A+ A A-
  • Πλοήγηση από το πληκτρολόγιο:
  • h Αρχική
  • n Δίκτυα αλληλεγγυης
  • a Ανταλλακτικό χαριστικό παζάρι
  • e Νέα
  • p Αρθογραφία
  • w Ποιοι είμαστε
  • c Επικοινωνία
  • t Web Tv
  • s Κοινωνική οικονομία
  • g Αλληλεγγύη
  • m Συνεργατισμός
  • x Καινοτομίες
  • u Start ups
  • o Αειφορία
  • r Δικαιώματα
  • j Ακτιβισμός
  • q Ζώα
Εναλλακτικός ΑμεΑ

Μπάρα προσβασιμότητας για ΑμεΑ

Ερίκ Τουσέν: Ο Βαρουφάκης και η συνταγή της επιτυχίας (Α')

Η σειρά άρθρων που αφιερώνω στο βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη, Ανίκητοι Ηττημένοι, αποτελεί έναν οδηγό για τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες της αριστεράς που δεν θέλουν να αρκεστούν στην κυρίαρχη αφήγηση που δίνουν τα μεγάλα ΜΜΕ και οι κυβερνήσεις της τρόικας. Αναγνώστες και αναγνώστριες που δεν ικανοποιούνται επίσης από την εκδοχή που προτείνει ο πρώην υπουργός οικονομικών.

Σε αντίστιξη με την διήγηση του Βαρουφάκη, αναφέρω γεγονότα τα οποία αποσιωπά και εκφράζω μια γνώμη διαφορετική από την δική του περί του τί έπρεπε να πράξει και τί έπραξε. Η διήγησή μου δεν υποκαθιστά την δική του, διαβάζεται παράλληλα.

Μέρος 1ο: Προτάσεις που οδηγούσαν στην αποτυχία

Στο τελευταίο του βιβλίο Adults in the Room, ο Γιάνης Βαρουφάκης δίνει την δική του εκδοχή των λόγων που οδήγησαν στην ντροπιαστική συνθηκολόγηση της κυβέρνησης Τσίπρα, τον Ιούλιο του 2015. Αναλύει ουσιαστικά την περίοδο 2009-2015 ενώ κάνει και αναφορές σε πιο μακρινές εποχές.

Με αυτό το ογκώδες βιβλίο 5550 σελίδες, στην πρωτότυπη αγγλική έκδοση, ο Γιάνης Βαρουφάκης αποδεικνύει ότι είναι ταλαντούχος αφηγητής. Μερικές φορές, καταφέρνει να συγκινήσει τον αναγνώστη. Η αμεσότητα του ύφους του, επιτρέπει να ακολουθήσει κανείς με ζωντανό τρόπο την πορεία των γεγονότων.

Το πρώτο αυτό άρθρο αναφέρεται στα 4 πρώτα κεφάλαια ενός βιβλίου που περιέχει 17 κεφάλαια. Αφορά τις προτάσεις που διατύπωνε ο Βαρουφάκης πριν συμμετάσχει στην κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 2015.

Με την αποδεικτική διαδικασία που ακολουθεί ο συγγραφέας, Μπορούμε ξεκάθαρα να συμπεράνουμε ότι η συμπεριφορά του και ο πολιτικο-οικονομικός προσανατολισμός που υπερασπίστηκε συνέβαλαν στην καταστροφή. Πράγματι, ο Γιάνης Βαρουφάκης διεκδικεί ξεκάθαρα πρωταγωνιστικό ρόλο στην επεξεργασία της στρατηγικής που υιοθέτησε πριν την εκλογική νίκη του Ιανουαρίου του 2015 μια δράκα ηγετικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ: ο Αλέξης Τσίπρας, ο Γιάννης Δραγασάκης, ο Νίκος Παππάς, κατά κύριο λόγο.

Ο Βαρουφάκης δεν δηλώνει ένοχος: είναι πεπεισμένος ότι αν ο Τσίπρας είχε πραγματικά εφαρμόσει τον προσανατολισμό που του πρότεινε και που ο Τσίπρας δέχτηκε, τέλη 2014, αυτό δεν θα είχε καταλήξει σε ήττα για τον Ελληνικό λαό.

Όμως, αντίθετα με αυτό που πιστεύει ο Βαρουφάκης, μια προσεκτική ανάγνωση του βιβλίου του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι συνέβαλε στην ήττα.

Ο Βαρουφάκης εξηγεί πώς, προοδευτικά, κατάφερε να πείσει τους Τσίπρα, Παππά και Δραγασάκη να μην τηρήσουν τον προσανατολισμό που είχε υιοθετήσει ο ΣΥΡΙΖΑ το 2012 και, μετά, το 2014. Εξηγεί ότι επεξεργάστηκε μαζί τους έναν νέο προσανατολισμό που δεν συζητήθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ και που ήταν διαφορετικός από αυτόν που παρουσίασε ο ΣΥΡΙΖΑ κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας τον Ιανουάριο του 2015. Ο προσανατολισμός αυτός οδηγούσε, στην καλύτερη περίπτωση, στην αποτυχία και, στην χειρότερη, στην συνθηκολόγηση.

Ο προσανατολισμός που υπερασπίστηκε ο Βαρουφάκης

Ο Βαρουφάκης παρουσιάζει περιληπτικά την συμφωνία που έκλεισε με τους Αλέξη Τσίπρα, Δραγασάκη και Παππά, τον Νοέμβρη του 2014, σε μια συνάντηση που έγινε στο σπίτι του Τσίπρα. Η συνάντηση αυτή είχε οργανωθεί από το τρίο Τσίπρα-Παππά-Δραγασάκη, με σκοπό να πειστεί ο Βαρουφάκης να δεχτεί να γίνει υπουργός οικονομικών στην κυβέρνηση που θα δημιουργούσε σε λίγο ο ΣΥΡΙΖΑ. «Εκεί είναι που ο Αλέξης μου έκανε μια προσφορά, ήρεμα και κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Δραγασάκη. – Αν κερδίσουμε, και δεν υπάρχει πια καμιά αμφιβολία ότι θα κερδίσουμε, θα ήθελα να είσαι ο υπουργός οικονομικών.»[1]

Ο Βαρουφάκης δίνει περιληπτικά τα 6 μέτρα προτεραιότητας που πρότεινε στους Τσίπρα, Δραγασάκη και Παππά και που εκείνοι αποδέχτηκαν. Τα μέτρα αυτά συνεπάγονταν την παραμονή στην ευρωζώνη.

Γράφει ο Βαρουφάκης: «Θεώρησα καλό να ανακεφαλαιώσω τους κοινούς μας στόχους: Η αναδιάρθρωση του χρέους, είναι ο πρώτος. Δεύτερον, πρωτογενές πλεόνασμα που δεν θα υπερβαίνει το 1,5% του εθνικού εισοδήματος και όχι νέα μέτρα λιτότητας. Τρίτον, σημαντικές μειώσεις της φορολογίας των επιχειρήσεων. Τέταρτον, στρατηγικές ιδιωτικοποιήσεις υπό όρους που θα προστατεύουν τα εργατικά δικαιώματα και ανάκαμψη των επενδύσεων. Πέμπτον, δημιουργία μιας αναπτυξιακής τράπεζας που θα χρησιμοποιούσε τα εναπομείναντα δημόσια ενεργητικά ως εγγύηση για την δημιουργία επενδύσεων εκ των έσω και των οποίων τα μερίσματα θα διοχετεύονταν προς τα δημόσια συνταξιοδοτικά ταμεία. Έκτον, πολιτική των μετοχών και της διαχείρισης των τραπεζών στην ΕΕ (…). Για μιαν ακόμη φορά, ήταν σύμφωνοι, ακόμη πιο πεπεισμένοι»[2].

Ο Βαρουφάκης δηλώνει ευθαρσώς ότι αυτά τα μέτρα έπρεπε να αντικαταστήσουν το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης που ο Τσίπρας είχε παρουσιάσει τον Σεπτέμβρη του 2014.

Ιδού τι γράφει σχετικά με το πρόγραμμα αυτό:

«…βρισκόμουν στο Ώστιν όταν άκουσα στις ειδήσεις ότι ο Αλέξης είχε παρουσιάσει τις αδρές γραμμές της οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, σε μιαν ομιλία στη Θεσσαλονίκη. Έκπληκτος, προμηθεύτηκα το κείμενο και το διάβασα. Ένα κύμα ναυτίας κι αγανάκτησης με έπνιξε. Κατευθείαν έπιασα δουλειά. Λιγότερο από μισή ώρα αργότερα, είχα ένα άρθρο που ο πρωθυπουργός Σαμαράς θα χρησιμοποιούσε για να επικρίνει δριμύτατα τον ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στο Κοινοβούλιο: «Ακόμη κι ο Βαρουφάκης, ο οικονομικός σας γκουρού, εκτιμά ότι οι υποσχέσεις σας είναι φούσκες.» Κι έτσι ήταν.

Το «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» (…)υποσχόταν αυξήσεις μισθών, επιδοτήσεις, κέρδη και επενδύσεις που θα χρηματοδοτούνταν από κάποιο φανταστικό ή παράνομο μάννα εξ ουρανού. Περιλάμβανε επίσης δεσμεύσεις που δεν θα έπρεπε καν να τηρήσουμε. Τέλος, εναντιώνονταν σε οιαδήποτε λογική στρατηγική διαπραγμάτευσης για διατήρηση της Ελλάδας στην ζώνη του ευρώ, ενώ διαβεβαίωνε ότι έπρεπε να παραμείνει στην ευρωζώνη. Το πρόγραμμα ήταν τόσο σαθρό που δεν έκανα καν τον κόπο να το αναλύσω κριτικά, σημείο-σημείο. Ιδού τί προτίμησα να γράψω:

«Θα προτιμούσα τόσο πολύ να διαβάσω μιαν άλλη ομιλία εκ μέρους του Αλέξη Τσίπρα! Φαντάζεστε μιαν ομιλία που θα ξεκινούσε με «Γιατί να μας ψηφίσετε;» και θα απαντούσε «Επειδή σας υποσχόμαστε τρία πράγματα: αίμα, ιδρώτα και δάκρυα!»

