A+ A A-
  • Πλοήγηση από το πληκτρολόγιο:
  • h Αρχική
  • n Δίκτυα αλληλεγγυης
  • a Ανταλλακτικό χαριστικό παζάρι
  • e Νέα
  • p Αρθογραφία
  • w Ποιοι είμαστε
  • c Επικοινωνία
  • t Web Tv
  • s Κοινωνική οικονομία
  • g Αλληλεγγύη
  • m Συνεργατισμός
  • x Καινοτομίες
  • u Start ups
  • o Αειφορία
  • r Δικαιώματα
  • j Ακτιβισμός
  • q Ζώα
Εναλλακτικός ΑμεΑ

Μπάρα προσβασιμότητας για ΑμεΑ

Οι περιπέτειες του προτάγματος της αποανάπτυξης και της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας στην Ελλάδα της κρίσης

Οι περιπέτειες του προτάγματος της αποανάπτυξης και της Κοινωνικής Αλληλέγγυας και Συνεργατικής οικονομίας στην Ελλάδα της κρίσης. Tου Γιώργου Λιερού

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο "δρόμο ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ" το περασμένο Σάββατο.

Στην πραγματικότητα είναι η κατακλείδα σε μια σείρα κείμενων που δημοσιεύθηκαν κατα την διάρκεια της κρίσης

-"Εμεις μονοι".

Γράφτηκε το Μάιο του 2010 και περιλαμβάνεται στο Γιώργος Λιερός.

"Ξαναπιάνοντας το νήμα", που κυκλοφόρησε ηλεκτρονικά απο τις εκδόσεις των συναδέλφων ekdoseisynadelfwn.wordpress.com

- "Η αριστερή διακυβέρνηση και η συνεργατική και αλληλέγγυα οικονομία".

Συντάχθηκε με βάση την εισήγηση μου στη παρουσίαση του βιβλίου μου "Υπαρκτος καινούργιος κόσμος" που έγινε στο Χαλάνδρι στις 14/12/2012, με ομιλήτες τους Νώντα Σκυφτούλη, Γιώργο Σταθάκη και Νίκο Χρυσόγελο.

Δημοσιεύθηκε στην "Εποχή"

-"Η πολιτική της κατασκευής του κατασκευαστή".

Συντάχθηκε με βάση την  εισήγηση μου στο συνέδριο που οργάνωσαν οι ΗΛΙΟΣΠΟΡΟΙ τον Φεβρουάριο του 2015. 

Οι περιπέτειες του προτάγματος της αποανάπτυξης και της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας στην Ελλάδα της κρίσης[1]

Με την αποανάπτυξη και την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία προσπαθήσαμε να σχεδιάσουμε μια απάντηση στην κρίση.

Ήδη από το 2010 – με την αρχή των μνημονίων - κατατέθηκε στον δημόσιο διάλογο και περιγράφηκε με μια σχετική επάρκεια το πρόταγμα της αποανάπτυξης, ενώ σκιαγραφήθηκε σε αδρές γραμμές ο ρόλος της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας στην παραγωγική ανασυγκρότηση και την έξοδο από την κρίση σε μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.

Την περίοδο 2010-12 στοχαστές όπως ο Σερζ Λατούς είχαν μιλήσει σε κατάμεστα αμφιθέατρα, κυκλοφόρησαν βιβλία, καταβλήθηκαν πολλές προσπάθειες να μεταφερθεί η εμπειρία της Λατινικής Αμερικής αλλά και της Ευρώπης, κινητοποιήθηκαν οι πανεπιστημιακοί κ.λπ.

Με την ώθηση που έδωσαν οι πλατείες πολλαπλασιάστηκαν οι δομές αλληλεγγύης και τα συνεργατικά εγχειρήματα.

Μέχρι την αρχή του 2012 τα βασικά είχαν λίγο-πολύ ειπωθεί: παραγωγικοί/καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, αυτοδιαχείριση των χρεωκοπημένων επιχειρήσεων, τοπικές κοινωνικά ελεγχόμενες αυτοσυντηρούμενες οικονομίες, οικονομίες εγγύτητας, τροφική κυριαρχία, ενεργειακή αυτάρκεια από τοπικές ανανεώσιμες πηγές, τοπική επεξεργασία της αγροτικής παραγωγής, βιοτεχνικά/βιομηχανικά τοπικά οικοσυστήματα, μια τεχνολογικά προηγμένη μαστορική, τοπικές αγορές, τοπικά νομίσματα, συντονισμός των μικρής κλίμακας οικονομιών σε ευρύτερες βιοπεριφέρειες.

Σήμερα, το 2017, είμαστε πλέον  αναγκασμένοι να ομολογήσουμε ότι αυτές οι ιδέες, και οι πρώτες πειραματικές πρακτικές, δεν έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια υπολογίσιμη κοινωνική δυναμική, να αποτελέσουν τα πρώτα έστω βήματα σε μια διαδικασία παραγωγικής/κοινωνικής ανασυγκρότησης υπό την ηγεμονία των λαϊκών τάξεων. Γιατί;

-Ούτε καν εμείς δεν μπορούσαμε να φανταστούμε το 2010 ποια ήταν η πραγματική έκταση που είχε πάρει η τραγωδία των κοινών στην Ελλάδα.

Το 2010, σε μια μεγάλη έκταση, η καταστροφή των τοπικών κοινωνιών είχε ήδη συντελεστεί, περισσότερο βέβαια όσον αφορά τις γειτονιές των μεγάλων αστικών κέντρων, λιγότερο στις επαρχιακές πόλεις και χωριά.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στη χώρα μας μόνο το 7% των αγροτών είναι συνεταιρισμένοι, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά της Ευρώπης, όπου συνήθως συνεταιρισμένοι είναι το 50-80% των αγροτών, οι ενεργοί αγροτικοί συνεταιρισμοί στην Ελλάδα δεν ξεπερνούν τους 150[2].

Ήδη πριν ξεκινήσει η κρίση είχε εξανεμιστεί το «κοινωνικό κεφάλαιο», οι δυνατοί κοινωνικοί δεσμοί,  που θα επέτρεπαν την ρωμαλέα ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας, ένα μαζικό κίνημα συλλογικής αυτοαπασχόλησης κ.λπ.

- Τα κόμματα της Αριστεράς – συμπτώματα και ενεργοί συντελεστές της τραγωδίας των κοινών- ήταν αδιάφορα (ΣΥΡΙΖΑ) ή και εχθρικά (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) σ’ αυτές τις ιδέες και πρακτικές και η έχθρα τους δεν ερχόταν από το παρελθόν, η συλλήβδην απόρριψη των συνεταιρισμών δεν θα μπορούσε καν να περάσει από το μυαλό των παλαιότερων σταλινικών.

Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υιοθέτησε ποτέ, και μάλιστα ως κύριο μέρος του προγράμματος του, τις απόψεις της αυτοδιαχείρισης, των αγροτοβιομηχανικών συνεταιρισμών, της κοινωνικοποίησης (αντί της κρατικοποίησης) όπως το ΠΑΣΟΚ το 1974-81.

