευση το αποφασίσει. Ρόλος του συντονιστή είναι να κρατάει την κουβέντα μέσα στη θεματική και να προσπαθεί η συζήτηση να διεξάγεται ομαλά χωρίς προστριβές, διακοπές και εντάσεις, ενώ παράλληλα αναλαμβάνει την ενημέρωση του σώματος της συνέλευσης (στο διάστημα μεταξύ των συνελεύσεων) για τυχόν έκτακτα γεγονότα που αφορούν τη συνέλευση, τροποποιήσεις κλπ.


4) Άμεση δημοκρατία στον τρόπο λήψεις των αποφάσεων. Μετά της ολοκλήρωση ικανών κύκλων τοποθετήσεων επιδιώκεται ομοφωνία. Αν αυτό δε μπορεί να γίνει τότε επιδιώκεται η αυξημένη συναίνεση των συμμετεχόντων. Σε έσχατη περίπτωση που δεν υπάρχει συναίνεση η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία. Η πλειοψηφία δε μπορεί να αποφασίσει για ζητήματα αρχών και λειτουργίας.

Κάλεσμα για κοινή δράση και οργάνωση

Η «Ελευθεριακή πρωτοβουλία ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο» είναι μια νέα συνέλευση που συγκροτήθηκε στην πάτρα το προηγούμενο διάστημα. Στόχος της είναι η δημιουργία μια πολιτικής και οργανωτικής πρότασης που να απαντάει στην αναγκαιότητα της άμεσης δράσης και πάλης σε όλα τα κοινωνικά μέτωπα που σήμερα διεξάγεται ο κοινωνικός – ταξικός ανταγωνισμός από την πλευρά των καταπιεσμένων.

Το πολιτικό της στίγμα καθορίζεται από την μια πλευρά στην συνολική απόρριψη του καπιταλισμού, ενός συστήματος που ανακατασκευάζει το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων σε αγοραίες βάσεις, που καταστρέφει τη φύση και κάθε μορφή ζωής στο πλανήτη, που αποτελεί μια κολοσσιαία μηχανής καταπίεσης και εκμετάλλευσης και που σήμερα, μέσα στην κρίση, έχει περάσει στην πλέον καταστρεπτική του μορφή αποφασισμένος να διεξάγει έναν ολοκληρωτικό πόλεμο για την επιβίωση του, και από την άλλη, στέκεται ενάντια στο σύγχρονο ολοκληρωτικό κράτος και σε κάθε αστικό θεσμό διαχωρισμένης εξουσίας (εθνικό και υπερεθνικό) που κατανέμει την κοινωνική εξουσία σε ιεραρχικές και καταπιεστικές βάσεις.

Η πολιτική αντίθεσή μας στο σύγχρονο ολοκληρωτισμό, δηλαδή στο αδιαχώριστο πλέγμα σχέσεων μεταξύ πολιτικών και οικονομικών θεσμών για τον πλήρη έλεγχο της κοινωνικής ζωής, είναι έτσι μια συνολική πολιτική αφετηρία για τη δράσης μας. Λειτουργούμε άμεσα και δημοκρατικά στη βάση της συνέλευσης με ρητούς καταστατικούς όρους που έχουμε αποφασίσει από κοινού και μας δεσμεύουν.

 Από την πρώτη στιγμή της σύστασής μας αναγνωρίσαμε την αναγκαιότητα όχι μόνο μιας ουσιαστικής αυτοθέσμισης αλλά και την επιτακτικότατα ενός διαλόγου για τη διατύπωση μιας συνολικής οργανωτικής και πολιτικής πρότασης που θα αγκαλιάζει άτομα και ομάδες που:

Αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα συγκρότησης μιας αμεσοδημοκρατικής και αντιεραρχικής πολιτικής οργανωτικής δομής σε πανελλαδικό επίπεδο.

Αναγνωρίζουν την οριακή κρισιμότητα της καπιταλιστικής κρίσης σε κοινωνικό επίπεδο και κινούνται στην κατεύθυνση άμεσης δράσης σε όλους τους κοινωνικούς χώρους που διεξάγεται αυτή η αναμέτρηση.

Αποδέχονται την αντικρατική (εκτός και ενάντια στους αστικούς θεσμούς) και αντικαπιταλιστική πολιτική στόχευση και αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα διατύπωσης ενός συνολικού πολιτικού σχεδίου – προγράμματος προς αυτή την κατεύθυνση.

 Στην κατεύθυνση αυτή απευθύνουμε κάλεσμα σε ομάδες, άτομα και πρωτοβουλίες που κινούνται σε αυτά τα πλαίσια για την διεξαγωγή ενός διαλόγου στη βάση των παραπάνω. Με την ευχή να βρεθούμε σύντομα οργανωμένοι και δυνατοί στο δρόμο του αγώνα ενάντια στο σύγχρονο ολοκληρωτισμό.

[1] Κεϋνσιανισμός: η πρακτική εφαρμογή των οικονομικών αντιλήψεων του οικονομολόγου Τζον Μέιναρντ Κέυνς κυρίως για την τόνωση της οικονομίας με δημόσια έργα και με τον δημόσιο δανεισμό που εφαρμόστηκαν από τα δυτικά αστικά κράτη μετά το τέλος του Β' Π.Π.

[2] Φορντικό σύστημα παραγωγής: ο τρόπος οργάνωσης της παραγωγής όπως έγινε από τη Ford, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα (τεχνική της αλυσίδας συναρμολόγησης), με γνώμονα τις θεωρίες του οικονομολόγου  Φ.Γ. Τέυλορ και στόχο οι εργαζόμενοι να παράγουν περισσότερο, χωρίς αύξηση του προβλεπόμενου μισθού τους!"

Στοιχεία επικοινωνίας:
Τσαμαδού και Ρήγα Φεραίου 167, Κοινωνικό Κέντρο Πάτρας, Πάτρα 262 22, Ελλάδα
nomanslandpatra@gmail.com
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Συνεχίζοντας την περιήγηση αποδέχεστε στην Πολιτική cookies ×