Αίμα, ιδρώτα και δάκρυα, ιδού τι είχε υποσχεθεί ο Τσώρτσιλ στον Βρετανικό λαό, το 1940, όταν ανέλαβε επικεφαλής της κυβέρνησης. Και γιατί; Για να κερδίσει τον πόλεμο.»[3]

Το να χρησιμοποιείς ως θετική αναφορά τον Τσώρτσιλ σε μια δημόσια κριτική που απευθύνεται στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, είναι ολόκληρη υπόθεση.

Ο Τσώρτσιλ οργάνωσε την αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων και των απεργιών που συντάραξαν την Ελλάδα, στα τέλη του 1944, όταν, στα πλαίσια της συμφωνίας της Γιάλτας, η Μεγάλη Βρετανία είχε πάρει τον έλεγχο της χώρας καταστέλλοντας τις κυριότερες δυνάμεις που είχαν απελευθερώσει την χώρα από την ναζιστική κατοχή.

Ας επανέλθουμε στα μέτρα που ο Βαρουφάκης δίνει περιληπτικά

1. Αναδιάρθρωση του χρέους

Ο Βαρουφάκης προτείνει αναδιάρθρωση του χρέους χωρίς μείωση του όγκου του.

Η υλοποίηση του πρώτου αυτού, πολύ μετριοπαθούς, μέτρου εξαρτάται από την καλή θέληση της τρόικας. Πρόκειται για ευσεβή πόθο. Χωρίς αναστολή πληρωμών, συνδυασμένη με άλλες μονομερείς πράξεις -μεταξύ των οποίων ο λογιστικός έλεγχος (με συμμετοχή των πολιτών)- ήταν αδύνατον να αναγκαστούν οι πιστωτές να δεχθούν πραγματικά ριζική μείωση του χρέους. Η κύρια πρόταση του Βαρουφάκη στο θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους εγγράφεται, όπως αναφέρει ο ίδιος, στη συνέχεια του κειμένου με τίτλο: «Μια μετριοπαθής πρόταση για την επίλυση της κρίσης του ευρώ».

Η υλοποίηση της πρότασης αυτής συνίστατο στην αμοιβαιοποίηση των δημόσιων χρεών της ζώνης του ευρώ. Αυτό θα συνεπάγονταν την κοινή απόφαση των κυβερνήσεων της ευρωζώνης για την ανακούφιση των δημόσιων οικονομικών και την εγκατάλειψη των πολιτικών λιτότητας. Είναι τεχνικά εφικτό, πολιτικά ευκταίο από πλευράς οικονομικής ανάκαμψης και ενός νέου νεο-κεϋνσιανού κοινωνικού συμβολαίου αλλά, παρά τον μετριοπαθή χαρακτήρα της πρότασης, είναι απολύτως ασύμβατο με την πολιτική που εφαρμόζεται από την πλειοψηφία των κυβερνήσεων αυτών. Πρέπει να είναι κανείς ιδιαίτερα αφελής για να πιστέψει ότι οι κυβερνώντες στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θα μπορούσαν να διάκεινται ευνοϊκά προς μια κεϋνσιανή ανάκαμψη της οικονομίας. Το να βασίζεις μια λύση πάνω σε μια τέτοια υπόθεση δείχνει πως δεν έχεις ιδέα περί των ισορροπιών δυνάμεων και των κινήτρων των ευρωπαίων ηγετών.

Η τελευταία εκδοχή που πρότεινε ο Βαρουφάκης τέλη 2014, αρχές 2015, συνεπάγονταν τους ακόλουθους προσανατολισμούς ως προς τα χρέη: μη αμφισβήτηση και μη μείωση του οφειλόμενου προς το ΔΝΤ χρέους και προς τους ιδιώτες πιστωτές, αλλά και επίτευξη συμφωνίας με τους ευρωπαίους εταίρους επί των ακόλουθων σημείων: 1. «Η κυβέρνηση θα εξέδιδε διαρκή ομόλογα, που θα είχαν την ίδια ονομαστική αξία με τα ομόλογα που κατείχε η ΕΚΤ, με μειωμένο επιτόκιο, αλλά χωρίς ημερομηνία ωρίμανσης ή λήξης.»

 2. «Τα ομολογιακά χρέη του Ευρωπαϊκού ταμείου διάσωσης θα ανταλλάσσονταν με νέα 30ετή ομόλογα της Ελληνικής κυβέρνησης, πάλι της ίδιας αξίας με αυτήν του υπάρχοντος χρέους (άρα, όχι επίσημο κούρεμα), αλλά υπό δυο όρους: πρώτον, οι ετήσιες αποπληρωμές έπρεπε να ανασταλούν έως ότου το εισόδημα της χώρας φτάσει ένα ορισμένο κατώφλι. Δεύτερον, το επιτόκιο θα συνδέονταν με το ποσοστό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας»[4].

Σχόλιο: Οι δυο αυτές προτάσεις ήταν εξ ίσου ανέφικτες, από πολιτικής απόψεως, όσο κι η αμοιβαιοποίηση των χρεών.

Επίσης, η όλη πρόταση Βαρουφάκη σχετικά με το χρέος ήταν και είναι απαράδεκτη, από πλευράς αριστεράς, διότι προϋπέθετε την εγκατάλειψη κάθε συζήτησης περί νομιμότητας και θεμιτότητας των χρεών που απαιτούνταν από την Ελλάδα. Η πρόταση Βαρουφάκη ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με τον προσανατολισμό που είχε υοιθετήσει ο ΣΥΡΙΖΑ το 2012: την μονομερή αναστολή πληρωμής του χρέους και την πραγματοποίηση ενός λογιστικού ελέγχου σχετικά με αυτό (θα επανέλθω σε αυτό το σημείο, παρακάτω). Εξ άλλου, και είναι σημαντικό, στην πρότασή του, ο Βαρουφάκης δεν περιλαμβάνει ρητά την εγκατάλειψη των όρων που έθεταν οι πιστωτές.

Ο Βαρουφάκης εξηγεί ο ίδιος ότι η πρότασή του είναι εξαιρετικά μετριοπαθής:

«Επρόκειτο περί μετριοπαθών μέτρων, πολιτικά αποδεκτών για τους πιστωτές εφόσον δεν περιλάμβαναν κανένα άμεσο κούρεμα. Έναντι του κοινού και των εν δυνάμει επενδυτών, ήταν επίσης το σημάδι ότι η ΕΕ θα δεχόταν να έχει, αν όχι τον ωραίο ρόλο, τουλάχιστον έναν καινούριο ρόλο: όχι πια ο ανελέητος πιστωτής ενός αφερέγγυου Κράτους, αλλά ο εταίρος της ανάπτυξης της Ελλάδας, εφόσον οι πληρωμές της χώρας αυτής θα ήταν ανάλογες με την αύξηση του ονομαστικού της εισοδήματος.

Ούτε μια φορά δεν άκουσα εκπρόσωπο του ΔΝΤ ή της ΕΕ να ασκεί κριτική στην λογική πάνω στην οποία βασίζονταν οι προτάσεις αυτές. Όπως παρατήρησε ο Διευθύνων σύμβουλος μιας από τις μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες επενδύσεων, όταν τις ανακάλυψε:

– Τους προτείνετε το είδος συμφωνίας που θα φαντάζονταν ένας δικηγόρος ειδικός στις πτωχεύσεις στην Γουολ Στριτ.»

Σχόλιο: Είναι προφανές ότι ο προσανατολισμός αυτός ήταν επίσης ρητά αντίθετος με την θεμιτή άρνηση συνέχισης πληρωμής ενός επονείδιστου χρέους.

2. Η δεύτερη πρόταση του Βαρουφάκη:

«Πρωτογενές πλεόνασμα που δεν θα υπερβαίνει το 1,5% του εθνικού εισοδήματος και όχι νέα μέτρα λιτότητας.»

Σχόλιο: Η δέσμευση περί πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 1,5% είναι απόλυτα ασύμβατη με μια πραγματική πολιτική ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας, της απασχόλησης στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών μαζών… Στην Ελλάδα, μια αριστερή κυβέρνηση που θέλει πραγματικά να εφαρμόσει μια πολιτική ανάκαμψης και να αντιμετωπίσει την ανθρωπιστική κρίση πρέπει να εφαρμόσει μια πολιτική δημόσιου ελλείμματος επί πολλά χρόνια και να αρνηθεί την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος.

3. Τρίτον, σημαντικές μειώσεις της φορολόγησης επιχειρήσεων.

Σχετικά με το μέτρο αυτό, ο Βαρουφάκης λέει: «Αυτό θα απαιτούσε σημαντικές μειώσεις του ΦΠΑ και της φορολογίας επιχειρήσεων, διότι έπρεπε να ξαναδώσουμε ενέργεια στον ιδιωτικό τομέα.»

Αναφέρει μια ερώτηση του Τσίπρα:

« – Γιατί θα’πρεπε οι επιχειρήσεις να πληρώσουν λιγότερο; ρώτησε ο Αλέξης.

Του εξήγησα: ο ιδιωτικός τομέας έπρεπε να πληρώσει περισσότερο όσον αφορά το συνολικό φορολογικό εισόδημα, αλλά ο μόνος τρόπος να αυξήσουμε την συνολική του συνεισφορά, ενώ οι πωλήσεις ήταν σε νεκρό σημείο κι οι τράπεζες είχαν πτωχεύσει, ανίκανες να παράσχουν πιστώσεις στις κερδοφόρες επιχειρήσεις, ήταν να μειώσουμε την φορολογία των επιχειρήσεων. Ο Δραγασάκης ήταν σύμφωνος, γεγονός που ηρέμησε τους Αλέξη και Παππά.»