Αλλά ακόμα κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε, δεν θα μπορούσε –κάτι τέτοιο προϋποθέτει σιδερένια γιακωβινική θέληση και όχι τιποτένιους απατεώνες- να μετασχηματίσει τις σκόρπιες θεωρητικές ιδέες σε συνεκτικές κρατικές πολιτικές στην κατεύθυνση της «κατασκευής του κατασκευαστή[3]» της παραγωγικής ανασυγκρότησης (του κατασκευαστή που εξέλειπε λόγω της τραγωδίας των κοινών).

Το 2012-15 η διεκδίκηση μιας κυβέρνησης που θα έσκιζε τα μνημόνια, θα έπρεπε να συμβαδίζει με την προετοιμασία ενός καλοδουλεμένου σχεδίου το οποίο θα επέτρεπε στην κυβέρνηση της αριστεράς να δράσει ως θεσμικός καταλύτης –ο όρος είναι της Ε. Οστρομ- για να απελευθερώσει μπλοκαρισμένες κοινωνικές δυναμικές.

Μα τι πάμε και τους ζητάμε τώρα! Τρία χρόνια στην κυβέρνηση και ακόμη δεν έχουν καταφέρει να σχεδιάσουν μια στοιχειώδη πολιτική για την κοινωνική οικονομία!

Η ουτοπία της Αριστεράς –και εδώ συμφωνούν όλες οι τάσεις- είναι ένα κράτος στο οποίο όλοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι.

Ο κρατισμός της Αριστεράς είναι η ιδεολογία, η ψευδής συνείδηση που συνοδεύει την κοινωνική αναβάθμιση των ανθρώπων της, οι οποίοι από τη δεκαετία του 1980 και μετά ανέρχονται κοινωνικά, χάνουν την επαφή τους με τα υπόγεια της κοινωνίας και υιοθετούν ατομικές στάσεις ζωής που συνάδουν με τον πολιτισμικό φιλελευθερισμό.

Δεν είναι μόνο μια αναλογία με το «παράδοξο» των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που η εφαρμογή τους τις τελευταίες δεκαετίες οδήγησε στη γιγάντωση των κρατικοδίαιτων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Αυτός ο κρατισμός και μάλιστα συνδυασμένος με μια κούφια επαναστατική φρασεολογία, έναν αφόρητα κουραστικό βερμπαλισμό για την εργατική τάξη, την επανάσταση, την ταξική μεροληψία, τα ταξικά πρόσημα και άλλα τέτοια που  δεν δεσμεύουν πρακτικά σε τίποτα, λειτουργεί σαν ψευδής συνείδηση, σαν ιδεολογία, μια διπλή γλώσσα που συγκαλύπτει βαθιά φιλελεύθερες πρακτικές και στάσεις ζωής. 

-Τις ιδέες της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας και της αποανάπτυξης τις υιοθέτησαν οι οικολόγοι, αντιεξουσιαστές, μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, άνθρωποι των κινημάτων κ.ά. οι οποίοι λειτουργήσαμε μάλλον σαν μια εσωτερική αντιπολίτευση στις ιδέες της Αριστεράς και όχι σαν προπομπός ενός πραγματικού κοινωνικού κινήματος.

Επτά χρόνια μετά, είμαστε ακόμη  κυρίως ένας πολιτικοϊδεολογικός χώρος, δεν είναι τυχαίο το ότι οι πρωτοβουλίες για τον συντονισμό των εγχειρημάτων είναι ίσως περισσότερες από τα ίδια τα εγχειρήματα.

Ως επί το πλείστον μοιραζόμαστε το ίδιο κοινωνικό έδαφος με την Αριστερά, μερικές φορές απλώς είμαστε πιο ειλικρινείς, άλλοτε πάλι –ευτυχώς όχι πια τόσο συχνά- δίνουμε το στίγμα ενός χιπισμού μεσηλίκων. Σε κάθε περίπτωση οι ώμοι μας αποδείχτηκαν αδύναμοι για τα βαριά καθήκοντα της περιόδου.

Μιλώντας για την τραγωδία των κοινών στη χώρα μας ουσιαστικά αναφερόμαστε στον κίνδυνο να χαθεί η σπουδαία ελληνική παράδοση ανεξαρτησίας, ανεξαρτησία σε επίπεδο ατομικό, οικογενειακό, κοινοτικό, πολιτικό (όχι ότι αυτή η παράδοση είναι η μόνη στην περιοχή, η Ροζάβα είναι μόνο ένα επεισόδιο μιας άλλης εξίσου παλιάς και σπουδαίας παράδοσης στην άλλη πλευρά του Αιγαίου).

Ο νεότερος ελληνισμός κυοφορήθηκε στις κοινότητες των ελληνικών βουνών και των νησιών οι οποίες όχι μόνο ήταν πρακτικά κοινωνίες έξω από το κράτος, αλλά επίσης ήταν στενά συνδεδεμένες με τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της εποχής τους: Παρίσι, Βιέννη, Μόσχα, Κωνσταντινούπολη, Κάιρο, Βαγδάτη.

Εδώ ωρίμασαν οι δυνάμεις οι οποίες διεξήγαγαν με επιτυχία τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, το 1821.

Έκτοτε γνωρίσαμε τρεις γύρους καταστροφής των κοινών.

-Τον πρώτο γύρο τον επιχείρησε το αρτιγέννητο ελληνικό έθνος-κράτος. Και όμως όχι μόνο άντεξαν οι παλαιότερες κοινοτικές δομές αλλά ήδη από τα τέλη του 19ου αι. αναδύεται μια ιδιαίτερα πλούσια συλλογική ζωή με νέες μορφές και περιεχόμενα: συνεταιρισμοί αγροτικοί και αστικοί, «συντεχνίες», σωματεία, ταμεία αλληλοβοήθειας, αυτασφάλισης, μορφωτικοί και εκπαιδευτικοί όμιλοι κ.ά.

Όλος αυτός ο κοινωνικός και πολιτιστικός πλούτος υποστρώνει μια έντονη δημόσια ζωή και θα κορυφωθεί με την ελεύθερη Ελλάδα των βουνών, την Ελλάδα του ΕΑΜ, ένα κοινοτικό κράτος, μια πραγματική κοινοτική δημοκρατία όπως την είχε ονειρευτεί ο Καραβίδας.

-Ο δεύτερος γύρος καταστροφής των κοινών ήταν υπόθεση της αντεπανάστασης και του μετεμφυλιακού κράτους που οικοδόμησε.

-Ο τρίτος και πιο αποφασιστικός γύρος, δεν χρησιμοποίησε τόσο τη βία αλλά τα ευρωπαϊκά κονδύλια.

Ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 με την «πρώτη φορά αριστερά» (το ΠΑΣΟΚ) και ολοκληρώνεται στις μέρες μας στο καθεστώς της κρίσης με την «δεύτερη φορά αριστερά» (τον ΣΥΡΙΖΑ).

