A+ A A-
  • Πλοήγηση από το πληκτρολόγιο:
  • h Αρχική
  • n Δίκτυα αλληλεγγυης
  • a Ανταλλακτικό χαριστικό παζάρι
  • e Νέα
  • p Αρθογραφία
  • w Ποιοι είμαστε
  • c Επικοινωνία
  • t Web Tv
  • s Κοινωνική οικονομία
  • g Αλληλεγγύη
  • m Συνεργατισμός
  • x Καινοτομίες
  • u Start ups
  • o Αειφορία
  • r Δικαιώματα
  • j Ακτιβισμός
  • q Ζώα
Εναλλακτικός ΑμεΑ

Μπάρα προσβασιμότητας για ΑμεΑ

"Η Ελλάδα θα νικήσει, η Γερμανία θα συντριβεί"! Tης Βούλας Δαμιανάκου και του Βασίλη Ρώτα

Ναπολέων Σουκατζίδης:  Του χαρίζεται η ζωή από τους ναζί και εκείνος επιλέγει ελεύθερα και συνειδητά το θάνατο, απειλώντας τους Γερμανούς εκεί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής πως η Ελλάδα θα νικήσει και εκείνοι θα συντριβούν.


Έφυγε χθές από τη ζωή η συγγραφέας - σύμβολο της Αριστεράς  Βούλα Δαμιανάκου




"Η Ελλάδα θα νικήσει, η Γερμανία θα συντριβεί"!  Tης Βούλας Δαμιανάκου και του Βασίλη Ρώτα


Η Βούλα Δαμιανάκου καταγράφει την μαρτυρία της από τη συνάντησή της με τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη σε ένα από τα στρατόπεδα του μαρτυρίου,  στο βιβλίο που έγραψε από κοινού με τον σύντροφό της Βασίλη Ρώτα «Μνημόσυνο» (Αθήνα, 1961):




«Ο Ναπολέων είταν ο πρώτος Ακροναυπλιώτης που μίλησα μαζί του, όταν έπειτα από πολλές ταλαιπωρίες μας έφεραν στο στρατόπεδο Τρικκάλων στα Κουτσομύλια.

Είμαστε μια παρέα δεκατρείς, δώδεκα άντρες και μια κοπέλα, εγώ, οι περισσότεροι πολύ νέοι, σχεδόν παιδιά. Δεν προφτάσαμε να πάρουμε ανάσα και μας φώναξαν, μας βάλαν στη γραμμή για να μας πάρουν τα στοιχεία.

 Είταν ένας ηλικιωμένος Ιταλός μπριγκαντιέρι και πλάι του ένας νέος λεβεντόκορμος, με πρόσωπο λαμπερό που το φώτιζε ένα γλυκύτατο χαμόγελο, Έλληνας διερμηνέας.

Με φωνή γλυκιά και θερμή που φανέρωνε συγκίνηση και με χαμόγελο όλο αγάπη, μας ερωτά τ’ όνομα, τα χρόνια, τη δουλειά, τον τόπο που γεννηθήκαμε κι ό,τι άλλο του ζητάει ο μπριγκαντιέρι.

 Εμείς, καμένοι απ’ όλους τους προηγούμενους διερμηνείς, με πείρα πού ‘καιγε πάνω στο κορμί μας για τους μελιστάλαχτους τρόπους τους, τον πήραμε κι αυτόν για κάποιον πουλημένο χαφιέ και στις γιομάτες καλοσύνη κι ευγένεια ερωτήσεις του απαντούσαμε κοφτά και άγρια.

Επλησίαζε η σειρά μου να δώσω τα στοιχεία μου και τον άκουσα που ‘λεγε στον μπροστινό μου: «Εσείς σίγουρα είστε νεολαίος».

―Γιατί δε σου γιομίζω το μάτι; Του απάντησε με περιφρόνηση ο Στρατής. Ύστερα ήρθε η σειρά μου.

―Για να ιδούμε εσείς, νεολαίϊσα, πόσα χρόνια θα μας κρύψετε; Είμουν απελπισμένη που η σύγχιση δε μ’ άφηνε να βρω μια καλή απάντηση όπως του ‘πρεπε να του δώσω, όταν ακούω κάποιον να του λέει:

―Εμ, πώς να μην κρύβει τα χρόνια της, που ‘πεσε πάνω σε τέτοιον γαμπρό;

Ο διερμηνέας όμως, αντί να θυμώσει, έβαλε τα γέλια, που αυτό μας κορύφωσε την αγανάκτησή μας.

Τον έβλεπα έπειτα παντού, μέσα σ’ όλα, πάντα με το χαμόγελό του, παρέα με όλους κι έκανα τη σκέψη πως η ανοχή που του δείχναν είταν πολιτική. Με πρώτη ευκαιρία ρώτησα έναν πατριώτη μου Ακροναυπλιώτη, πού βρισκόταν ο Ναπολέων Σουκατζίδης, γιατί ‘χα νέα γι’ αυτόν από την Αθήνα.

―Μα τον εγνώρισες πρώτον πρώτον, είν’ αυτός που σας έκανε τον διερμηνέα όταν ήρθατε.

                                         Ο Βασίλης Ρώτας



Έμεινα μ’ ανοιχτό το στόμα.