Σχόλιο: Το να υπόσχεσαι την μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων κατά τρόπο αδιαφοροποίητο είναι απόλυτα ασύμβατο με μιαν αριστερή πολιτική. Πρέπει να αυξηθεί το ποσοστό φορολόγησης των μεγάλων επιχειρήσεων και αυτό να τηρηθεί. Ταυτόχρονα, είναι απόλυτα δυνατόν να μειώσεις το ποσοστό φορολόγησης των μικρών επιχειρήσεων. Εξ άλλου, το να θεωρείς ότι η μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων θα αυξήσει την συνεισφορά τους στο συνολικό φορολογικό εισόδημα δεν έχει διόλου αποδειχθεί και έχει περισσότερο να κάνει με κάποιο φιλελεύθερο ξόρκι παρά με τεκμηριωμένο συλλογισμό.

4. Τέταρτον, στρατηγικές ιδιωτικοποιήσεις υπό όρους που θα προστατεύουν τα εργατικά δικαιώματα και ανάκαμψη των επενδύσεων.

Ο Βαρουφάκης εξηγεί: «Όσο για τις ιδιωτικοποιήσεις, αν θέλαμε μια συμφωνία με την ΕΕ και το ΔΝΤ, έπρεπε να δεχτούμε συμβιβασμούς. Η κατ’αρχήν άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να αντικατασταθεί από μια πολιτική ανάλυσης κατά περίπτωση. Έπρεπε να σταματήσουμε το ξεπούλημα των δημόσιων επιχειρήσεων, αλλά τα ενεργητικά όπως οι σιδηρόδρομοι και τα λιμάνια έπρεπε να είναι προσβάσιμα υπό τον όρο ότι θα υπήρχε ένα ελάχιστο επίπεδο επενδύσεων, ότι ο αγοραστής θα δεσμεύονταν να παρέχει στους εργαζόμενους συμβάσεις αξιοπρεπείς και το δικαίωμα συνδικαλιστικής εκπροσώπησης και το Κράτος να παραμείνει σημαντικός μέτοχος, συμπεριλαμβανομένου και μειοψηφικού, διότι τα μερίσματα των μετοχών του θα του χρησίμευαν στην στήριξη των συνταξιοδοτικών ταμείων.»

Σχόλιο: Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ μάχονταν για να θέσει τέλος στις ιδιωτικοποιήσεις και για να επανεθνικοποιήσει μια σειρά επιχειρήσεων που είχαν ιδιωτικοποιηθεί, ο Βαρουφάκης, όπως το εφάρμοσε στην πράξη όταν έγινε υπουργός, ήταν ευνοϊκός προς την πραγματοποίηση ορισμένων ιδιωτικοποιήσεων. Το γεγονός αυτό καταδίκαζε την κυβέρνηση στην υποταγή έναντι των μεγάλων επιχειρήσεων και ειδικότερα έναντι του ξένου κεφαλαίου. Αυτό οδηγούσε τις δημόσιες αρχές σε πλήρη αδυναμία.

5. Δημιουργία αναπτυξιακής τράπεζας

«Πέμπτον, δημιουργία μιας αναπτυξιακής τράπεζας που θα χρησιμοποιούσε τα εναπομείναντα δημόσια ενεργητικά ως εγγύηση για την δημιουργία επενδύσεων εκ των έσω και των οποίων τα μερίσματα θα διοχετεύονταν προς τα δημόσια συνταξιοδοτικά ταμεία.»

Ο Βαρουφάκης προτείνει την δημιουργία μιας αναπτυξιακής τράπεζας κενής νοήματος ως παρηγοριά σε σχέση με τη συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων και της μεταβίβασης των ελληνικών τραπεζών στους ξένους πιστωτές (βλ. πρόταση 6).

Γράφει ο Βαρουφάκης:

«Τα ενεργητικά που παρέμεναν στην ιδιοκτησία του Δημοσίου έπρεπε να μεταβιβαστούν σε μια νέα αναπτυξιακή τράπεζα που θα τα χρησιμοποιούσε ως εγγυήσεις ή ως εξασφαλίσεις για την συγκέντρωση πόρων που θα επενδύονταν σε αυτά τα ίδια τα ενεργητικά για να ενισχυθεί η αξία τους, να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και να αυξηθούν τα μελλοντικά εισοδήματα. Συμφώνησαν και σε αυτό το σημείο.»

Σχόλιο: Ο Βαρουφάκης παρουσιάζει το μέτρο της δημιουργίας μιας δημόσιας αναπτυξιακής τράπεζας για να χρυσώσει το χάπι των προτάσεων 4 και 6 που είναι σε πλήρη αντίθεση με μια στρατηγική αριστεράς. Το μέτρο 4 συνίσταται στην συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων και το μέτρο 6 συνίσταται στην εγκατάλειψη της εξουσίας που οι ελληνικές αρχές είχαν ακόμη πάνω στις ελληνικές τράπεζες. Το μέτρο 5 χρησίμευε ως δόλωμα για να επιβάλει την ιδέα ότι οι αρχές θα αποκτούσαν ένα πραγματικό δημόσιο εργαλείο ανάπτυξης.

6. Η έκτη πρόταση: η «μεταβίβαση των μετοχών και της διαχείρισης των τραπεζών στην ΕΕ (sic !)»

O Βαρουφάκης εξηγεί ότι το μέτρο αυτό συνίστατο στο «να εμπιστευτούμε την διαχείριση και την ιδιοκτησία των τραπεζών αυτών στην ΕΕ. Ήταν μια υπερβολικά τολμηρή πρόταση για ένα κόμμα που έτεινε προς την εθνικοποίηση του τραπεζικού τομέα.»

Σχόλιο: Το ελληνικό Κράτος ήταν ο κύριος μέτοχος όλων των ελληνικών τραπεζών και η θέση του ΣΥΡΙΖΑ συνίστατο στην πραγματική άσκηση της εξουσίας των αρχών επί των τραπεζών. Προτείνονται στους Τσίπρα, Παππά και Δραγασάκη την μεταβίβαση στην ΕΕ των μετοχών που κατείχαν οι ελληνικές δημόσιες αρχές, ο Βαρουφάκης κάνει ένα πρόσθετο και δραματικό βήμα προς την πλήρη εγκατάλειψη της κυριαρχίας.

Αφού δίνει την περίληψη των 6 προτάσεων που, σύμφωνα με αυτόν, αποδέχτηκαν οι Τσίπρας, Παππάς και Δραγασάκης, ο Βαρουφάκης φθάνει στην στρατηγική που μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να εφαρμόσει στις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ. Εξηγεί πως αν η ΕΕ αποφάσιζε να σαμποτάρει άμεσα την κυβέρνηση, θα ανέθετε τη βρώμικη δουλειά στην ΕΚΤ. Αυτή θα έκοβε τις ρευστότητες προς τις ελληνικές τράπεζες και θα τις ανάγκαζε να κλείσουν, όπως έκανε τον Μάρτη του 2013 στην Κύπρο, σύμφωνα με τον Βαρουφάκη.

Ο Βαρουφάκης εξηγεί πως πέτυχε συμφωνία με τους Τσίπρα, Παππά και Δραγασάκη ώστε η απάντηση να είναι η ακόλουθη:

«Η συναίνεσή τους έπρεπε να περιλαμβάνει την δική μου στρατηγική διαπραγμάτευσης, της οποίας βασικό αποτρεπτικό στοιχείο ήταν η απειλή κουρέματος των ομολόγων SMP και το παράλληλο σύστημα πληρωμών που σκοπό είχε να κερδίσουμε χρόνου σε περίπτωση αδιεξόδου και κλεισίματος των τραπεζών.»

Θα επανέλθω στο θέμα της στρατηγικής διαπραγμάτευσης σε επόμενο άρθρο όπου θα αναλύσω την περίοδο που ακολούθησε τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015.

Ο Βαρουφάκης δηλώνει πως μετά την συνάντηση με το τρίο Τσίπρα, Παππά και Δραγασάκη, δέχτηκε την θέση του υπουργού οικονομικών. Ο Δραγασάκης, από την πλευρά του, θα κατείχε την θέση του υπουργού παρά τω πρωθυπουργώ και θα επέβλεπε άμεσα τρία υπουργεία-κλειδιά, εκ των οποίων, αυτό των οικονομικών.

Σημειώσεις:

[1] Y. Varoufakis, Adults in the Room, Bodley Head, London, 2017, σ. 98. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο του 2017, από τις γαλλικές εκδόσεις Les Liens qui Liberent.

[2] Όπ. π., p. 102.

[3] Όπ. π., σ. 88-89.

[4] Το απόσπασμα αυτό, όπως και όλες όσες ακολουθούν, προέρχονται από το κεφάλαιο 4.

Μέρος 2ο: Η αμφισβητήσιμη αφήγηση του Βαρουφάκη σχετικά με τις ρίζες της ελληνικής κρίσης και οι σχέσεις του με την πολιτική τάξη που προκαλούν έκπληξη

Στο πρώτο άρθρο σχετικά με το βιβλίο, ανέλυσα με κριτική ματιά τις προτάσεις του Βαρουφάκη πριν συμμετάσχει στην κυβέρνηση Τσίπρα τον Ιανουάριο του 2015, δείχνοντας πως οδηγούσαν στην αποτυχία. Το δεύτερο αυτό άρθρο αναφέρεται ειδικότερα στους δεσμούς που διατηρεί ο Γιάνης Βαρουφάκης με την ηγετική ελληνική πολιτική τάξη (τόσο με το ΠΑΣΟΚ που συνδέεται ιστορικό με την σοσιαλδημοκρατία, όσο και με το συντηρητικό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας) εδώ και πολλά χρόνια.