Ό,τι δεν κατάφερε με την καταστολή το μετεμφυλιακό κράτος, το πέτυχαν τα ευρωπαϊκά προγράμματα.

Ήδη από την αρχή της κρίσης –και αυτό σήμερα γίνεται περισσότερο καθαρό από ποτέ- δεν ήταν δυνατή κανενός είδους παραγωγική ανασυγκρότηση έξω από ένα ευρύτερο κίνημα κοινωνικής, πολιτισμικής και πολιτικής αναγέννησης, τέτοιου που να ανοίγει δρόμους και για όλους τους άλλους λαούς της περιοχής.

Το πρόταγμα της αποανάπτυξης –και μαζί εκείνο της άμεσης δημοκρατίας- παραπέμπει σε ένα τέτοιο πολυεπίπεδο κίνημα. Είμαστε σε θέση να αναδείξουμε πρακτικά αυτό το πρόταγμα σε όλο τον πλούτο των περιεχομένων του;

13/6/2017



[1] Το παρόν κείμενο έχει σαν βάση την εισήγηση στη συζήτηση με θέμα «Το πρόταγμα της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης-Μετάβασης ως απάντηση στην καταστροφή του περιβάλλοντος και των τοπικών κοινωνιών» που έγινε στα πλαίσια του πρόσφατου «4ου Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου Κοινωνικής Αλληλέγγυας Οικονομίας» (Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, 9-11 Ιουνίου, Αθήνα).


[2] Σύμφωνα με την Ματίνα Κανάκη, 5η συνεδρία της 4ης Μαΐου 2017 του 1ου Πανελλήνιου Διεπιστημονικού Συνεδρίου για τα Κοινά και την Κοινωνική Αλληλέγγυα Οικονομία, ΑΠΘ.


[3] Πρόκειται για μια φράση με την οποία ο Α. Γκράμσι αναφέρεται στην πολιτική του Ιταλού πρωθυπουργού Φ. Κρίσπι (1818-1901) ο οποίος ασκώντας την εξουσία με σιδερένιο χέρι βοήθησε στην ανάδυση της βιομηχανικής αστικής τάξης της Β. Ιταλίας, II Risorgimento, ελλ. Εκδ. Στοχαστής 1987, σ. 130.




Η ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ*

Είναι ώριμες οι συνθήκες στη χώρα μας για την αριστερή διακυβέρνηση;

Μια άλλη κοινωνική προοπτική και όχι απλά η διαχείριση της κρίσης, αν και είναι εν μέρει υπόθεση και της πολιτικής των κομμάτων, δεν μπορεί να προκύψει κυρίως μέσα από τα πολιτικά προγράμματα ή τις ορθές κεντρικές πολιτικές αποφάσεις (π.χ. ακύρωση ή επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου, αποκατάσταση των μισθών και του κράτους πρόνοιας, νέα φορολογική πολιτική, έξοδος από το Ευρώ κ.τ.λ.).

Οι πολιτικές λύσεις είναι εφικτές μόνο όταν έρχονται στη συνέχεια της επινόησης, της επεξεργασίας ή της ωρίμανσης λύσεων μέσα στην κοινωνία (ή όταν σπανιότερα, τις πυροδοτούν).

Τα προγράμματα της αριστεράς δεν είναι τόσο πειστικά όσο θα θέλαμε, όχι μόνο γιατί αυτά τα ίδια είναι ενδεχομένως ανεπαρκή.

Το ζήτημα δεν είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι έτοιμος να κυβερνήσει.

Ένα αριστερό κόμμα υποτίθεται ότι είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμο να μπει μπροστά στη συγκυρία που θα δημιουργούσε μια απροσδόκητη και ξαφνική ιλιγγιώδης επιτάχυνση του ιστορικού χρόνου.

Το πραγματικό ζήτημα, είναι οι διαδικασίες ωρίμανσης των εναλλακτικών λύσεων μέσα στην ίδια την κοινωνία.

Στη Λατινική Αμερική, μια-δυο δεκαετίες εκπληκτικής ανάπτυξης κοινωνικών κινημάτων, προετοίμασαν το έδαφος για τις κυβερνήσεις μιας Αριστεράς, η οποία είχε συσσωρεύσει εντωμεταξύ κυβερνητική εμπειρία διοικώντας μεγάλους μητροπολιτικούς δήμους. (Κατά κανόνα, τα κινήματα υποστήριξαν μόνο κριτικά ή με πολλές επιφυλάξεις τις αριστερές κυβερνήσεις και κράτησαν μια εξωτερική σχέση προς αυτές· ωστόσο, κατά την αριστερή διακυβέρνηση, παρήκμασαν, έχασαν τη δύναμή τους ή αφυδατώθηκαν).

*

Η κρίση στη χώρα μας δεν μπορεί να λυθεί μόνο με οικονομικο-πολιτικά μέτρα.

Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση πυροδότησε μια σοβούσα για δεκαετίες κοινωνικο-πολιτισμική κρίση.

Οι προοπτικές είναι ζοφερές, δεν είναι μόνο η δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου, η πρωτοφανούς έκτασης ανεργία, η κατάρρευση του κράτους πρόνοιας, αλλά επίσης το ότι η κοινωνία διολισθαίνει στον πόλεμο όλων εναντίον όλων.

Ας φανταστούμε μια χώρα της οποίας εκτεταμένες περιοχές θα είναι παραδομένες στην ανομία, το νόμο του οργανωμένου εγκλήματος και τις φασιστικές συμμορίες, ας φανταστούμε ένα μεγάλο Κόσσοβο.

Στο βάθος του χρόνου μπορούμε να δούμε μια χώρα ηλικιωμένων και υπερηλίκων, μια χώρα που θα έχουν εγκαταλείψει οι μετανάστες και επίσης οι νέοι, οι μορφωμένοι, το πιο δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας – και η χώρα με τη σημερινή της γεννητικότητα δεν μπορεί να αντέξει μια μεταναστευτική έξοδο όπως εκείνη της δεκαετίας του 1950 και του 1960. Όλα αυτά δεν μπορούν να αποσοβηθούν απλά με μια άλλη κυβερνητική πολιτική ακόμη κι αν την υποστηρίζει ο λαός στο δρόμο.

_____________________________________________________________________

*Το κείμενο αυτό συντάχθηκε με βάση την τοποθέτηση του Γιώργου Λιερού, στη βιβλιοπαρουσίαση των βιβλίων: «Υπαρκτός καινούριος κόσμος» του Γ. Λιερού και «Εισαγωγή στην Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία» των Τάκη Νικολόπουλου και Δημήτρη Καπογιάννη, που έγινε στο Χαλάνδρι με ομιλητές τους Γιώργο Σταθάκη, Νίκο. Χρυσόγελο και Νώντα Σκυφτούλη, στις 14/12/2012.*


Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις· δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στον προστατευτισμό και τον κρατισμό της δεκαετίας του 1930 αλλά πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να λέμε ότι θα διασώσουμε την ελληνική κοινωνία των δεκαετιών του 1990 και του 2000 φορολογώντας το κεφάλαιο και αναγκάζοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση να μας χρηματοδοτήσει απειλώντας την για τη συνοχή της ζώνης του Ευρώ.