―Ώστε, ρώτησα μ’ απορία και μ’ ακόμη πιο μεγάλη απογοήτεψη, ο Σουκατζίδης έγινε χαφιές;

―Τι λες; Για όνομα του θεού! Πώς σου πέρασε τέτοια ιδέα; Ο Ναπολέων είναι απ’ τα καλήτερα παιδιά της Ακροναυπλίας, σπάνιος αγωνιστής, μακάρι να του ‘ μοιαζα!

Πέρασε μια βδομάδα ώσπου να βρω ευκαιρία να του ειπώ τα χαιρετίσματα που του ‘φερνα απ’ τη Χαρά, την αρεβωνιαστικιά του, που χρόνια τον περίμενε να γυρίσει. Τι να ‘κανα; Έβαλα τη ντροπή στην πάντα, του ζήτησα συγγνώμη και του είπα τα νέα.

―Μου φέρνεις νέα τόσο χαρούμενα κι άργησες τόσο πολύ να μου τα ειπείς; Μου είπε με παράπονο. Το πρόσωπό του όμως έλαμπε από χαρά. Έτσι έκαμα την γνωριμία με το πιο λαμπρό παιδί της Ακροναυπλίας.

Μόνο τεχνίτης μεγάλος θα μπορούσε να ζωγραφίσει την όψη του την χαμογελαστή. Όψη που να χορεύουν πάνω της αγκαλιασμένες η πίστη και το θάρρος, η σεμνότητα κι η αξιοπρέπεια, η ευγένεια κι η μεγαλοσύνη, η αγάπη κ η συγκατάβαση και πάνω σ’ όλα η καλοσύνη.

 Τίποτα δεν είχε για όλους εμάς τους συγκρατούμενούς του τόση γοητευτική δύναμη όσο το φωτεινό του χαμόγελο που το σκόρπιζε άφθονο σε φίλους και σ’ εχθρούς, σε άδικους και δίκιους.

Δεν είταν κρατούμενος που να μην ένιωσε το χάδι απ’ το βλέμμα του, τη ζέστα απ’ το χαμόγελό του, την προθυμία της απεριόριστής του συγκατάβασης. Είταν σαν να μάγευε και να θεράπευε μαζί.

Εμάλωνε με το χαμόγελο, έκανε σύσταση με το χαμόγελο, δεχόταν ή αρνιόταν κάτι με το χαμόγελο, τους αντιπάλους του με το χαμόγελο τους έβαζε στη θέση τους και την ακαταδεξιά του ακόμη και την περιφρόνησή του την έδειχνε με το χαμόγελο. Με το χαμόγελο αποχαιρέταγε τους συντρόφους του όταν τους παίρναν για εκτέλεση, κι αυτό του το χαμόγελο είταν ένα χαμόγελο σφαγμένο και πιο θλιμένο από το κλάμα.

Με χαμόγελο γιομάτο ικανοποίηση, γιομάτο λεβεντιά και περηφάνεια έδωσε το παρών στο προσκλητήριο την Πρωτομαγιά του 1944. Όλοι γύρισαν σε κείνον. Κι αυτοί που θα ‘φευγαν μαζί του και κείνοι που θα ‘μεναν.

Όλοι ήθελαν να μείνει κι οι πρώτοι κι οι τελευταίοι και μόνο ο Ναπολέων ήθελε να ‘ναι με τους πρώτους. Ο Γερμανός χτηνάνθρωπος ταράχτηκε στο άκουσμα αυτού του ονόματος που το είχε ξεστομίσει το ίδιο του το στόμα.

Μπροστά του, φωνάζοντας ο καθένας παρών μόλις άκουγε τ’ όνομά του, μπαίναν στη γραμμή οι Ακροναυπλιώτες, φρέσκοι, χαμογελαστοί, λαμπροφορεμένοι, λες και θα πήγαιναν στο πανηγύρι. Μπροστά του έχουν πάρει κιόλας τη θέση τους το ένα τρίτο των παιδιών της Ακροναυπλίας.

Μια οργανωμένη αγωνιστική δύναμη τεράστια, που είχε νικήσει σε μάχες πολύ πιο σκληρές, που ‘χε κερδίσει τη μεγάλη μάχη της ζωής για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια κι η μάχη προς τον θάνατο είταν πια κερδισμένη από τα πριν. Ο Γερμανός στρατοπεδάρχης, που όλες του οι χτηνώδικες ενέργειες στο Χαϊδάρι για να λυγίσουν εκείνοι οι ήρωες πήγαν χαμένες, το ‘ξερε καλά αυτό.

Μπροστά σ’ αυτό το μεγαλείο κάτι σαν ίχνος συνείδησης άρχισε να σαλεύει μέσα στα βάθη του σκοτεινού εαυτού του, που ίσως θα ‘θελε να διαμαρτυρηθεί. Κάτι σαν αντίλαλος παλιάς λησμονημένης ανθρωπιάς που του ξυπνάει το αίσθημα του θαυμασμού και που σαν φτάνει στ’ όνομα του Σουκατζίδη ξεσπάζει: «Όχι εσύ, Ναπολέων, όχι εσύ!».