Ο Γιάνης Βαρουφάκης τονίζει επανειλημμένα την πλατιά γκάμα των σχέσεών του εντός του ελληνικού πολιτικού περιβάλλοντος. Επιμένει στην παρελθούσα φιλία του με τον Γιάννη Στουρνάρα (σημερινό κυβερνήτη της Κεντρικής Τράπεζας της Ελλάδας, σύμμαχο του Ντράγκι και των ιδιωτών, Ελλήνων και ξένων, τραπεζιτών), στις καλές του σχέσεις, το 2009, με τον Γιώργο Παπανδρέου (που εφάρμοσε την πολιτική που οδήγησε στο πρώτο μνημόνιο), στις σχέσεις του με τον Αντώνη Σαμαρά (που ηγήθηκε της ελληνικής κυβέρνησης μετά το δεύτερο μνημόνιο) και αφιερώνει ένα σημαντικό τμήμα των 4 πρώτων κεφαλαίων του βιβλίου του στην διήγηση της δόμησης στενών σχέσεων συνεργασίας και, μερικές φορές, πολύ στενών τέτοιων σχέσεων, με 3 ηγετικές μορφές του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για τον Αλέξη Τσίπρα (που οδήγησε τον Ελληνικό λαό στο τρίτο μνημόνιο), τον Νίκο Παππά (το άλτερ έγκο του Τσίπρα, που έγινε υπουργός κυβέρνησης Τσίπρα Ι) στους οποίους προστέθηκε, καθ’οδόν, ο Γιάννης Δραγασάκης (πριν γίνει υπουργός παρά των πρωθυπουργώ των κυβερνήσεων Τσίπρα Ι και ΙΙ). Σε αυτό το δεύτερο μέρος, θα προσεγγίσω την αφήγηση της αρχής της ελληνικής κρίσης καθώς και τις σχέσεις του Βαρουφάκη με την παραδοσιακή ελληνική πολιτική τάξη.

Ο Βαρουφάκης διηγείται με τρόπο πολύ αμφισβητήσιμο την αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στην επιβολή του πρώτου μνημονίου τον Μάη του 2010. Ενώ το αρνείται, στηρίζει το επίσημο αφήγημα σύμφωνα με το οποίο η αιτία της κρίσης βρίσκεται στην ανικανότητα του ελληνικού Κράτους να αντιμετωπίσει το δημόσιο χρέος. Αν και καταγγέλλει την αξιοθρήνητη κατάσταση στην οποία είχαν θέσει εαυτές οι ιδιωτικές ελληνικές τράπεζες [1], τονίζει την ανικανότητα του ελληνικού Κράτος να αντιμετωπίσει την κατάσταση και δηλώνει ότι έπρεπε να κηρύξει πτώχευση. Βάζει στην άκρη την δυνατότητα που «προσφέρονταν» στο Κράτος να αρνηθεί να αναλάβει τις απώλειες των τραπεζών. Ο συλλογισμός του σχετικά με την πτώχευση του ελληνικού Κράτους βασίζεται στο γεγονός ότι, σύμφωνα με αυτόν, το παθητικό (=τα χρέη) των ιδιωτικών τραπεζών επιβάρυνε, είτε το θέλουμε είτε όχι, το ελληνικό Κράτος. Το παθητικό των ιδιωτικών τραπεζών ήταν τόσο υψηλό που το ελληνικό Κράτος ήταν ανίκανο να το αντιμετωπίσει. Κι όμως, σε άλλες ιστορικές στιγμές, υπήρξαν Κράτη που αρνήθηκαν να αναλάβουν τις απώλειες των ιδιωτικών τραπεζών. Η Ισλανδία το έπραξε από το 2008, όταν κατάρρευσε ο ιδιωτικός τραπεζικό τομέας, και τα κατάφερε μια χαρά. Μπόρεσε να αντιμετωπίσει νικηφόρα τις απειλές της Μεγάλης Βρετανίας και των Κάτω Χωρών [2].

Δεν αρκεί να λέμε ότι η Ελλάδα δεν είναι η Ισλανδία, δεν αρκεί να δηλώνουμε ότι η Ελλάδα είναι μέλος της ευρωζώνης και ότι έπρεπε να μείνει εκεί, για να θέσουμε τέλος στη συζήτηση. Ο Βαρουφάκης υιοθετεί στην πραγματικότητα μια συντηρητική στάση, από οικονομικής και κοινωνικής πλευράς. Καταγγέλλει τους Έλληνες τραπεζίτες αλλά η λύση την οποία πρότεινε στον Αλέξη Τσίπρα από τον Ιούνιο του 2012 συνίστατο στη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας των ελληνικών τραπεζών στην Ευρωπαϊκή Ένωση [3].

Εξ άλλου, είναι προφανές ότι έπρεπε να τεθεί σε αμφισβήτηση η πληρωμή του δημόσιου χρέους που είχε σημαντικά αυξηθεί, κυρίως κατά την δεκαετία του 1990 λόγω της επιδίωξης αθέμιτων στόχων (υπερβολικές στρατιωτικές δαπάνες, χρηματοδότηση των φορολογικών δώρων προς τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους πιο πλούσιους, χρηματοδότηση του χρέους με μείωση των κοινωνικών εισφορών που επιβάρυναν την εργοδοσία,…) ή η χρηματοδότηση αυτού του χρέους με αθέμιτους όρους (καταχρηστικά επιτόκια που λάμβαναν οι τράπεζες) και με τρόπους που σημαδεύονταν από την διαφθορά κι άλλους παράνομους παράγοντες (βλ. το 1ο κεφάλαιο του Πορίσματος της Επιτροπής Αλήθειας για το Δημόσιο Χρέος).

Ο Βαρουφάκης και η κυβέρνηση Γιώργου Παναδρέου (ΠΑΣΟΚ) 2009-2011

«Το φθινόπωρο του 2009, μια νέα ελληνική κυβέρνηση εκλέχτηκε με την ακόλουθη υπόσχεση: να αυξήσει τις δαπάνες για να βοηθήσει το βουνό του εθνικού εισοδήματος να ξαναφτιαχτεί. Μόνο που ο νέος Πρωθυπουργός και ο υπουργός οικονομικών του, που προέρχονταν από το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, το Πασοκ, δεν κατάλαβαν. Η πτώχευση του Κράτους ήταν ήδη πραγματικότητα, πριν καν ορκιστούν. » [4]

Είναι ψευδές να δηλώνει κανείς ότι το Κράτος ήταν πτωχευμένο. Ο λόγος αυτός στηρίζει την ψευδή παρουσίαση των πραγμάτων όπως την έδωσαν η τρόικα και τα κυρίαρχα ΜΜΕ.

Αυτό που δεν λέει ο Βαρουφάκης είναι πως ο Παπανδρέου δραματοποίησε την κατάσταση του δημόσιου χρέους και του δημόσιου ελλείμματος αντί να πράξει ούτως ώστε το κόστος αυτής της τραπεζικής κρίσης να το αναλάβουν οι υπεύθυνοι, τόσο ξένοι όσο και Έλληνες (δηλαδή, οι ιδιώτες μέτοχοι, οι διοικήσεις των τραπεζών, οι ξένες τράπεζες και άλλες χρηματοπιστωτικές εταιρείες που συνέβαλαν στην δημιουργία της κερδοσκοπικής φούσκας). Η κυβέρνηση Παπανδρέου κατέφυγε στην παραποίηση των στατιστικών του ελληνικού χρέους, όχι κατά τα χρόνια που προηγούνταν της κρίσης για να το μειώσει (όπως υποστηρίζει το κυρίαρχο αφήγημα) αλλά, το 2009, για να το αυξήσει. Αυτό αποδεικνύει πολύ καθαρά η ελληνική Επιτροπής Αλήθεια Δημόσιου Χρέους, στην έκθεσή της, τον Ιούνιο 2015, (βλ. Κεφάλαιο ΙΙ, σελ. 17 – εδώ η ελληνική έκδοση). Ο Βαρουφάκης δεν καταγγέλλει την παραποίηση. Δέχεται ως έχουν τις δηλώσεις του Παπανδρέου, του υπουργού οικονομικών του σχετικά με την δραματική κατάσταση των δημόσιων οικονομικών.

Μετά τις βουλευτικές εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009, η νεοεκλεγμένη κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου προχώρησε τελείως παράνομα σε αναθεώρηση των στατιστικών στοιχείων με σκοπό να φουσκώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα αλλά και το δημόσιο χρέος, για την περίοδο που προηγούνταν του μνημονίου του 2010. Το επίπεδο του ελλείμματος για το 2009 υπέστη πολλές αναθεωρήσεις προς τα πάνω, από 11,9% του ΑΕΠ, σε πρώτη εκτίμηση, στα 15,8%, στην τελευταία. Ο Ανδρέας Γεωργίου, διευθυντής το 2009-2010 της ελληνικής στατιστικής υπηρεσίας ΕΛΣΤΑΤ (ενώ κατείχε ακόμη θέση στο ΔΝΤ) καταδικάστηκε τον Αύγουστο του 2017.

Υπό τον τίτλο: «Στην Ελλάδα, καταδίκη του πρώην διευθυντή της Στατιστικής υπηρεσίας που είχε παραποιήσει στοιχεία του δημόσιου ελλείμματος», ιδού τι αναφέρει η εφημερίδα Le Monde στην έκδοση της 1ης Αυγούστου 2017: «Ο Ανδρέας Γεωργίου, πρώην διευθυντής της ελληνικής στατιστικής υπηρεσίας, ΕΛΣΤΑΤ, στην καρδιά του σήριαλ των ψευδών στοιχείων του δημόσιου ελλείμματος στην αρχή της κρίσης χρέους, καταδικάστηκε, την Τρίτη 1η Αυγούστου, σε δυο χρόνια φυλάκισης με αναστολή. Το Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών τον έκρινε ένοχο «παράβασης καθήκοντος», σύμφωνα με δικαστική πηγή. Το πρώην μέλος του Διεθνούς νομισματικού ταμείου δικάζονταν για την συνεννόησή του με την Eurostat (την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία, η οποία εξαρτάται από την Επιτροπή) για να φουσκώσει τα στοιχεία του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους για το έτος 2009. Ο υποτιθέμενος στόχος: να διευκολυνθεί η θέση υπό οικονομική επιτροπεία της χώρας, με την έναρξη, το 2010, του πρώτου προγράμματος διεθνούς διάσωσης της Ελλάδας – σήμερα είμαστε στο τρίτο, από τον Αύγουστο του 2015.» [5]

Επίσης, αντίθετα με τις δηλώσεις του Βαρουφάκη, οι ιδιωτικές τράπεζες δεν έκοψαν τις πιστώσεις προς το ελληνικό Κράτος το 2009 [6]. Αυτές που διακόπηκαν είναι οι πιστώσεις προς τον ελληνικό ιδιωτικό τομέα, κατά την διάρκεια εκείνου του έτους. Το φθινόπωρο του 2009, το ελληνικό Κράτος κατάφερνε χωρίς δυσκολία να δανειστεί χρήματα. Η διακοπή των πιστώσεων από τις χρηματοπιστωτικές αγορές προς το Ελληνικό Κράτος έλαβε χώρα το 2010, αφού ο Παπανδρέου δραματοποίησε την κατάσταση και αφού ξεκίνησε η διαδικασία του 1ου μνημονίου.