Όλα αυτά δεν είναι ούτε σοβαρά, ούτε πειστικά. 

Μια αριστερή κυβέρνηση, μπορεί ίσως να αντιμετωπίσει κάπως καλύτερα τη φοροδιαφυγή. Όμως ήδη το μεγάλο μέρος του κεφαλαίου των Ελλήνων αστών βρίσκεται έξω από τη χώρα.
Γιατί οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις των άλλων χωρών θα βοηθούσαν μια κυβέρνηση αριστεράς, μια κυβέρνηση που θα κατηγορούσαν ότι έχει αθετήσει τις υποχρεώσεις της, να βάλει χέρι σ’ αυτόν τον πλούτο;

Στα πλαίσια μιας αστικής λύσης θα μπορούσε, αν όχι το μεγάλο κεφάλαιο, να φορολογηθούν βαριά τα μεσοστρώματα.

Αυτό θα έπρεπε να είχε γίνει στην αρχή της κρίσης.

Πλέον η μεσαία τάξη καταρρέει, η φοροδοτική της ικανότητα εν πολλοίς έχει εξανεμιστεί και μερικά σχέδια σαν αυτά που κυκλοφορούν στο οικονομικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ θα την ριζοσπαστικοποιούσαν και θα την έστρεφαν κατευθείαν στην άκρα δεξιά.

Επιπλέον, σε συνθήκες χρεοκοπίας ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού (το 40% κατά τη Χάρνεκερ στη Λ. Αμερική), εξασφαλίζει την επιβίωσή του μέσα από την άτυπη οικονομία, κάτι που εκ των πραγμάτων επιβάλλει την ανοχή του κράτους και καθιστά προβληματική τη σοβαρή περιστολή της φοροδιαφυγής. 

Πρώτα απ’ όλα χρειάζεται η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Δεν είναι αλήθεια ότι η ελληνική οικονομία ήδη πριν την κρίση δεν παρήγαγε τίποτα. Όμως, η εγκατάλειψη του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα τις προηγούμενες δεκαετίες και η εξειδίκευση στις υπηρεσίες, έκανε την οικονομία πιο ευάλωτη στις συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης ( η οποία επιβεβαίωσε την ανάγκη μιας ισορροπημένης σχέσης πρωτογενούς/δευτερογενούς/τριτογενούς τομέα).

Τις τελευταίες δυο-τρεις δεκαετίες, καταλύθηκε η τροφική κυριαρχία της χώρας (η αυτάρκειά της σε τρόφιμα) και διαλύθηκε λίγο-πολύ η εγχώρια παραγωγή των βασικών καταναλωτικών αγαθών.

Η σημερινή παραγωγική διάρθρωση, όχι μόνο δεν είναι κατά κανένα τρόπο βιώσιμη στα πλαίσια της παγκόσμιας αγοράς αλλά επίσης δεν είναι συμβατή με τις συνθήκες της παρατεταμένης ταξικής αναμέτρησης που θα συνόδευε για αρκετό διάστημα είτε μια κυβέρνηση της αριστεράς στοιχειωδώς αξίας του ονόματός της είτε την ανάδυση μιας αμεσοδημοκρατικής επαναστατικής αντιεξουσίας.

Τι περιθώρια ριζοσπαστικής πολιτικής έχει η αριστερή κυβέρνηση σε μια οικονομία που στηρίζεται στον τουρισμό και τη ναυτιλία;

Δεν μας προσφέρεται ένας έτοιμος παραγωγικός μηχανισμός που απλώς πρέπει να αλλάξει χέρια. Πρέπει να ξεκινήσει άμεσα, από τα κάτω, με πολλές χιλιάδες πρωτοβουλίες η ανασύσταση του παραγωγικού ιστού.

Αυτή τη στιγμή μας λείπει το ίδιο το έδαφος στο οποίο θα πατήσει μια αριστερή διακυβέρνηση (ή μια αμεσοδημοκρατική αντιεξουσία).*

Το έδαφος αυτό δημιουργεί η “αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία”, ένα κίνημα οικονομικής και κοινωνικο-πολιτισμικής αυτοοργάνωσης.

Στην αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία κατ’ αρχήν συμπεριλαμβάνουμε τα σημερινά δίκτυα αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας τα οποία όμως περνούν σε μια νέα ποιότητα στο μέτρο που γίνονται ένα πλατύ κίνημα συλλογικής αυτοαπασχόλησης, ένα κίνημα συγκρότησης παραγωγικών συνεταιρισμών από τους άνεργους οι οποίοι δεν μπορούν πλέον να ελπίζουν ούτε σε διορισμό στο δημόσιο, ούτε να περιμένουν τις ξένες επενδύσεις και η αξιοπρέπειά τους δεν τους επιτρέπει να αφεθούν στη “φιλανθρωπία” των πελατειακών μηχανισμών των κομμάτων.
 
Η διάδοση, ο πολλαπλασιασμός συνεταιριστικών μονάδων προσανατολισμένων “στην επιδίωξη του συλλογικού οφέλους και την εξυπηρέτηση των γενικότερων κοινωνικών συμφερόντων ”, που παράγουν διατηρώντας μια συμβιωτική σχέση με τη φύση και που δραστηριοποιούνται μέσω τοπικών δικτύων τα οποία αφορούν πολιτισμικές και άλλες κοινωνικές δραστηριότητες, θα μπορούσε να συμβάλλει καθοριστικά στην δημιουργία των όρων για να λυθεί η οικονομική και κοινωνική κρίση.

Ένα τέτοιο συνεταιριστικό κίνημα θα βοηθούσε αποφασιστικά στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κοινωνική Οικονομία στην αντιφατικότητά της, απασχολεί έντεκα εκατομμύρια μισθωτούς, το 6% του ενεργού πληθυσμού, ενώ σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες φτάνει το 10% του Α.Ε.Π. Δεν είναι λοιπόν παράλογος ο στόχος που έθεσε ο Γ. Σταθάκης, να φτάσει η κοινωνική οικονομία στην Ελλάδα το 20% του Α.Ε.Π.

 Ένα τέτοιο κίνημα είναι η μόνη λύση όχι μόνο για τους άνεργους αλλά προπάντων για τη χώρα.

Αν έπαιρνε πράγματι τις μεγάλες διαστάσεις που απαιτούν οι περιστάσεις, θα μπορούσε – και αυτό είναι το πιο σημαντικό – να προκαλέσει μια αληθινή μεταστοιχείωση στο ζοφερό πολιτισμικό και κοινωνικό τοπίο της σύγχρονης Ελλάδας.