Εκείνη την ώρα ο Ναπολέων ανατριχιάζει, καταλαβαίνει πως περνάει την πιο κρίσιμη ώρα της ζωής του. Η ευαισθησία του δοκιμάζεται όσο ποτέ. Η τιμή του, που τόσο την διαφέντεψε ολοζωής, κιντυνεύει. Πρέπει να προλάβει πριν να ‘ναι πολύ αργά, πριν ο στρατοπεδάρχης αρπάξει τυχαία κάποιον σύντροφό του άλλον και τον βάλει στη θέση του.

Στηριζόμενος ίσα – ίσα σ’ αυτόν τον θαμασμό του Γερμανού στρατοπεδάρχη, του λέει: «Θέλεις να μ’ αντικαταστήσεις όχι από εχτίμηση, αλλά μόνο και μόνο για να με κάμεις από Σουκατζίδη τίποτα.  Μ’ αν πραγματικά μ’ εχτιμάς, η μόνη χάρη που μπορείς να μου κάμεις είναι να μ’ αφήσεις να πεθάνω σαν όλους στη θέση μου, γιατί ο συνεπής αγωνιστής δεν αλλάζει τη θέση του με τίποτε και για κανέναν λόγο, μάλιστα όταν η θέση του αυτή είναι μπροστά στο πολυβόλο».

Κι ο μπόγιας σκύβει το κεφάλι, συμφωνεί κι αποκαλύπτεται.

Φεύγοντας σαν τον ήλιο που πάει να βασιλέψει, άφησε το τελευταίο του χαμόγελο πάνω στα θλιμένα πρόσωπα των συντρόφων του που έμεναν πίσω να τους ζεστάνει στην κρυάδα του θανάτου που σκόρπισε στο στρατόπεδο κείνο το πρωινό.»


Ποιος δεν μιλά για τη Λαμπρή.
Στίχοι: Brendan Behan & Βασίλης Ρώτας
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη




Ναπολέων Σουκατζίδης

Εθνικός ήρωας, Ακροναυπλιώτης, μάρτυρας στο Χαϊδάρι. Εκτελέστηκε στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 ανάμεσα στα 200 στελέχη και μέλη του ΚΚΕ.

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης ήταν πρότυπο ελεύθερου ανθρώπου, αγνού πατριώτη και αντιστασιακού, ήταν κομμουνιστής.

Στην τελευταία πράξη της ζωής του επαναλαμβάνει ό,τι έκανε καθημερινά ως κρατούμενος του ντόπιου φασιστικού καθεστώτος και αργότερα των Γερμανών καταχτητών. Φτάνει στην υπέρβαση.

Του χαρίζεται η ζωή από τον καταχτητή και κείνος επιλέγει ελεύθερα και συνειδητά το θάνατο, απειλώντας τους Γερμανούς εκεί στο Σκοπευτήριο πως η Ελλάδα θα νικήσει και εκείνοι θα συντριβούν.








Η Βούλα Δαμιανάκου




Η Βούλα Δαμιανάκου γεννήθηκε στη Πάνιτσα Λακωνίας. Ήταν σύντροφος του Βασίλη Ρώτα και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση.

Πεζογράφος, ποιήτρια, μεταφράστρια, αλλά και αγωνίστρια παρούσα στους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες του τόπου, συνεργάστηκε με το περιοδικό Λαϊκός Λόγος (1966-1967), με τα ψευδώνυμα Αλκυόνα, Αλκυών, Ειρήνη Πεζοπόρου.
 Εργογραφία:

«Γράμμα σε νεκρό»
«Στην ανεμοζάλη»
«Γέφυρες φιλίας»
«Πολυμπούρικο»
«Υπεύθυνση δήλωση»
«Ο Οτσαλάν στο σπίτι μου. Επιδρομή στη Γιουγκοσλαβία»
«Σαν σε πηδήσει ο Κατής σε ποιον να παραπονεθείς»
«Μοιρολόγια»
«Μοιρολόγια μιας Μανιάτισσας»
«Μανιάτικα μοιρολόγια»
«Ανθολόγιο του «Ελεύθερου Κόσμου Αφιέρωμα αγάπης στη μνήμη του Βασίλη Ρώτα»
«Βασίλης Ρώτας»
«Τιμιότατο να ‘σαι Έλληνας, να ‘σαι ο Γιάννης Ρίτσος»
«Από την Ελλάδα του Αριστοτέλη στην Ευρώπη του Μάαστριχτ»
«Παροιμίες και ρήτρες από το έργο του Σαίξπηρ»
«Όταν ο ήλιος της τραγωδίας ανάτειλε»
«Ουίλλιαμ Σαίξπηρ»  (4 τόμοι)
«Μνημόσυνο» (ποιητική συλλογή που έγραψε με τον Βασίλη Ρώτα)
«Οδοιπορώ στην πατρίδα»
«Το κακό κρατάει από  μεγάλο σπίτι και έχει πολύ συγγενολόι»
«…στη χάρη της την αεπι ανάβουμε ένα κερί»

Μετέφρασε το σύνολο των έργων του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, κατά το μεγαλύτερο μέρος με τον Βασίλη Ρώτα καθώς και Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.


Η Βούλα Δαμιανάκου είχε φιλοξενήσει στο σπίτι της στην Νέα Μάκρη  τον  ηγέτη των Κούρδων Αμπντουλάχ Οτσαλάν,στο πέρασμά του από την Ελλάδα και πριν τον παραδώσουμε στους Τούρκους μέσω Κένυας.