Ο Βαρουφάκης εξηγεί σε πολλά σημεία του 2ου κεφαλαίου ότι διατηρούσε, παρά τις προφανείς διαφορές τους, καλές σχέσεις με τον Παπανδρέου:

«Τον Ιανουάριο του 2010, κατά την διάρκεια ραδιοφωνικής συνέντευξης, προειδοποίησα τον Πρωθυπουργό, τον οποίο γνώριζα προσωπικά και με τον οποίο είχα μάλλον φιλικές σχέσεις, λέγοντάς του: «Ό,τι κι αν κάνεις, μην πας να βρεις κρατικά δάνεια στους ευρωπαίους εταίρους μας για να προσπαθήσεις, μάταια, να αποφύγεις την πτώχευση.» [7]

Σε αυτό το τελευταίο σημείο, ο Βαρουφάκης είχε δίκιο: δεν χρειαζόταν να αναζητήσει πιστώσεις απ’την πλευρά της τρόικας. Αντίθετα, ο Βαρουφάκης έχει άδικο όταν λέει πως το ελληνικό Κράτος έπρεπε να κηρύξει πτώχευση. Μια εναλλακτική, αντίθετη με την πολιτική που εφάρμοσε ο Παπανδρέου και διαφορετική από αυτήν που πρότεινε ο Βαρουφάκης (δηλ., πτώχευση του Κράτους) ήταν παρά ταύτα εφικτή και απαραίτητη. Έπειτα από την εκλογική της νίκη του 2009, βάσει μιας εκστρατείας που κατήγγειλε τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφάρμοζε η Νέα Δημοκρατία, αν ήθελε να τηρήσει τις προεκλογικές υποσχέσεις της, η κυβέρνηση Παπανδρέου έπρεπε να κοινωνικοποιήσει τον τραπεζικό τομέα οργανώνοντας την συντεταγμένη χρεοκοπία τους και προστατεύοντας τους καταθέτες. Πολλά ιστορικά παραδείγματα βεβαιώνουν ότι μια πτώχευση ήταν απόλυτα συμβατή με την ταχεία επανεκκίνηση των οικονομικών δραστηριοτήτων στην υπηρεσία του πληθυσμού. Έπρεπε να εμπνευστεί από αυτά που γίνονταν στην Ισλανδία από το 2008 [8] και όσα είχαν πραγματοποιηθεί στην Σουηδία και στη Νορβηγία κατά την δεκαετία του 1990 [9].

Ο Παπανδρέου προτίμησε να ακολουθήσει το σκανδαλώδες και καταστροφικό παράδειγμα της ιρλανδικής κυβέρνησης που έσωσε τους τραπεζίτες το 2008 και, τον Σεπτέμβρη του 2010, θα βρισκόταν αναγκασμένη να δεχθεί ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα διάσωσης που είχε δραματικές συνέπειες για τον ιρλανδικό λαό. Έπρεπε να πάει πιο μακριά απ’ό,τι η Ισλανδία και η Σουηδία, με πλήρη και οριστική κοινωνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Έπρεπε οι ζημίες από την επίλυση της τραπεζικής κρίσης να αναληφθούν από τις ξένες τράπεζες και τους Έλληνες ιδιώτες μετόχους ενώ οι υπεύθυνοι της τραπεζικής καταστροφής θα παραπέμπονταν στην δικαιοσύνη. Μια τέτοια αντιμετώπιση θα είχε επιτρέψει στην Ελλάδα να αποφύγει τα διαδοχικά μνημόνια που υπέβαλαν τον ελληνικό λαό σε μια δραματική ανθρωπιστική κρίση και στην ταπείνωση χωρίς να υπάρξει πραγματική εξυγίανση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Βαρουφάκης και Αντώνης Σαμαράς

Πολλές φορές ο Βαρουφάκης αναφέρεται στις επαφές που είχε με προσωπικότητες πρώτου πλάνου της ελληνικής πολιτικής τάξης, είτε του ΠΑΣΣΟΚ είτε του κύριου συντηρητικού κόμματος, της Νέας Δημοκρατίας.

«Ένα βράδυ (του 2011, σημείωση του συντάκτη), επιστρέφοντας στο σπίτι μου μετά από μια εκπομπή της ΕΡΤ, την ελληνική ραδιοφωνία και τηλεόραση, χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο. Απάντησα και αναγνώρισα την φωνή του Αντώνη Σαμαρά, ηγέτη της Νέας Δημοκρατίας, του συντηρητικού κόμματος που, την εποχή εκείνη, ήταν η αξιωματική αντιπολίτευση. (…) « Δεν γνωριζόμαστε, κ. Βαρουφάκη, μου λέει, αλλά μόλις σας είδα στην τηλεόραση και έπρεπε οπωσδήποτε να σας καλέσω. Νομίζω πως δεν άκουσα ποτέ μου λόγια τόσο βαθιά και συγκινητικά σε τηλεοπτικό πλατώ. Ήθελα να σας ευχαριστήσω για τις θέσεις σας.» Ο Σαμαράς δεν είναι το μόνο μέλος του ελληνικού establishment που επικοινώνησε μαζί μου. Η σταυροφορία μου με οδήγησε να έχει πολλές ιδιωτικές συζητήσεις με σοσιαλιστές υπουργούς, συντηρητικούς βουλευτές της αντιπολίτευσης, συνδικαλιστικούς ηγέτες και άλλους, που καταλάβαιναν ότι αντιπροσώπευα κάτι άλλο. Μόλις τους εξέθετα την ανάλυσή μου, συμφωνούσαν, όλοι ανεξαιρέτως. (…)Οι συντηρητικοί, ως τον Νοέμβρη του 2011 τουλάχιστον, ήταν λίγο τολμηρότεροι: όπως ο αρχηγός τους, ο Αντώνης Σαμαράς, είχαν υιοθετήσει μια άποψη κατά της λιτότητας και κατά της διάσωσης, ήταν πιο ελεύθεροι να με ακολουθήσουν.» [10]

Αν λάμβαναν ένα τηλεφώνημα σαν αυτό του Σαμαρά, μερικοί θ’αναρρωτιόντουσαν: «Μα, μήπως ν’ανησυχήσω που ένα από τα ηγετικά στελέχη του συντηρητικού κόμματος με συγχαίρει;». Ο Βαρουφάκης δεν αναρωτήθηκε.

Η φιλία μεταξύ Στουρνάρα και Βαρουφάκη

Ο Βαρουφάκης αφιερώνει τέσσερις ολόκληρες σελίδες στην σχέση φιλίας που τον συνέδεε με τον Γιάννη Στουρνάρα. [11] Μεταξύ τέλους την δεκαετίας 1990 και της περιόδου των μνημονίων, ο Γιάννης Στουρνάρας πέρασε από το ΠΑΣΟΚ στη Νέα Δημοκρατία. Ο Βαρουφάκης εξηγεί: «Αυτός είναι που κατάφερε να πείσει Βρυξέλλες και Βερολίνο να βάλουν την Ελλάδα στην ευρωζώνη. Όταν η χώρα έγινε οριστικά δεκτή, το 2000, ο Πρωθυπουργός, μέλος του ΠΑΣΟΚ, τον ευχαρίστησε προσφέροντάς του την θέση του Διευθύνοντα συμβούλου της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας [12]. Εκείνη την εποχή είναι που γνωριστήκαμε. Παρά το στενό πρόγραμμά του, ο Στουρνάρας ήταν πάντα διαθέσιμος για να διδάξει, με ευχαρίστηση και αφοσίωση. Οι απόψεις μας, ως οικονομολόγων, και οι πολιτικές μας απόψεις διέφεραν, αλλά η δράση του στο πανεπιστήμιο και τα φυσικά κοινά μας στοιχεία οδήγησαν σε μια βαθιά φιλία.»

Ο Βαρουφάκης διηγείται ότι πέρασαν μαζί, στο διαμέρισμα του Στουρνάρα, την εκλογική βραδιά της 4ης Οκτωβρίου 2009, που κατέληξε στην νίκη του ΠΑΣΟΚ. Την εποχή εκείνη, ο Στουρνάρας ήταν ένας από τους μεγαλοσυμβούλους των «σοσιαλιστών» και είχε υιοθετήσει τον μνημονιακό προσανατολισμό του Παπανδρέου.

Ο Βαρουφάκης συνεχίζει: «Το 2010, κρίσιμη χρονιά για την Ελλάδα, ο Στουρνάρας έκανε μιαν επιλογή που εξέπληξε πολλούς: έγινε πρόεδρος ενός think-tank, μιας δεξαμενής σκέψης οικονομολόγων που ιδρύθηκε από την Εθνική συνομοσπονδία βιομηχάνων Ελλάδας, της ισχυρότερης οργάνωσης της εργοδοσίας της χώρας, παραδοσιακά συνδεδεμένης με την Νέα Δημοκρατία.» Αυτό δεν επηρέασε την φιλία τους. Ένα μήνα πριν τις εκλογές του Μάη του 2012, ο Βαρουφάκης που ήταν περαστικός από την Αθήνα, κάλεσε τον Στουρνάρα: «Τον συνάντησα, την επομένη, στο καφέ ενός ξενοδοχείου στους πρόποδες της Ακρόπολης. Πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου (…)Μετά, περάσαμε στα σοβαρά θέματα και τον ενημέρωσα σχετικά με τις συζητήσεις που είχα στο Βερολίνο με εκπροσώπους της ΕΚΤ και της γερμανικής κυβέρνησης, με οικονομικούς δημοσιογράφους και άλλους. Ανέφερα επίσης μια συζήτηση που είχα με τον Τζορτζ Σόρρος. Που συμφωνούσε με την ανάλυσή μου σχετικά με την κατάσταση της Ελλάδας και με την ουσία των προτάσεών μου περί οικονομικής πολιτικής για την Ευρώπη, γενικότερα.»