Θα βοηθούσε στην επικράτηση μιας κουλτούρας αλληλεγγύης, συνεργασίας και αλληλοβοήθειας, στην αναδημιουργία-ανάκτηση του κοινού κόσμου, του κοινού που συνδέει τα διάσπαρτα άτομα και τους επιτρέπει να γίνουν δημόσιο σώμα.*

Η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας στην κατεύθυνση μιας νέας κοινωνίας, φυσικά δεν μπορεί να διεκπεραιωθεί μόνο από την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία. Εξίσου σημαντική είναι η συμβολή:

  • του εργατικού ελέγχου (του ελέγχου πάνω στην καπιταλιστική παραγωγή που επιβάλλει η εργατική τάξη “σαν εκπρόσωπος των κοινωνικών αναγκών γενικά”
  • του αγώνα των πολιτών (και ιδίως των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα) για την επανοικειοποίηση της κρατικής ιδιοκτησίας και τη μετατροπή της σε δημόσια κτήση.

Ένα κοινωνικό κίνημα τέτοιου εύρους θα άνοιγε στα σοβαρά την δημόσια συζήτηση για τον χαρακτήρα και τις κατευθύνσεις που θα έπρεπε να πάρει η παραγωγική ανασυγκρότηση. Θα την άνοιγε όχι στη Βουλή, τα τηλεοπτικά πάνελ ή στα κομματικά γραφεία, αλλά σαν μια συζήτηση ανάμεσα σε παραγωγούς αποφασισμένους να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, ανθρώπους που συζητούν όχι για το τι θα γίνει αλλά για το τι θα κάνουν οι ίδιοι.


Εάν μάλιστα υιοθετείτο το πρόταγμα της αποανάπτυξης, από πολλές απόψεις μια πολύ ρεαλιστική λύση για τη χώρα μας, και άρχιζε να υλοποιείται με επιτυχία, τότε το όλο εγχείρημα θα τράβαγε πάνω του την προσοχή όλων των λαών της Ευρώπης και της Μεσογείου και θα κέρδιζε την ηθική και όχι μόνο υποστήριξή τους.*



Ωστόσο, η άνθιση της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας, προσκρούει σε τρεις σοβαρούς περιορισμούς:


α) έλλειψη κεφαλαίων,


β) έλλειψη εμπειρίας και τεχνογνωσίας,


γ) απουσία κουλτούρας συνεργασίας


Αν και σε τέτοια εγχειρήματα, παίζει μεγάλο ρόλο η εφευρετικότητα, η δημιουργικότητα και το πάθος των συνεταιρισμένων παραγωγών, σε πολλά από αυτά χρειάζεται ένας σχετικά βαρύς και ακριβός κεφαλαιουχικός εξοπλισμός, ο οποίος μπορεί να αγοραστεί (καθώς δεν υπάρχουν ακόμη εναλλακτικοί πιστωτικοί συνεταιρισμοί) μόνο με χρηματοδότηση από το κράτος.


Η σχέση των δομών αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας, είτε με το κράτος από τη μια είτε με την ανεπίσημη οικονομία από την άλλη, δεν είναι ένα ζήτημα που προσφέρεται για εύκολες απαντήσεις.


Ένα μέρος της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας δεν χρειάζεται και επίσης δεν επιθυμεί την κρατική χρηματοδότηση.


Πολλές δομές με αυτόν τον τρόπο θέλουν να υπερασπιστούν την αυτονομία τους.


Έτσι ή αλλιώς, ο αντιπραγματισμός, οι τράπεζες χρόνου, τα τοπικά νομίσματα κ.τ.λ. είναι εκτός της επίσημης οικονομίας.


Ωστόσο, η άτυπη ή ανεπίσημη οικονομία, δεν βρίσκεται εν τέλει εκτός του κράτους αλλά σήμερα αποτελεί ένα πολύ σημαντικό τρόπο υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Η διαχείριση της σχέσης με τον άτυπο τομέα είναι ένα ακανθώδες ζήτημα για μια αριστερή κυβέρνηση.


Επίσης, οι δομές της αλληλέγγυας οικονομίας, που έχουν αποτινάξει τον έλεγχο του κράτους, για να μην “ρουφηχτούν” από την άτυπη οικονομία πρέπει να βρίσκονται κάτω από τον πολύ αυστηρότερο έλεγχο του κινήματος.

 

Σε κάθε περίπτωση, οι απαιτούμενοι πόροι για κεφαλαιουχικό εξοπλισμό είναι πολύ μεγάλοι  και το κράτος για να χρηματοδοτήσει μιας τέτοιας έκτασης προσπάθεια θα πρέπει να έχει όχι ελλείματα αλλά πλεονάσματα, τα οποία βέβαια δεν θα προορίζονται για την αποπληρωμή των τοκογλύφων αλλά οπωσδήποτε η εξοικονόμησή τους θα πιέζει το βιοτικό επίπεδο προς τα κάτω.


Αντισταθμιστικά, θα μπορούσε να λειτουργήσει η δωρεάν παροχή υψηλού επιπέδου προνοιακών υπηρεσιών από την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία, αλλά και η σταδιακή αλλαγή του τρόπου ζωής και η απόδοση έμφασης όχι σε καταναλωτικά αγαθά που αφήνουν μεγάλο οικολογικό αποτύπωμα αλλά σε σχεσιακά αγαθά, τα οποία θα παράγει άφθονα η κοινωνική οικονομία και θα έχουν να κάνουν με την μόρφωση, τον πολιτισμό, τη φύση κ.τ.λ.


Πάντως η διαχείριση των κρατικών πόρων θα πρέπει να γίνει με την μέγιστη δυνατή διαύγεια.


Οι πόροι αυτοί θα είναι επίδικοι καθώς μόνο μέσω αυτών μπορούν σήμερα να διασωθούν τα πελατειακά δίκτυα των κομμάτων.


Όλοι ξέρουμε τι έγινε με τα ευρωπαϊκά προγράμματα και τις Μ.Κ.Ο. Στη διαχείριση αυτών των πόρων, η πολιτική Αριστερά θα δώσει εξετάσεις.


Αν επιτρέψει και την παραμικρή υποψία εναντίον της, οι επιπτώσεις θα είναι καταστροφικές.



Οι δημόσιες επενδύσεις ή οι επενδύσεις από την τοπική αυτοδιοίκηση δρώντας σε συνέργεια με τις συλλογικότητες της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας (ακόμη και σε μεικτά εταιρικά σχήματα) θα μπορούσαν να πετύχουν πολλαπλάσια αποτελέσματα οργανώνοντας την παραγωγή και την κατανάλωση σε “οικονομίες εγγύτητας” με βάση τους δήμους και τις “βιοπεριφέρειες”.


Οι δομές “αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας” θα μπορούσαν επίσης να υπολογίζουν στη βοήθεια σε πόρους και προπάντων σε τεχνογνωσία και εθελοντές από ομόλογες δομές στην Ευρώπη· έτσι η Ευρώπη των λαών θα έπαιρνε σάρκα και οστά και δεν θα αποτελούσε ένα κενό σύνθημα.