Οδοιπορώ στην πατρίδα. Της Βούλας Δαμιανάκου.


"Θυμήσου τον πατέρα σου, θεόμορφε Αχιλλέα, θα 'χει τα χρόνια μου. Είναι ακόμα ζωντανός ακούω, χαίρεται κι ελπίζει πως θα 'ρθει μέρα που θα υποδεχτεί το γιο του στην πατρίδα. Αλλά εγώ ο άμοιρος που γέννησα άξιους γιους στην Τροία τη μεγάλη, -είχα πενήντα γιους όταν ήρθαν εδώ οι Αχαιοί, κι ο Άρης μου τους ξέκαμε. Τον ένα και ξεχωριστό, τον πρόμαχο της Τροίας Έκτορα, τον σκότωσες εσύ τελευταία αμυνόμενον περί πάτρης...

 Γι' αυτόν έρχομαι τώρα εδώ φέρνοντας άπειρα άποινα. Σεβάσου, Αχιλλέα, τους θεούς φέρε στο νου σου τον πατέρα σου και μένα ελέησε. Εμένα τον ελεεινότερο που υπόμεινα αυτό που κανείς θνητός πάνω στη γη δε γνώρισε, το χέρι του φονιά του γιου μου να φιλεί το στόμα.

Αυτά τα λόγια άναψαν τον καημό στον Αχιλλέα και για τον δικό του τον πατέρα κι έπιασε τον Πρίαμο από το χέρι κι έπιασαν κι οι δυο το θρήνο, ο ένας για τον Έκτορα τον πολέμαρχο να κλαίει, να μύρεται και να κυλιέται στα πόδια του Αχιλλέα, κι ο Αχιλλέας πάλι να κλαίει και να ολοφύρεται μια στου πατέρα του τη θύμιση και μια στου φίλου του του Πάτροκλου.


«Υποδουλώσαμε τη χώρα μας σε ξένα συμφέροντα. Είμαστε αδύναμοι να βγούμε από την κρίση. Μια κρίση που δεν μας την επέβαλαν. Εμείς είμαστε υπεύθυνοι γι  αυτήν».


Αυτά λέει η Βούλα Δαμιανάκου, η συγγραφέας σύμβολο της Αριστεράς, η αιρετική σύντροφος του Βασίλη Ρώτα, η γυναίκα που κατηγορήθηκε μαζί με την κόρη της ότι έκρυψε στο σπίτι της τον Οτσαλάν, όταν αυτός βρέθηκε κυνηγημένος στην Ελλάδα.

Δεν το αρνήθηκε ποτέ. Όπως δεν αρνείται καμία ευθύνη ούτε τώρα στα 93 της χρόνια. Και με αφορμή την εκδήλωση που γίνεται προς τιμή της στις 8 Ιουνίου στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο Θεσσαλονίκης μιλά για την πρωτοφανή κρίση.

Μια κρίση του «εγώ»: «Εμείς φταίμε για το κατάντημα αυτό. Πέρασα τρεις κατοχές πολέμησα, αγωνίστηκα, στον Εμφύλιο , πιο πριν στην Κατοχή, στην Δικτατορία, όμως εμείς λεγόμασταν μεταξύ μας «σύντροφοι», «συναγωνιστές». Δε λεγόμασταν «εταίροι»... Τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα. Ο εχθρός, εχθρός. Ο φίλος, φίλος... Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια άλλη Ευρώπη. Δεν είναι αυτή η Ευρώπη του Γκαίτε, του Σούμπερτ. Δεν είναι η Ευρώπη του πνεύματος, του πολιτισμού, των αγώνων των λαών, των ιδεών... Τώρα κυβερνά το ΕΓΩ. Και στην πατρίδα μας και παντού...Το Εγώ να ξέρετε έχει την ικανότητα να καταστρέψει τον άνθρωπο, αλλά είναι ανίκανο να τον σώσει. Αυτό, πρέπει να το θυμόμαστε τώρα που κληθούμε ξανά να ψηφίσουμε».

Η Βούλα Δαμιανάκου, δυσκολεύεται να μιλήσει. Στον έναν αιώνα ζωής της μετρά αγώνες και πολλή αξιοπρέπεια. «Δεν μπορώ να μιλώ. Μπορώ να γράφω. Και γράφω ακόμη, αυτό ξέρω να κάνω. Πρέπει να γράψω για να ζήσω. Έχω παραιτηθεί από πολά οικονομικά προνόμια. Έχω προτιμήσει να βλέπω τους ανθρώπους στα μάτια παρά να εξαργυρώσω πολιτικά τους αγώνες της γενιάς μου».

 

Το cd η αποχώρηση, το μοιρολόι…

Ποιήτρια, συγγραφέας, μεταφράστρια η Βούλα Δαμιανάκου κοινοποίησε πριν δύο χρόνια την επιστολή παραίτησής της από μέλος της Ανώνυμης Εταιρείας Πνευματικής Ιδιοκτησίας.   

Η Δαμιανάκου είναι πολλά χρόνια μέλος της ΑΕΠΙ, μεταξύ πολλών άλλων ως συνδημιουργός με το σύντροφο της ζωής της Βασίλη Ρώτα (1889-1977) της ελληνικής απόδοσης ενός εμβληματικού έργου του Μίκη Θεοδωράκη, του «Ομήρου» του Μπρένταν Μπίαν. Είχε όμως διαφωνήσει συχνά με τις επιλογές της ΑΕΠΙ.