Ο Βαρουφάκης εξηγεί πως ο Στουρνάρας κι εκείνος δεν συμφώνησαν σχετικά με την βιωσιμότητα του μνημονίου αλλά αποχωρίστηκαν υποσχόμενοι να διατηρήσουν την φιλία τους ανέπαφη. Τα πράγματα χάλασαν όταν, μερικούς μήνες αργότερα, ο Στουρνάρας κατηγόρησε τον Βαρουφάκη ότι κερδοσκοπούσε με τον Σόρρος πάνω στους τίτλους του ελληνικού χρέους. Εκείνη τη στιγμή είναι που διεκόπη η σχέση τους. Στο μεταξύ, ο Στουρνάρας είχε γίνει υπουργός ανταγωνιστικότητας (Μάης-Ιούνιος 2012). Μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2012, έγινε υπουργός οικονομικών της κυβέρνησης Σαμαρά. Στη συνέχεια, από τον Ιούνιο του 2014, ο Σαμαράς τον τοποθέτησε επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της Ελλάδας, όπου βρίσκεται ακόμη.

Έκανα τον κόπο να δώσω περιληπτικά αυτό το απόσπασμα του βιβλίου του Βαρουφάκη επειδή αποκαλύπτει την άνεση με την οποία ο συγγραφέας του ελίσσονταν στους χώρους της ελληνικής πολιτικής τάξης. Ακόμη κι αν την εποχή εκείνη δεν κατείχε επίσημο θώκο, διατηρούσε σχέσεις με ηγέτες-κλειδιά και ορισμένες από τις ιδέες του δεν τις απέρριπταν οι συντηρητικοί ηγέτες, κάθε άλλο. Προφανώς, αυτό δεν τον ενοχλούσε, εφόσον αναφέρεται σε αυτό φαρδιά-πλατιά στο βιβλίο του.

Σημειώσεις :

[1] Από πλευράς μου, ανέλυσα την κρίση των ελληνικών τραπεζών στο άρθρο μου «Grece: Les banques sont a l’origine de la crise» («Οι τράπεζες προκάλεσαν την κρίση», σε ελληνική μετάφραση, εδώ) Βλ. επίσης Patrick Saurin, “La «Crise grecque» une crise provoquee par les banques” (Η «ελληνική κρίση», μια κρίση που προκάλεσαν οι τράπεζες)

[2] CADTM – Le tribunal de l’AELE rejette les reclamations « Icesave » contre l’Islande et ses habitants, publie le 29 janvier 2013 («Το Δικαστήριο της ΕΖΕΣ απορρίπτει τα αιτήματα « Icesave » κατά της Ισλανδίας και των κατοίκων της», άρθρο που δημοσιεύτηκε στις 29 Ιανουαρίου 2013.

[3] Y. Varoufakis, Adults in the Room, Bodley Head, London, 2017, κεφ. 3, σ. 65. Θα επανέλθω σε αυτό το θέμα στο επόμενο άρθρο.

[4] Y. Varoufakis, Adults in the Room, Bodley Head, London, 2017, κεφ. 2, σ. 31.

[5] Για περισσότερες πληροφορίες. Σημειωτέον ότι αυτού του είδους τα άρθρα σπανίζουν ιδιαίτερα στην εφημερίδα Le Monde. Ο ελληνικός συντηρητικός Τύπος (ειδικότερα η Καθημερινή) υπογραμμίζουν την δυσαρέσκεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η εκπρόσωπος της Επιτροπής, Κα Annika Breidthardt, δήλωσε την 1η Αυγούστου 2017 ότι η απόφαση του δικαστηρίου δεν συνάδει με τις προηγούμενες αποφάσεις της δικαιοσύνης και επανέλαβε ότι η «Η Επιτροπή έχει πλήρη εμπιστοσύνη στην ακρίβεια και την αξιοπιστία των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ κατά την περίοδο 2010-2015 και μετά. »

[6] Θα δημοσιεύσω ένα νέο άρθρο σχετικά με το θέμα αυτό πριν το τέλος του 2017. Θα δείξω πως πολλά γραφήματα που δημοσιεύτηκαν από επίσημους οργανισμούς, ειδικότερα το ΔΝΤ, είναι ψευδή.

[7] Y. Varoufakis, Adults in the Room, Bodley Head, London, 2017, κεφ. 2, σ. 31. Στην επόμενη σελίδα, ο Βαρουφάκης γράφει: «Πεπεισμένος ότι η πτώχευση ήταν σίγουρη, όσο ήρεμα κι αν μιλούσαμε, συνέχισα να επιμένω. Εξ άλλου, το γεγονός ότι είχα γράψει ομιλίες για τον Πρωθυπουργό Παπανδρέου τράβηξε την προσοχή της BBC και άλλων οργάνων του ξένου τύπου.»

[8] Renaud Vivien, Eva Joly, «En Islande, les responsables du naufrage bancaire n’ont pas pu acheter leur proces» (Στην Ισλανδία, οι υπεύθυνοι του τραπεζικού ναυαγίου δεν μπόρεσαν να εξαγοράσουν την δίκη τους»), δημοσιεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2016.

[9] Mayes, D. (2009). Banking crisis resolution policy – different country experiences. (Πολιτική επίλυσης της τραπεζικής κρίσης – εμπειρίες από διάφορες χώρες) Central Bank of Norway. (Κεντρική Τράπεζα της Νορβηγίας)

[10] Y. Varoufakis, Adults in the Room, Bodley Head, London, 2017, κεφ. 2, σ. 38-39.

[11] Y. Varoufakis, Adults in the Room, Bodley Head, London, 2017, κεφ. 2, σ. 68 ως 72.

[12] Έκτοτε, η τράπεζα αυτή άλλαξε επωνυμία, ονομάστηκε Εμπορική και αγοράστηκε από την γαλλική Credit Agricole.

Μέρος 3ο: Πώς ο Τσίπρας, με την συνδρομή του Βαρουφάκη, γύρισε την πλάτη στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ

Ο Γιάνης Βαρουφάκης ανάγει στο 2011 την συνεργασία του με τον Αλέξη Τσίπρα και το άλτερ έγκο του, τον Νίκο Παππά. Η συνεργασία αυτή διευρύνεται προοδευτικά από το 2013, με τον Γιάννη Δραγασάκη (ο οποίος, το 2015, έγινε υπουργός παρά τον πρωθυπουργό). Μια σταθερά στις σχέσεις μεταξύ Βαρουφάκη και Τσίπρα: ο Γιάνης Βαρουφάκης αγορεύει διαρκώς υπέρ της αλλαγής του προσανατολισμού που υιοθέτησε ο Συριζα. Ο Βαρουφάκης λέει πως οι Τσίπρας, Παππάς, Δραγασάκης θέλουν οι ίδιοι, ξεκάθαρα, να υιοθετήσουν ένα διαφορετικό, πολύ πιο μετριοπαθή προσανατολισμό από αυτό που το κόμμα τους έχει αποφασίσει.

Η αφήγηση του Βαρουφάκη είναι ουκ ολίγον πιπεράτη. Μέσα από την μαρτυρία του, βλέπουμε πώς, σε πολύ σημαντικές φάσεις, γίνονται επιλογές στην πλάτη του Συριζα, περιφρονώντας τις στοιχειώδεις δημοκρατικές αρχές.

Ο Βαρουφάκης αποδίδει κεντρικό ρόλο στον εαυτό του και, πράγματι, άσκησε επιρροή στην γραμμή που υιοθέτησε το τρίο Τσίπρα, Παππά, Δραγασάκη. Είναι επίσης βέβαιο ότι οι Τσίπρας και Παππάς επιδίωξαν να δομήσουν, εκτός Συριζα, σχέσεις λιγότερο ή περισσότερο στενές με πρόσωπα και θεσμούς ούτως ώστε να εφαρμόσουν μια πολιτική που απομακρύνονταν όλο και περισσότερο από τον προσανατολισμό που ο Συριζα είχε υιοθετήσει. Ο Βαρουφάκης δεν είναι το μόνο πρόσωπο με το οποίο επικοινώνησαν αλλά, πράγματι, μια δεδομένη στιγμή, οι Τσίπρας και Παππάς θεώρησαν ότι ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να διαπραγματευτεί με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το ΔΝΤ.

Αρχές 2011, οι πρώτες επαφές Βαρουφάκη με Τσίπρα και Παππά

Ο Βαρουφάκης περιγράφει την πρώτη του συνάντηση με τους Αλέξη Τσίπρα και Νίκο Παππά, στις αρχές του 2011. Ο Παππάς του είχε δώσει ραντεβού σε ένα μικρό ξενοδοχείο-εστιατόριο, κοντά στα γραφεία του Συριζα.

«Όταν έφθασα στο ξενοδοχείο, ο Αλέξης κι ο Παππάς ήδη παράγγελναν το γεύμα τους. Ο Αλέξης είχε ζεστή φωνή, ειλικρινές χαμόγελο και την χειραψία ενός πιθανού φίλου. Ο Παππάς είχε πιο φωτεινό βλέμμα και πιο έντονη φωνή. (…)Ήταν προφανές ότι ο νεαρός πρίγκιπας του έτεινε ευήκοο ους κι ότι τους χρησίμευε ταυτόχρονα ως οδηγός, φρένο και κεντρί, αίσθηση που θα διατηρούσα κατά την διάρκεια των ταραγμένων χρόνων που θ’ακολουθούσαν: δυο νέοι άνδρες, συνομήλικοι αλλά με διαφορετικό ταμπεραμέντο, που ενεργούσαν και σκέφτονταν σαν ένας άνθρωπος.»[1]

Ο Βαρουφάκης εξηγεί πως ο Τσίπρας δίσταζε σχετικά με τον προσανατολισμό που έπρεπε να υιοθετηθεί ως προς την ενδεχόμενη έξοδο από το ευρώ: «Από το 2011, υπήρχαν έντονες εσωτερικές διαιρέσεις στον Συριζα σε σχέση με το πρόβλημα: έπρεπε να στηριχτεί επίσημα το Grexit (με έξοδο από το ευρώ αλλά όχι απαραιτήτως από την Ευρωπαϊκή Ένωση); Έβρισκα την στάση του Αλέξη απέναντι στο θέμα αυτό τόσο επιπόλαιη όσο και ανώριμη. Ο στόχος του ήταν περισσότερο να ελέγξει τις ανταγωνιστικές τάσεις μέσα στο κόμμα του, παρά να σχηματίσει ξεκάθαρη και προσωπική γνώμη. Κρίνοντας από τις ματιές του Παππά, ήταν προφανές ότι μοιράζονταν την δική μου άποψη. Βασίζονταν σε μένα για να τον βοηθήσω ώστε να εμποδίσει τον ηγέτη του κόμματος να παίξει με την ιδέα του Grexit.