Πάντως στο μέτρο που τα εγχειρήματα αυτά στέκονταν στα πόδια τους και κέρδιζαν την εμπιστοσύνη των πολιτών, θα μπορούσαν να βρουν εύκολα χρηματοδότηση από πολλούς που θα ήθελαν να εμπιστευτούν σε αυτά τις αποταμιεύσεις τους ή από εναλλακτικούς πιστωτικούς συνεταιρισμούς που θα δημιουργούνταν κ.τ.λ.*


Οι μεγαλύτερες δυσκολίες όμως για την ανάδυση ενός τέτοιου κινήματος αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας, προέρχονται από τις νοοτροπίες που έχουν επικρατήσει στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες.


Ο ατομικισμός, ο καταναλωτισμός, η ιδιώτευση, ο ωφελιμισμός, η απαξίωση των συναδελφικών και συνεργατικών ή φιλικών δεσμών, η πλήρης αδιαφορία για τα κοινά και τον κόσμο είναι οι νοοτροπίες που επιτρέπουν στο μνημονιακό στρατόπεδο να κερδίζει νίκες ή στη Χρυσή Αυγή να ανεβάζει τα ποσοστά της.


Αυτές τις νοοτροπίες έρχεται να εκριζώσει η αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία η οποία εισάγει σ’ έναν διαφορετικό πολιτισμό, τη συμμετρική αμοιβαιότητα των σχέσεων του οποίου περιγράφει το “δώρο” και όχι το εμπόρευμα.


Έναν πολιτισμό που συνδέει όλους τους ανθρώπους σ’ ένα επανανοηματοδοτημένο κόσμο, σε δημόσιους χώρους πρόσφορους για τη σύμπραξη και συνομιλία.*


Τις δομές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας, τις συγκροτούν οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι αυτοαπασχολούμενοι, η κοινωνία, δεν τις φτιάχνουν τα κόμματα.


Αυτό που μπορεί να κάνει η αριστερά, είναι να εξασφαλίσει: πρώτον ευνοϊκά κατά το δυνατό νομικά πλαίσια και δεύτερον διαύγεια και αξιοκρατικά κριτήρια όσον αφορά την κρατική χρηματοδότηση.


Ωστόσο και αυτή η τελευταία σχέση, δεν είναι παρά μια ανάθεση της πολιτικής εκπροσώπησης από τα κινήματα στην πολιτική αριστερά, η οποία οφείλεται σε σοβαρές αδυναμίες και ανεπάρκειες των κοινωνικών κινημάτων όπως και των ρευμάτων που υιοθετούν το πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας.


Αξιοποιώντας η αριστερά τη σχέση με τα κινήματα, στηριζόμενη στους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς και υιοθετώντας τους θεσμούς που έχουν δημιουργήσει τελευταία, μπορεί να προχωρήσει στην υλοποίηση του ευρύτερου πολιτικού της σχεδίου και να εισηγηθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο το οποίο πάντως στην Λατινική Αμερική δεν είχε σχέση με τον σοσιαλισμό.

   


 

Η πολιτική της κατασκευής του κατασκευαστή

Πρόκειται για μια φράση με την οποία ο Α. Γκράμσι αναφέρεται στην πολιτική του Ιταλού πρωθυπουργού Φ. Κρίσπι (1818-1901), ο οποίος ασκώντας την εξουσία με σιδερένιο χέρι βοήθησε στην ανάδυση της βιομηχανικής αστικής τάξης της βόρειας Ιταλίας καθώς θεωρούσε προϋπόθεση για την πραγματική ανεξαρτησία της χώρας τη βιομηχανία.

Ήδη από το 2010 - με την αρχή των μνημονίων - είχε ξεκινήσει ο δημόσιος διάλογος για την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία και για την ελεύθερη επιλογή της απο-ανάπτυξης αντί της λιτότητας που είχε επιβληθεί


Από τότε η παραγωγική ανασυγκρότηση είχε θεωρηθεί ως το πεδίο όπου θα κρινόταν το όλο εγχείρημα μιας εναλλακτικής στην τρόϊκα και στην επερχόμενη διάλυση της κοινωνίας.


Μάλιστα για μια εμπνευσμένη από το πρόταγμα της αποανάπτυξης παραγωγική ανασυγκρότηση είχαν τεθεί ως στόχοι :  η τροφική κυριαρχία, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η αυτάρκεια στο μεγαλύτερο μέρος των απαραίτητων βιομηχανικών και βιοτεχνικών καταναλωτικών αγαθών.


Είχαμε μιλήσει για οικονομίες εγγύτητας, για την οργάνωση της οικονομίας με βάση τους δήμους και τις “βιοπεριφέρειες”, για την ανάληψη των χρεωκοπημένων επιχειρήσεων από τους εργάτες και για τοπικά νομίσματα.

Με το που άρχισε να αυξάνεται η ανεργία έγινε λόγος για ένα πλατύ κίνημα συλλογικής αυτοαπασχόλησης. Η ανεργία έφτασε το 26% αλλά τέτοιο κίνημα δεν είδαμε.

Ο απολογισμός των 4-5 χρόνων που ακολούθησαν είναι απελπιστικά φτωχός. Ο μεγάλος όγκος της αριστεράς (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ένα όχι αμελητέο τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ) άσκησε λυσσαλέα πολεμική εναντίον αυτών των ιδεών. Όμως και τα ακροατήρια που τις αντιμετώπιζαν ευνοϊκά λίγα πράγματα έκαναν για να τις εφαρμόσουν στην πράξη.

Η άποψή μου είναι ότι γενικά οι λύσεις επινοούνται, δουλεύονται και ωριμάζουν μέσα στην κοινωνία.

Η πολιτική θέσμιση ακολουθεί σαν επιστέγασμα.


Δυστυχώς όμως δεν έχουμε μια κοινωνική οικονομία η οποία σφύζει από ζωή, η οποία ξεπερνά και ακυρώνει τα υφιστάμενα νομοθετικά πλαίσια, η οποία διαμορφώνει από τα κάτω αιτήματα, σχέδια και θεσμούς, οπότε ο ρόλος της πολιτείας δε θα ήταν άλλος παρά να έρθει επικουρικά να βοηθήσει στην εξάλειψη των εμποδίων που την παρεμποδίζουν και να της δώσει επιπλέον μέσα για να ξεδιπλώσει με μεγαλύτερη ακόμα ένταση την ορμή της.

Ο καταναλωτικός απολίτικος ατομικισμός και η καταστροφή των κοινωνικών δεσμών, τις τελευταίες δεκαετίες, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη κοινωνικών κινημάτων και τη δρομολόγηση πολιτικών λύσεων πάνω σε αυτήν την ανάπτυξη με αποτέλεσμα την επιταχυνόμενη διάλυση του κοινωνικού ιστού και την ακόμα μεγαλύτερη παράλυση.