Αφορμή για την αποχώρησή της ήταν η ανεξάρτητη ηχογράφηση, ιδίοις εξόδοις, του cd «Από το μοιρολόι το ομηρικό, στο μοιρολόι το μανιάτικο». Το θέμα της καταγωγής των μανιάτικων μοιρολογιών έχει απασχολήσει τη Δαμιανάκου συχνά στο δοκιμιακό της έργο. Σ' αυτή την περίπτωση συγκέντρωσε κάποια μοιρολόγια και έγραψε κι άλλα καινούργια, αφιερωμένα στον Κώστα Βάρναλη, στον Αρη Βελουχιώτη κ.ά.

Η έκδοση του cd έγινε μ' ένα σκοπό: Να διατεθούν τα λίγα αντίτυπα σε φιλικά της πρόσωπα. Η εταιρεία όπου έγινε η ηχογράφηση, όμως, καταχώρισε το cd στα «προς πώληση». Και μετά ανέλαβε η ΑΕΠΙ, η οποία, προκειμένου να αποδώσει εκτελεστικά δικαιώματα σ' ένα δημιουργό, παρακρατά το ποσοστό της, ΙΚΑ και ΦΠΑ. Σ' αυτή την περίπτωση το πρόβλημα ήταν ότι η Δαμιανάκου δεν ήταν γραμμένη στο ΙΚΑ. Εξ ου και η... πρωτοβουλία της, χωρίς καν προφανώς να ενημερώσει την ποιήτρια. Ετσι, για ένα ιδιωτικής χρήσεως ηχογράφημα, η Βούλα Δαμιανάκου έζησε ένα ακόμη από τα παράλογα της ελληνικής πραγματικότητας, για το οποίο πάντως ας επισημανθεί ότι το πρόβλημα ξεκινάει όχι από την ΑΕΠΙ, αλλά από κυβερνητικό νομοθέτημα σύμφωνα με την οποία εργαζόμενοι στον τομέα «Θέαμα-Ακρόαμα», ακόμη και αν υπάγονται ή συνταξιοδοτούνται από άλλο ασφαλιστικό φορέα, δεν έχουν δικαίωμα απαλλαγής από το ΙΚΑ.






Του Γεράσιμου Αρσένη στην παρουσίαση του βιβλίου"Οδοιπορώ στην πατρίδα' της Βούλας Δαμιανάκου




Θέλω να αρχίσω με ένα μεγάλο ευχαριστώ, με μια έκφραση ευγνωμοσύνης στη Βούλα Δαμιανάκου για το έργο της «Οδοιπορώ στην πατρίδα». Απόλαυσα το τετράτομο βιβλίο, θυμήθηκα ιστορίες που τις είχα μισοξεχάσει και διάβασα κι άλλες πολλές που δεν τις ήξερα. Αλλά το έργο δεν έχει στόχο την εγκυκλοπαιδική μόρφωση, ούτε είναι μια περιήγηση στην πατρίδα, στη γη του ελληνικού πολιτισμού, ούτε και που χρειαζόμαστε ένα τέτοιο έργο, έχουμε ήδη πολλούς τουριστικούς οδηγούς.

Μα δεν είναι ούτε σκέτη αναφορά στην ιστορία του τόπου, ένα οδοιπορικό στην ελληνική γραμματεία, στον κόσμο της αρχαιότητας, του ΄21 και του σήμερα. Ούτε και προσωπική μαρτυρία της Γαλάτειας, δηλαδή της συγγραφέως, είναι. Είναι όλα αυτά μαζί και πάνω από αυτά, είναι μια γοητευτική σύνθεση που μόνο μια λέξη τα εμπεριέχει, πατρίδα.

Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, αυτό που μένει στον αναγνώστη είναι η μοσκοβολιά της γης της πατρίδας μας, το χώμα της, ποτισμένο χιλιετίες τώρα με μόχθο, ιδρώτα και αίμα, πολύ αίμα. Χωρίς να είναι ποίημα, ο λόγος είναι ποιητικός και όπως ξέρουμε η ποίηση φέρνει κοντά τις εποχές.

 Γι΄ αυτό, στο έργο της Βούλας, ο χρόνος σχεδόν μηδενίζεται, οι χιλιετίες είναι κοντά μας, πολύ κοντά μας, είναι σήμερα. Ο ποιητικός της λόγος φέρνει κοντά τις εποχές, αναβιώνει τις παλαιές συνθήκες, ζωντανεύει τους νεκρούς που γίνονται οικεία παρέα μας και μας ιστορούν τα πολλά τους βάσανα και τις λίγες χαρές και, όπως λέει η ίδια η Γαλάτεια, «όλοι τους μας βεβαιώνουν πως είναι περισσότερο παθοί παρά κακοί». Το τοπίο, οι βράχοι, το χώμα, τα δάση και τα ποτάμια έχουν ενσωματώσει με ένα περίεργο και μαγικό τρόπο τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που πάτησαν κι έζησαν σε τούτη την πατρίδα.