Έκανα ό,τι μπορούσε για να εντυπωσιάσω τον Αλέξη και να τον πείσω ότι το να στοχεύσει στο Grexit ήταν ένα λάθος το ίδιο σοβαρό με το να μην προετοιμαστεί καθόλου γι’αυτό. Κατηγόρησα τον Συριζα ότι δεσμεύονται ελαφρά τη καρδία (…)»

Ο Τσίπρας υπέβαλε στον Βαρουφάκη την ιδέα να απειλήσει τους ευρωπαίους ηγέτες με μιαν έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη, σε περίπτωση άρνησης εκ μέρους τους να αμφισβητηθεί η μνημονιακή πολιτική. Ο Βαρουφάκης του απάντησε ότι έπρεπε να αποφευχθεί η έξοδος από την ευρωζώνη διότι ήταν δυνατόν, μέσω της διαπραγμάτευσης, να επιτευχθεί μια λύση ευνοϊκή για την Ελλάδα, ειδικότερα μια νέα αναδιάρθρωση του χρέους της.

Ο Τσίπρας απάντησε ότι γνωστοί οικονομολόγοι, όπως ο Paul Krugman δήλωναν πως η Ελλάδα θα ήταν πολύ καλύτερα εκτός ευρώ.

Ο Βαρουφάκης συνεχίζει την αφήγησή του: «Του απάντησα πως θα πηγαίναμε πολύ καλύτερα αν δεν είχαμε μπει ποτέ στην ευρωζώνη αλλά, το να μην έχουμε μπει ήταν ένα πράγμα, το να βγούμε ήταν άλλο. (…)Για να τον πείσω να εγκαταλείψει αυτόν τον τεμπέλικο συλλογισμό, του πρότεινα μια εικόνα του τί μας περίμενε σε περίπτωση Grexit. Σε αντίθεση με την Αργεντινή που είχε εγκαταλείψει την ισοτιμία μεταξύ πέσο και δολαρίου, η Ελλάδα δεν είχε σε κυκλοφορία ούτε κέρματα ούτε χαρτονομίσματα δικά της. Για να τον πείσει, ο Βαρουφάκης παρατηρεί στον Τσίπρα ότι: «Η δημιουργία νέου νομίσματος απαιτεί μήνες.»

Στην πραγματικότητα, το επιχείρημα αυτό που χρησιμοποίησε πολλές φορές ο Βαρουφάκης και άλλοι πολέμιοι της εξόδου από το ευρώ δεν ευσταθεί. Πράγματι, ήταν εφικτό να υιοθετηθεί νέο νόμισμα χρησιμοποιώντας τα χαρτονομίσματα σε ευρώ, αφού αυτά είχαν σφραγιστεί. Τα ΑΤΜ των τραπεζών θα έδιναν χαρτονομίσματα σε ευρώ που θα είχαν προηγουμένως σφραγιστεί. Αυτό ήταν που ο James Galbraith εξήγησε, μεταξύ άλλων, σε μια επιστολή στον φίλο του Γιάνη Βαρουφάκη τον Ιούλιο του 2015 [2].

Στην πραγματικότητα, αυτό που ο Βαρουφάκης επιθυμεί είναι να πείσει τον Τσίπρα ότι είναι δυνατόν να παραμείνεις στην ευρωζώνη ενώ, ταυτόχρονα, έρχεσαι σε ρήξη με την αντικοινωνική πολιτική που εφαρμόζονταν ως τότε: «θα απαιτήσουμε επαναδιαπραγμάτευση που θα σημαίνει ένα new deal για την Ελλάδα και θα μας επιτρέπει να έχουμε βιώσιμη κοινωνική πολιτική, εντός της ευρωζώνης. Αν η ΕΕ και το ΔΝΤ αρνηθούν να διαπραγματευτούν, δεν θα δεχθούμε το παραμικρό δηλητηριασμένο δάνειο από τους ευρωπαίους φορολογούμενους. Κι αν μας απαντήσουν ωθώντας μας εκτός ευρώ, πράγμα που θα είχε σημαντικότατο κόστος γι’αυτούς, αφήστε τους να επιλέξουν την πολιτική του χείριστου.»

Για τον Βαρουφάκη, δεν χρειάζεται λοιπόν να προετοιμαστεί η έξοδος από την ευρωζώνη κι αν χρειαστεί μια μέρα να γίνει αυτό, θα είναι η χειρότερη των λύσεων.

Ο Βαρουφάκης συνεχίζει:

«Ο Παππάς κουνούσε το κεφάλι του με ενθουσιασμό, αλλά ο Αλέξης είχε το μυαλό του αλλού μέχρι να τον αναγκάσω να βγει απ’την σιωπή του. Η απάντησή του μου επιβεβαίωσε ότι περισσότερο τον απασχολούσαν οι ισορροπίες δυνάμεων εντός του Συριζα και λιγότερο ήταν έτοιμος να πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα σε σχέση με το Grexit. Δεν άφησα να κλονιστώ. Το ραντεβού μας πλησίαζε στο τέλος του και, διατρέχοντας τον κίνδυνο να φανώ συγκαταβατικός, του έδωσα με δική μου πρωτοβουλί μια συμβουλή, καλή τη πίστη, άσχετη. Θα μπορούσε να το είχε πάρει στραβά.

– Αλέξη, αν θέλεις να γίνεις Πρωθυπουργός, πρέπει να μάθεις αγγλικά. Κάνε μαθήματα, είναι σημαντικό!»

Όταν ο Βαρουφάκης επιστρέφει σπίτι του, η σύζυγός του, Δανάη, τον ρωτά πως πήγε το ραντεβού κι εκείνος απαντά: «Ο τύπος είναι συμπαθητικός, αλλά δεν πιστεύω πως έχει το ανάστημα που χρειάζεται.»

Ο Βαρουφάκης, ο λογιστικός έλεγχος του χρέους κι η αναστολή πληρωμής

Στην αφήγηση των γεγονότων που προτείνει για το έτος 2011, ο Βαρουφάκης δεν αναφέρει ποτέ την σημαντική πρωτοβουλία λογιστικού ελέγχου από τους πολίτες, στην οποία αρνήθηκε να συμμετέχει.

Είναι χρήσιμο να ξεκαθαρίσουμε ότι οι θέσεις του CADTM αρχίζουν να γίνονται γνωστές στην Ελλάδα από το 2010. Πολλές συνεντεύξεις δημοσιεύονται στον ελληνικό Τύπο. Για παράδειγμα, το περιοδικό Επίκαιρα δημοσιεύει μια μακροσκελή συνέντευξή μου από τον Λεωνίδα Βατικιώτη, δημοσιογράφο και πολύ ενεργό πολιτικό της άκρας αριστεράς. Εκεί, εξηγώ τα αίτια της έκρηξης του ελληνικού δημόσιου χρέους και κατά ποιόν τρόπο η εμπειρία του Ισημερινού μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για την Ελλάδα, στον τομέα της επιτροπής λογιστικού ελέγχου και αναστολής της πληρωμής του χρέους. Ως συμπέρασμα, στο ερώτημα: «Τί πρέπει να πράξει η Ελλάδα;», απαντούσα: «Η συμβουλή μου είναι κατηγορηματική: ανοίξτε το βιβλίο των λογαριασμών! Εξετάστε, με διαφάνεια και παρουσία της κοινωνίας των πολιτών, όλες τις συμβάσεις του Δημοσίου – τις μεγαλύτερες, για παράδειγμα, αυτές των πρόσφατων Ολυμπιακών Αγώνων, ως τις μικρότερες – και ανακαλύψτε ποιο τμήμα του χρέους είναι αποτέλεσμα διαφθοράς και, συνεπώς, παράνομο και απεχθές σύμφωνα με την διεθνή ορολογία, και καταγγείλτε το!»[3].

Από πλευράς του, σε πολλά άρθρα που κυκλοφόρησαν ευρέως στην Ελλάδα από τον έντυπο Τύπο και τα κοινωνικά δίκτυα, ο οικονομολόγος Κώστας Λαπαβίτσας υπερασπίζονταν επίσης ενεργά την αναγκαιότητα δημιουργίας μιας επιτροπής λογιστικού ελέγχου. Σε ένα από τα πρώτα του άρθρα, δηλώνει: «Η ΕΛΕ μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο συμβάλλοντας στην απαραίτητη διαφάνεια. Θα πρόκειται για μια διεθνή επιτροπή που θα απαρτίζεται από ειδικούς των αναδιαρθρώσεων, νομικούς, ειδικούς του δημοσιονομικού λογιστικού ελέγχου, οικονομολόγους, συνδικαλιστές, εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών και άλλους. Θα έχει βεβαίως απόλυτη ανεξαρτησία από κομματικούς φορείς. Θα στηρίζεται σε πλήθος άλλων επιτροπών και φορέων που θα μπορούν να κινητοποιήσουν ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Θα αρχίσει έτσι να γίνεται πραγματικότητα η λαϊκή συμμετοχή που είναι απαραίτητη για την ουσιαστική αντιμετώπιση του χρέους.» (άρθρο που δημοσιεύτηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2010 από την Ελευθεροτυπία[4]).