Η εξουσία της κυβέρνησης της αριστεράς μπορεί να γίνει το ξίφος που θα κόψει αυτόν το γόρδιο δεσμό; η βαριοπούλα που θα σπάσει το φαύλο κύκλο; Είναι η κυβέρνηση της αριστεράς ικανή για μια πολιτική κατασκευής του κατασκευαστή της παραγωγικής ανασυγκρότησης, για μια πολιτική δημιουργίας της συνεταιριστικής συνείδησης;

Χρειάζονται τολμηρά μέτρα τα οποία θα στοχεύουν και σε απτά οικονομικά αποτελέσματα, αλλά και προπάντων σε


Θα μπορούσαν να τεθούν μια σειρά από στόχοι ή να ληφθούν μέτρα όπως:

  • Η κοινωνική οικονομία να αποτελέσει το 20% του ΑΕΠ. Τον στόχο αυτόν τον ανέφερε παρεμπιπτόντως ο Γ. Σταθάκης και ξεχάστηκε αμέσως μετά. Θα πρέπει να επανέλθει ως κεντρικός στόχος της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης.
  • Αναδιαμόρφωση του φορολογικού συστήματος ώστε να δοθούν κίνητρα στην ανάπτυξη συνεταιριστικών επιχειρήσεων κάθε μορφής και σε όλα τα επίπεδα. Η κυβέρνηση να προβάλει επικοινωνιακά αυτά τα κίνητρα της φορολογικής πολιτικής. Οι συνεταιρισμοί νέων επιστημόνων θα μπορούσε να ήταν μια αρχή. Στην πραγματικότητα το κράτος δε θα έχανε φορολογικά έσοδα από τη μείωση των φόρων σε τέτοιους συνεταιρισμούς,γιατί οι συνεταιρισμοί για να έχουν σε τάξη τα λογιστικά τους και να διανέμουν σωστά τα έσοδά τους πρέπει να κόβουν αποδείξεις. Έτσι ο ένας συνέταιρος επιβλέπει τον άλλον και σπάει η σχέση της αυτό-απασχόλησης με τη φοροδιαφυγή.
  • Αξιοποίηση του παιδαγωγικού ρόλου του κράτους με μέτρα βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, π.χ. εξετάσεις μέσα από ομαδικές εργασίες στη μέση και την ανώτατη εκπαίδευση. Εκπαίδευση της κάθε συλλογικότητας στον αυτοέλεγχο και την αυτό-επιτήρηση.
  • Δημιουργία τοπικών προστατευμένων αγορών για τους συνεταιρισμούς. Οι αγορές αυτές θα μπορούσαν να προκύψουν από τις κρατικές προμήθειες, εκείνες της τοπικής αυτοδιοίκησης και την αξιοποίηση του προγράμματος αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης. Η πιο μεγάλη ανάπτυξη συνεταιρισμών στον τομέα της μεταποίησης που σημειώθηκε ποτέ στην Ελλάδα (το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των 719 αστικών συνεταιρισμών εργασίας που αναφέρονται το 1931), αποτέλεσε συνέπεια της επιλογής του κράτους να προτιμούνται για τις προμήθειες του στρατού συνεταιριστικές επιχειρήσεις. Είναι αυτονόητο ότι τέτοια μέτρα θα προκαλούσαν σφοδρές αντιδράσεις από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης γιατί θα θεωρούσε ότι νοθεύεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός.
  • Η ΒΙΟΜΕ Χ 1000 ή έστω η ΒΙΟΜΕ Χ 50 ή  Χ 30. Υπολογίζεται ότι περισσότερα από 1000 εγκαταλελειμμένα εργοστάσια τροφίμων υπάρχουν διάσπαρτα σε όλη τη χώρα. πολλά από αυτά μάλιστα διαθέτουν πλήρη εξοπλισμό (“Το Βήμα”, 1/2/2015). Η νέα ηγεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης σχεδιάζει την αξιοποίηση αυτού του ανεκμετάλευτου παραγωγικού δυναμικού δια της κοινωνικής οικονομίας (επίσης σχεδιάζει τη χρηματοδότηση των κοινωνικών επιχειρήσεων για την προώθηση των πωλήσεων).
  • Η καλή οργάνωση και η επιτυχής έκβαση ενός εγχειρήματος σε τέτοια κλίμακα θα επέφερε ανυπολόγιστες ανατροπές στην τρέχουσα νεοελληνική συνείδηση ή ιδεολογία. Σε συμβολικό επίπεδο θα μπορούσε να αποτελέσει ό,τι το 
    ΕΣΥ για την πρώτη περίοδο του ΠΑΣΟΚ και επίσης να αποβεί ένα εγχείρημα με διεθνή ακτινοβολία. Και εδώ θα πρέπει να περιμένουμε αντιδράσεις από τους “εταίρους”. Στο παρελθόν – και μάλιστα σε πολύ καλύτερους καιρούς – ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις υπέρ των κατειλημμένων αυτοδιαχειριζόμενων εργοστασίων (σε Ισπανία, Ιταλία κ.α) καταπολεμήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση γιατί υποτίθεται ότι νόθευαν τον ελεύθερο ανταγωνισμό,
  • Συσχετισμός της ζήτησης για εναλλακτικές τουριστικές υπηρεσίες (οικο-τουρισμός κ.α.) με την κοινωνική οικονομία. Υπολογίζεται ότι το 20% των τουριστών ενδιαφέρονται για τέτοιες υπηρεσίες, δηλαδή πάνω από 3.000.000 όσον αφορά την Ελλάδα. Δυστυχώς όμως στη χώρα μας τα αποτελέσματα της κοινωνικής οικονομίας (και) σ' αυτόν τον τομέα είναι απογοητευτικά. Χειρότερα π.χ. από εκείνα της Ινδονησίας όπου σημειώνονται πραγματικά αξιοζήλευτες προσπάθειες.


#

Η πολιτική της κατασκευής του κατασκευαστή της παραγωγικής ανασυγκρότησης, όπως την εισηγούμαστε εδώ, ήδη με το που διατυπώνεται έρχεται να πάρει θέση σε μια σειρά μείζονα διακυβεύματα.


Ήδη η άποψη ότι ο κατασκευαστής θα είναι οι συνεταιρισμοί και όχι οι ξένες επενδύσεις ή ο κρατικός σχεδιασμός, αποτελεί μια κρίσιμη πολιτική τοποθέτηση (το κράτος δεν είναι ο κατασκευαστής, αλλά ο κατασκευαστής του κατασκευαστή και ο κατασκευαστής είναι ο συνεταιρισμένος παραγωγός και όχι ο κεφαλαιοκράτης).

Εκκρεμεί ωστόσο ένα κρίσιμο ερώτημα: η εμπνευσμένη από την αποανάπτυξη παραγωγική ανασυγκρότηση είναι εφικτή χωρίς την αμφισβήτηση του σημερινού παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας;

Ίσως κάποια βήματα μπορούν να γίνουν και μέσα στα υφιστάμενα πλαίσια π.χ. συνεταιριστική προσφορά τουριστικών υπηρεσιών, αύξηση του μεριδίου των βιολογικών καλλιεργειών, ανάπτυξη της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κτλ.

Όμως αποανάπτυξη σημαίνει οικονομίες εγγύτητας και σχετικά αυτάρκεις «βιοπεριφέρειες».