 Γι΄ αυτό στην περιήγησή σου σε τούτη τη γη, νιώθεις δίπλα σου τον Όμηρο και τους ήρωές του, ταξιδεύεις με τον Ησίοδο, τη Σαπφώ, τον Πίνδαρο, τους λυρικούς τραγικούς, το Σωκράτη, τους μαραθωνομάχους, τους ήρωες του ΄21, του αλβανικού έπους, της αντίστασης και νιώθεις τις βαθιές ουλές που μας άφησε ο εμφύλιος.

 Περισσότερο απ΄ όλα όμως νιώθεις τον Όμηρο, λες και ζεις στη σκιά του. Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, και σωστά γιατί, όπως είπε κάποιος, ίσως ήταν ο Ντοστογιέφσκι, όλοι βγήκαμε από τη χλαίνη του Ομήρου.

Μας αποκαλύπτει τον κόσμο όλο στην πορεία του, τον κόσμο του τότε, αλλά και τον κόσμο του σήμερα, με τα παθήματα των ανθρώπων, τις αδυναμίες τους, τα πάθη και τα μίση και την υπεράνθρωπη, δηλαδή θεϊκή, γενναιοδωρία τους αλλά και τους θεούς με τις ανθρώπινες αδυναμίες τους.

Όσο η οδοιπορία στον κόσμο του ελληνικού πνεύματος πλησιάζει την εποχή μας, οι αναφορές γίνονται ολοένα και πιο ισχνές και επιλεκτικές. Κατανοητή εξαίρεση είναι οι συγκινητικές αναφορές στον σύντροφό της Βασίλη Ρώτα και στο σημαντικότατο έργο του. Αλλά είναι ξεκάθαρο ότι τούτη η εποχή δεν εμπνέει τη Δαμιανάκου.

Πουθενά δεν περιγράφει το ριμαγμένο τοπίο και το τσιμέντο που μας πνίγουν, ούτε τη συνακόλουθη κουλτούρα της παγκοσμιοποίησης και λέει χαρακτηριστικά «και εάν ο Οδυσσέας για να ακούσει το τραγούδι των Σειρήνων ζητάει μόνος του να τον δέσουν γερά στο άλμπουρο του καραβιού, του κόσμου οι εξουσιαστές δένουν όλους τους άλλους με νόμους πιο πολύ άδικους παρά δίκαιους και αφήνουν αμολιτούς μόνο τους εαυτούς τους.

Μάλιστα, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, με την πληροφορική και το ρόλο των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ο λαός καταργήθηκε και από καλλιεργητής και δημιουργός πολιτιστικών και εκφραστικών αξιών της ίδιας του της γλώσσας, επιτρέποντας να βοσκούν εξάπαντες σαν βόδια και γουρούνια στους σκουπιδώνες των μέσων μαζικής ενημέρωσης».

Όλα αυτά που συμβαίνουν σήμερα στην εποχή μας τα θεωρεί ξένα στον κόσμο του ελληνικού πνεύματος. Έχουμε λοιπόν δει το τέλος της ιστορίας μας; Έχουμε λοιπόν γίνει κι εμείς πολτοποιημένο κομμάτι της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης; Δεν πιστεύω ότι αυτό είναι το μήνυμα του βιβλίου.

Το μήνυμά του, μήνυμα αισιόδοξο, φανερώνεται πολύ αργά, στις τελευταίες δύο παραγράφους όπου η Βούλα περιγράφει μια παράσταση από το παιδικό θέατρο του Βασίλη Ρώτα στην Δ΄ τάξη ενός δημοτικού σχολείου στο Μπραχάμι.

Της έκανε εντύπωση η ζωντάνια των παιδιών και λέει: «ούτε κανείς ξέρει που να αποδώσει μια τέτοια επιτυχία, να βλέπει μια ολόκληρη τάξη επάνω στη σκηνή, κυρίαρχη, ωραία, άνετη, χωρίς ίχνος βεντετισμού, να βλέπεις να παρουσιάζει μια ολάκερη παιδική κοινωνία σε όλη της την ποικιλία, τον έξυπνο, τον μαρτυριάρη, τον κλαψή, τον πονηρούλη, το στραβόξυλο, τη φοβιτσιάρα και εκεί, πολλές φορές αναρωτήθηκε η γράφουσα, πού κρύβονται όλες αυτές οι δυνάμεις; Μήπως και αυτή η Δ΄ τάξη δεν ήταν τα συνηθισμένα παιδιά που έχουν Δ΄ τάξεις και όλες οι τάξεις των σχολείων;»

Πού είναι εκείνη η παιδική αγωγή που θα βάλει σε ενέργεια αυτές τις θαυμάσιες δυνάμεις που θα αλλάξουν τη ζωή μας, που θα την κάνουν πιο ευτυχισμένη που θα κάνουν πραγματικότητα την παρακαταθήκη του Γληνού, το όραμα του Βασίλη Ρώτα;

Η Βούλα δεν μας λέει πως θα γίνει αυτό, το αφήνει σε μας να το σκεφθούμε και να το πούμε. Και ας πάρουμε λοιπόν τη σκυτάλη από εκεί. Πιστεύω ότι για να ξαναζωντανέψει το ελληνικό πνεύμα που σιγοσβήνει χρειάζονται τουλάχιστον δύο πράγματα. Το πρώτο είναι να υπάρχουν πρότυπα στην κοινωνία και στους νέους. Τα πρότυπα που προωθούνται στη σημερινή μας κουλτούρα είναι ακατάλληλα για τη συνέχιση και την ανάπτυξη του ελληνικού πνεύματος. Πρέπει να προστατεύσουμε, όπως πολύ σωστά είπε η Νόρα Κατσέλη, να προστατεύσουμε τους μύθους. Να τους προστατεύσουμε αλλά και να τους καλλιεργήσουμε και να τους κάνουμε προσιτούς στα παιδιά.

Ποια άλλα πρότυπα θα μπορούσε κανείς να διαλέξει παρά το Βασίλη Ρώτα και τη Βούλα Δαμιανάκου; Δεν είναι μόνο αυτά που έγραψαν και είπαν. Είναι η στάση ζωής τους. Σήμερα, τιμούμε τη Βούλα Δαμιανάκου για τη στάση ζωής της. Την αγωνίστρια που πάλεψε για τις ιδέες της, στάθηκε όρθια και συγκρούσθηκε με δυνάμεις αλλά στάθηκε όρθια. Και σήμερα εμείς πρέπει να την ευγνωμονούμε γιατί η Βούλα μας έμαθε τι θα πει να είσαι αριστερός και πατριώτης. Και αυτό είναι το μήνυμά της.

Πέρα από τα πρότυπα όμως χρειάζεται και παιδεία. Η παιδεία δεν περνάει μόνο από το σχολείο, περνάει από την οικογένεια, τη γειτονιά. Εμείς οι παλαιότεροι μάθαμε τη δική μας ιστορία, δηλαδή γνωρίσαμε τους εαυτούς μας, αναπτύξαμε την αυτογνωσία μας, από τον προφορικό λόγο μέσα στην οικογένεια.

Από τους παππούδες και προπαππούδες μας, ακούσαμε για τους βαλκανικούς πολέμους, για τη μικρασιατική καταστροφή, το αλβανικό έπος και για τις φρίκες του εμφυλίου πολέμου. Τα μάθαμε αυτά στο σπίτι, από την προφορική παράδοση, και μετά τα διαβάσαμε στο σχολείο ή σε άλλα βιβλία. Σήμερα αυτή η προφορική παράδοση, αυτή η μορφή της παιδείας έχει εκλείψει.

Δεν μιλάμε πια στο σπίτι για το ποιοι είμαστε, από πού ήρθαμε, δεν υπάρχει συνέχεια της προφορικής μας παράδοσης. Και μου έκανε τρομερή εντύπωση εδώ και μερικούς μήνες που μίλησα στο πανεπιστήμιο, στα παιδιά που γεννήθηκαν μετά το 1981, και αναφέρθηκα στις εκλογές του΄81 στο πολιτικό νόημα της εποχής εκείνης και της αλλαγής και παρατήρησα με μεγάλη έκπληξη ότι τους μιλούσα για μια εποχή τόσο μακρινή όσο ο μεσαίωνας και το 1821. Τα παιδιά αυτά δεν είχαν καμία μνήμη του τι έγινε εδώ και 25-30 χρόνια σε αυτόν τον τόπο.

Αυτό το κενό που δημιουργεί η διασπασμένη πια οικογένεια θα πρέπει να το καλύψουμε αλλιώς. Και σήμερα το σχολείο έχει μια πρόσθετη επιβάρυνση. Πέρα από την εκπαίδευση, πέρα από το ότι το παιδί πρέπει να μάθει τη γραμματική του, τον πολλαπλασιασμό και τη διαίρεση, πρέπει να μάθει και την ιστορία του. Πρέπει το σχολείο να καλύψει το κενό που αφήνει πίσω η ακρωτηριασμένη οικογένεια. Πρέπει να μάθει το παιδί ποιος είναι, από πού έρχεται και που πάει. Αυτό το ζήτημα, το περιεχόμενο της σύγχρονης παιδείας στη σημερινή εποχή δεν έχει συζητηθεί ανοικτά.

 Το θέμα μπαίνει και βγαίνει από την πίσω πόρτα αλλά, ως κοινωνία, δεν έχουμε αντιμετωπίσει ανοικτά το θέμα της παιδείας μας στην ευρύτερη έννοια, της παιδείας μας στη σύγχρονη εποχή.

Βέβαια, υπάρχει παγκοσμιοποίηση και κινούνται με μεγάλες ταχύτητες εμπορεύματα, υπηρεσίες αλλά και ιδέες και πληθυσμοί. Για να επιζήσεις σε αυτή την εποχή χρειάζεται να έχεις το δικό σου το χώρο, το δικό σου το έδαφος κάτω από τα πόδια σου για να σταθείς. Χρειάζεται να έχεις πατρίδα για να μπορέσεις να προχωρήσεις μπροστά. Αυτή η αυτογνωσία είναι απαραίτητο συστατικό για να συμβάλλεις κι εσύ στην προσέγγιση της ουτοπίας του παγκόσμιου χωριού.

Το ουμανιστικό παγκόσμιο χωριό, εάν ποτέ το προσεγγίσουμε, δεν θα αποτελείται από απάτριδες που δεν ξέρουν ποιοι είναι, από πού έρχονται και που πάνε. Θα αποτελείται από πατριώτες που προωθούν τη μεγάλη συνάντηση των πολιτισμών.