Αυτό μπορεί να γίνει στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ; Η απάντηση του Λατούς είναι ένα κατηγορηματικό όχι το οποίο εξήγησε το 2011 και το 2014 στις διαλέξεις και τις συνεντεύξεις του και επίσης στη συνάντησή του με τον Α. Τσίπρα.

Ο Αντρέας Κυράνης («Δρόμος της Αριστεράς» 15/2/2015) αποδίδει όσον αφορά την παραγωγική ανασυγκρότηση κεντρικό ρόλο στη διάσωση της παραδοσιακής μαστορικής δεξιότητας.

Πώς μπορούν οι πραγματικά σπουδαίοι Έλληνες τεχνίτες του ξύλου (που τείνουν να εκλείψουν) να ανταγωνιστούν το ΙΚΕΑ; (εδώ δεν υποστηρίζουμε τη γενικευμένη αντικατάσταση της βιομηχανίας από τη βιοτεχνία παρόλο που ορισμένες νέες τεχνολογίες δίνουν καινούργιες δυνατότητες για μια εξαιρετικά προηγμένη τεχνολογικά «βιοτεχνική» παραγωγή – σ' αυτό το τελευταίο σημείο εστιάζεται στην πραγματικότητα το επιχείρημα του Κυράνη).

Οι καινούργιες παραγωγικές σχέσεις και δυνάμεις που θέλουμε να δημιουργήσουμε δεν μπορούν να αναπτυχθούν εάν αφεθούν εκτεθειμένες στην παγκόσμια αγορά.

Έτσι ή αλλιώς οι περισσότεροι παίκτες στην παγκόσμια αγορά (οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ινδία, η Τουρκία κ.α.) συνδυάζουν το άνοιγμα μέρους της οικονομίας τους στο διεθνή ανταγωνισμό με την προστασία του υπόλοιπου.

αγορά μετά τον καπιταλισμό δεν μπορεί να είναι παρά δίκτυα πολυάριθμων τοπικών αγορών ελεγχόμενων από τις οικείες τους κοινότητες με περίπλοκους, δουλεμένους σε βάθος χρόνου και κάθε φορά με βάση τις τοπικές συνθήκες, μηχανισμού

Μια ιδέα για το τί θα μπορούσαν να είναι τέτοιου είδους ρυθμίσεις μας δίνει ο Πολάνυι όταν μιλάει π.χ. για το διαχωρισμό εσωτερικού εμπορίου / εμπορίου μακρινών αποστάσεων στις εμπορικές μεσαιωνικές πόλεις.

#

Η πολιτική της κατασκευής του κατασκευαστή προϋποθέτει σιδερένια, γιακωβίνικη  θα λέγαμε θέληση και θα μπορούσε να υλοποιηθεί χάρη στο λαϊκό ενθουσιασμό που θα προκαλούσε μια “εμπόλεμη” κατάσταση ρήξης με τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εδώ δε μιλάμε ακόμη για έξοδο από το ευρώ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση).

Την πολιτική της κατασκευής του κατασκευαστή εισηγήθηκε στους Νεότουρκους το 1912 ο Πάρβους, σύντροφος του Τρότσκυ στο σοβιέτ της Πετρούπολης και συνδιαμορφωτής της θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης. Με την αρθρογραφία του στην Τουρκ Γιουρνιού (Τούρκικη Πατρίδα) πρότεινε ως στόχο της οικονομικής πολιτικής του κράτους.

Η πολιτική αυτή εδραιώθηκε μέσα και χάρη στις φλόγες του πολέμου, ακολουθήθηκε με εντυπωσιακή συνέπεια για πάνω από 100 χρόνια και έδωσε τη σύγχρονη βιομηχανική Τουρκία.

Η πολιτική της κατασκευής του κατασκευαστή εφαρμόστηκε πολλές φορές στη σύγχρονη ιστορία.


Επρόκειτο σχεδόν πάντα για την κατασκευή αστικής τάξης. Όταν η πολιτική αυτή ήταν επιτυχής ολοκληρωνόταν με τον “απογαλακτισμό” της αστικής τάξης από το κράτος.


Η “ανάλογη” ιδέα να δράσει μια κυβέρνηση της αριστεράς ως “θεσμικός καταλύτης” - ο όρος είναι της Έλινορ Όστρομ - για να απελευθερώσει μπλοκαρισμένες κοινωνικές δυναμικές, παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες.

Σε κάθε περίπτωση το κρίσιμο είναι η αυτονόμηση από τη διαδικασία κατασκευής του κατασκευαστή (εδώ η αυτονόμηση από το κράτος των συνεταιρισμών).

Ακόμη και μέσα στα καπιταλιστικά πλαίσια ένα τέτοιο εγχείρημα δε θα αξιολογείτο θετικά αν απλώς έδινε μερικές δεκάδες χιλιάδες κρατικοδίαιτους συνεταιρισμούς. Και αυτά ισχύουν πολύ περισσότερο για τις δικές μας προσεγγίσεις, οι οποίες εμπνέονται από τον ορίζοντα μιας κοινωνίας χωρίς το κράτος και το κεφάλαιο.

Δυστυχώς τις πλατείες δεν ακολούθησε, όπως ελπίζαμε, μια έκρηξη κινηματικής δημιουργικότητας.


Η αριστερά δεν ήρθε στην εξουσία ωθούμενη από τη δυναμική των κινημάτων, αλλά μετά την υποχώρησή τους επειδή η κοινωνία προτίμησε την κοινοβουλευτική διέξοδο.

Σε μια τέτοια ακριβώς συγκυρία διατυπώνουμε ως υπόθεση εργασίας την πρόταση της «πολιτικής της κατασκευής του κατασκευαστή».

Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του αρπάζεται.

22-2-2015








ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Το πρόγραμμα προσφέρει δωρεάν εξειδικευμένη επιχειρηματική υποστήριξη και χρηματικά βραβεία έως 80.000 ευρώ.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Η κινητοποίηση των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών είναι εφικτή!
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Από κοινού να συνδιαμορφώσουμε και να δημιουργήσουμε μία ακόμα κοινότητα αγώνα μέσα στην κατάληψη ελαία, μία αγροκολλεκτίβα.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Πραγματοποιήθηκε προσεμιναριακή συζήτηση προβληματισμού από τον Κτηνοτροφικό Σύλλογο Αττικής με αντικείμενο το σεμινάριο «Η συμβολή της Κοινωνικής Οικονομίας στην ανάκαμψη»
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Το εκπαιδευτικό σεμινάριο «Μέντορες για την Κοινωνική Οικονομία» απευθύνεται σε αιρετά αλλά και υπηρεσιακά στελέχη της δημόσιας διοίκησης και τοπικής αυτοδιοίκησης
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Το τριήμερο 2, 3 & 4 Απρ 2021, Παρασκευή, Σάββατο & Κυριακή οργανώνεται αρθρωτό διαδικτυακό σεμινάριο με θέμα: Η συμβολή της Κοινωνικής Οικονομίας στην ανάκαμψη
ΣΗΜΕΡΑΕΒΔΟΜΑΔΑΜΗΝΑΣΕΤΟΣΟΛΑ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΔΙΚΤΥΟ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
x