Αυτό άλλωστε δεν έκαναν ο Βασίλης Ρώτας και η Βούλα Δαμιανάκου; Με ανοικτά μάτια και ανοικτοί στα ρεύματα της εποχής, πλησίασαν το Σαίξπηρ και τον είδαν με τα δικά τους ελληνικά μάτια και έκαναν το Σαίξπηρ κομμάτι της ελληνικής γραμματείας. Αυτό θα πει να είσαι πατριώτης και διεθνιστής. Για αυτή την παγκοσμιοποίηση εμείς μιλάμε, αυτή την παγκοσμιοποίηση θέλουμε.

Υπάρχει βέβαια και η άλλη άποψη. Αυτή που βλέπει την εθνότητα σαν ένα μεγάλο εμπόδιο στη δημιουργία μιας ενοποιημένης και ομοιογενούς αγοράς. Οι αναθεωρητές της ιστορίας μας ξεπηδούν από αυτή τη μήτρα της κοσμοθεωρίας. Και αυτό με φέρνει στο ζήτημα της Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού. Δύο παρατηρήσεις έχω να κάνω.

Εάν αποφασίσουμε – και να δούμε και πως θα αποφασίσουμε – να αλλάξουμε την ιστορία μας, αυτό δεν θα το κάνουμε με την ιστορία της Στ΄ Δημοτικού. Στο δημοτικό θα περάσουμε την ιστορία μας έτσι όπως τη νιώθουμε εμείς, έτσι όπως την έχουμε καταλάβει γιατί η ιστορία μας είναι καθρέφτης και στον καθρέφτη θέλουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας, όχι παραμορφώσεις που μας έχουν άλλοι επιβάλει.

Τα σχολικά λοιπόν βιβλία δεν μπορεί παρά να παρέχουν τη γνώση, να μεταφέρουν την παράδοση έτσι όπως σήμερα ο ελληνικός λαός την αισθάνεται και την καταλαβαίνει. Δεν είναι δουλειά του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου ή κάποιων συγγραφέων να αλλάξουν την ιστορία από την Στ΄ Δημοτικού.

 Εάν θέλουμε να συζητήσουμε πάλι την ιστορία μας, εάν κάποιοι πιστεύουν ότι έτσι όπως έχει γραφεί η ιστορία μας έχει ανακρίβειες ή εξυπηρέτησε σκοπιμότητες της Μεγάλης Ιδέας ή της ηγετικής τάξης της Ελλάδας στο παρελθόν αλλά δεν βολεύει πια και πρέπει να αλλάξει, αυτό είναι ένα πολιτικό θέμα που πρέπει να το συζητήσουμε.

Ποιοι θα το συζητήσουν αυτό το θέμα και ποιοι θα αποφασίσουν; Όχι κάποιες οργανωμένες, μικρές ομάδες, που εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα και έχουν άλλες ιδέες. Θα πρέπει να συζητηθεί ανοικτά. Και κατά κάποιο περίεργο τρόπο, με την Ιστορία της Στ΄ δημοτικού ανοίγει δημόσια ο διάλογος για το ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και που πάμε και ποια είναι η ιστορία μας. Και πάνω στο θέμα αυτό θα πρέπει όλοι να μετρηθούμε και την άλλη άποψη να την συζητήσουμε και πολιτικά και ιστορικά, αλλά δεν θα το κάνουμε αυτό από «την πίσω πόρτα» διαστρεβλώνοντας την ιστορία στα μάτια των παιδιών του δημοτικού σχολείου.

Θα ήθελα πολύ στις σχολικές βιβλιοθήκες που δυστυχώς δεν έχουμε αναπτύξει, να έβλεπα και το τετράτομο βιβλίο της Βούλας Δαμιανάκου. Θα είναι μια πηγή έμπνευσης, μια πηγή ιστορικής αποκάλυψης στα παιδιά που, με αγνά μάτια, θέλουν να μάθουν από πού έρχονται και που πάνε. Σε ευχαριστούμε Βούλα.


oikodomos.blogspot.gr 
garsenis.gr
skroutz.gr
makthes.gr

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ
Στο Invalides στο Παρίσι. Παρούσα η ηγεσία της χώρας και ο 100χρονος συναγωνιστής του Hubert Germain
ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ
δήλωσε ο γερμανός υπουργός Οικονομίας Πέτερ Αλτμάιερ σε συνέντευξή του
ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ
Στην Αυγή προσέφερε τις υπηρεσίες του και ως σύμβουλος έκδοσης. Διευθυντής Προγράμματος του Αθήνα 9.84. Καλός δάσκαλος της δημοσιογραφίας.
ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ
Τις προσήγαγαν στο Σύνταγμα την Παγκόσμια Ημέρα για την εξάλειψη της βίας έναντι των γυναικών
ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ
9 συλλήψεις γυναικών στο ΑΤ Συντάγματος επειδή συμμετείχαν σε συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος με όλα τα μέτρα προστασίας για την Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών!
ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ
«Η κατάσταση δεν επιτρέπει να άρουμε τους περιορισμούς του Νοεμβρίου»
ΣΗΜΕΡΑΕΒΔΟΜΑΔΑΜΗΝΑΣΕΤΟΣΟΛΑ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΔΙΚΤΥΟ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
x