Στις 9 Ιανουαρίου 2011, η Τρίτη σε κυκλοφορία (την εποχή εκείνη) ελληνική εφημερίδα, το Έθνος της Κυριακής, δημοσιεύει συνέντευξή μου με τίτλο «Δεν είναι φυσιολογικό να πληρώνονται χρέη που είναι παράνομα. Οι λαοί της Ευρώπης έχουν και αυτού δικαίωμα να ελέγχουν τους πιστωτές τους»[5]. Η εφημερίδα εξηγεί ότι «Η δουλειά της Επιτροπής στον Ισημερινό αναφέρθηκε πρόσφατα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο από την βουλευτή Σοφία Σακοράφα»..

Πράγματι, η Σοφία Σακοράφα η οποία ήρθε σε ρήξη με το ΠΑΣΟΚ όταν αυτό δέχτηκε το μνημόνιο του 2010, είχε παρέμβει τον Δεκέμβριο του 2010 στο Κοινοβούλιο για να προτείνει την δημιουργία μιας επιτροπής λογιστικού ελέγχου του ελληνικού χρέους, εμπνεόμενη από την εμπειρία του Ισημερινού. Το Κοινοβούλιο δεν την ακολούθησε.

Ο Κώστας Λαπαβίτσας, που κατοικούσε στο Λονδίνο όπου δίδασκε και του οποίου οι θέσεις είχαν σημαντική απήχηση στην Ελλάδα, έρχεται τότε σε επαφή μαζί μου και μου προτείνει να συνεργαστούμε σε μια διεθνή πρωτοβουλία για την δημιουργία μιας επιτροπής λογιστικού ελέγχου, πράγμα που δέχθηκα αμέσως. Ταυτόχρονα, ο Γιώργος Μητραλιάς, του CADTM Grece, έρχονταν σε επαφή με τον Λεωνίδα Βατικιώτη που ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να προχωρήσει στην Ελλάδα η δημιουργία μιας τέτοιας επιτροπής.

Ο Κώστας Λαπαβίτσας συζήτησε μαζί μου σχετικά με το περιεχόμενο του διεθνούς καλέσματος υποστήριξης της σύστασης της επιτροπής. Έκανα μερικές τροποποιήσεις στο κείμενο. Κατόπιν τούτου, αρχίσαμε να αναζητούμε στήριξη μεταξύ των προσωπικοτήτων που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν ν’αυξήσουμε την απήχηση και την αξιοπιστία της πρωτοβουλίας αυτής. Ανέλαβα να συλλέξω τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό υπογραφών διεθνών προσωπικοτήτων υπέρ της σύστασης μιας επιτροπής λογιστικού ελέγχου. Γνώριζα αρκετές από αυτές, εδώ και πολλά χρόνια, όπως τον Noam Chomsky με τον οποίο επικοινωνούσα πάνω στο θέμα του χρέους από το 1998, τον Jean Ziegler, τότε εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με το δικαίωμα στην τροφή, τον Tariq Ali καθώς και πολλούς οικονομολόγους…

Καθώς αναζητούσα υπογραφές, αντιμετώπισα μία μοναδική άρνηση, αυτήν του James Galbraith. Συζητούσα μαζί του εδώ και πολλά χρόνια, με την ευκαιρία συνεδρίων με θέμα την χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση, όπου συναντιόμασταν. Αργότερα, έλαβα ένα μέρος της εξήγησης της άρνησης αυτής – όταν ο Γιάνης Βαρουφάκης εξήγησε δημόσια γιατί αρνούνταν να προσυπογράψει την πρόσκληση για την δημιουργία της επιτροπής λογιστικού ελέγχου[6]. Διηγείται ότι o Galbraith επικοινώνησε μαζί του για να τον ρωτήσει αν έπρεπε να υπογράψει αυτήν την πρόσκληση ή όχι. Δηλώνει πως τους συνέστησε να μην το κάνει. Σε αυτήν την μακροσκελή επιστολή, ο Γιάνης Βαρουφάκης αιτιολογεί την άρνησή του να υποστηρίξει την δημιουργία της επιτροπής λογιστικού ελέγχου (ΕΛΕ). Λέει πως αν η Ελλάδα ανέστειλε την αποπληρωμή του χρέους, θα έπρεπε να βγει από την ευρωζώνη και θα βρισκόταν αστραπιαία στην λίθινη εποχή. Ο Βαρουφάκης εξηγεί πως, εξ άλλου, τα πρόσωπα που πήραν την πρωτοβουλία αυτή είναι αρκούντως συμπαθή και καλοπροαίρετα και ότι, κατ’αρχήν, είναι υπέρ ενός λογιστικού ελέγχου αλλά, δεδομένης της συγκυρίας στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα, ο έλεγχος αυτός δεν είναι πρόσφορος. Στο μακροσκελές αυτό κείμενο, ο Βαρουφάκης δίνει επίσης την κριτική του γνώμη σχετικά με το ντοκιμαντέρ Debtocracy.

Τον Μάρτη του 2011, ξεκίνησε η ελληνική επιτροπή λογιστικού ελέγχου του χρέους (ΕΛΕ). Είναι αποτέλεσμα σημαντικών προσπαθειών σύγκλισης μεταξύ ανθρώπων που γνωρίζονταν ελάχιστα ή και καθόλου μόλις πριν μερικές εβδομάδες ή μήνες. Σημαντική ώθηση στη διαδικασία δημιουργίας έδωσε το μέγεθος της κρίσης στην Ελλάδα.

Το ντοκιμαντέρ Debtocracy, που κυκλοφόρησε από τον Απρίλιο του 2011 και στο οποίο ο Hugo Arias (οικονομολόγος από τον Ισημερινό και ένας από τους κύριους εμψυχωτές της επιτροπής λογιστικού ελέγχου που δημιούργησε, το 2007, ο Πρόεδρος Rafael Correa) και εγώ ο ίδιος παρεμβαίναμε σε μεγάλο τμήμα του, επέτρεψε να δοθεί μεγάλη δημοσιότητα στην πρόταση ελέγχου του χρέους από την κοινωνία των πολιτών και στην ανάγκη και στο βάσιμο της διαγραφής του παράνομου και απεχθούς τμήματός του[7]. Στις 6 πρώτες εβδομάδες που ήταν δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο, το Debtocracy τηλεφόρτωσαν περισσότεροι από ενάμισι εκατομμύριο Έλληνες.

Μεταξύ των προσωπικοτήτων από την Ελλάδα που υπέγραψαν το κάλεσμα το 2011, βρίσκουμε τον Ευκλείδη Τσακαλώτο (που έγινε υπουργός οικονομικών της κυβέρνησης Τσίπρα, σε αντικατάσταση του Γιάνη Βαρουφάκη, από τις αρχές Ιουλίου 2015, και διατήρησε το υπουργικό χαρτοφυλάκιο στην δεύτερη κυβέρνηση Τσίπρα που προέκυψε τέλη Σεπτέμβρη 2015), ο Παναγιώτης Λαφαζάνης (ένα από τα κύρια ηγετικά στελέχη της αριστερής πλατφόρμας του Συριζα, υπουργός ενέργειας στην κυβέρνηση Τσίπρα, μεταξύ Ιανουαρίου και 16 Ιουλίου 2015, αρχηγός της Λαϊκής Ενότητας που δημιουργήθηκε τέλη Αυγούστου 2015 από το κομμάτι που έφυγε από την Συριζα όντας αντίθετο με το 3ο μνημόνιο), η Νάντια Βαλαβάνη (επίσης μέλος της αριστερής πλατφόρμας, υφυπουργός οικονομικών από τις 27 Ιανουαρίου ως τις 15 Ιουλίου 2015, επίσης μέλος της Λαϊκής Ενότητας), η Σοφία Σακοράφα (η οποία εκλέχτηκε ευρωβουλευτής Συριζα, τον Μάη του 2014 και ανεξαρτητοποιήθηκε από τον Σεπτέμβρη του 2015 διότι διαφωνούσε με την συνθηκολόγηση), ο Γιώργος Κατρούγκαλος (υφυπουργός διοικητικής μεταρρύθμισης από τον Ιανουάριο 2015 ως τον Ιούλιο 2015, κατόπιν υπουργός εργασίας από τον Αύγουστο του 2015, ο οποίος διατήρησε την ίδια θέση στα πλαίσια της 2ης κυβέρνησης που σχημάτισε το Αλέξης Τσίπρας. Από τον Νοέμβρη του 2016, έγινε υφυπουργός εξωτερικών), ο Νότης Μαριάς (που εκλέχθηκε ευρωβουλευτής τον Μάιο του 2014, με τους ΑΝΕΛ, και είναι ανεξάρτητος από τον Ιανουάριο του 2015).

Ο Βαρουφάκης δεν αναφέρει επίσης, παρόλο που συμμετείχε σε αυτήν, την διεθνή διάσκεψη που διοργάνωσαν στην Αθήνα, τον Μάρτη του 2011, ο Συνασπισμός (το κύριο κομμάτι του Συριζα, με πρόεδρο τον Αλέξη Τσίπρα) και το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Κατά την διάρκεια της διάσκεψης αυτής πήραν τον λόγο οι Αλέξης Τσίπρας, ο Oskar Lafontaine (πρώην σοσιαλδημοκράτης υφυπουργός οικονομικών της Γερμανίας, ένας από τους ιδρυτές του Die Linke), ο Pierre Laurent (ηγετικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας (PCF) και του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς), η Mariana Mortagua του Μπλοκ της Αριστεράς της Πορτογαλίας, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο Γιάννης Δραγασάκης, εγώ καθώς και πολλοί άλλοι προσκεκλημένοι.

Στη διάσκεψη αυτή, η εισήγησή μου είχε ως θέμα τις αιτίες της κρίσης, την ζωτική σημασία της ριζικής μείωσης του χρέους μέσα από μέτρα διαγραφής συνδεόμενα με την πραγματοποίηση ενός λογιστικού ελέγχου του χρέους με την συμμετοχή των πολιτών.[8]

Υπήρχαν περίπου 600 ή 700 συμμετέχοντες και πολλές εισηγήσεις συγκεντρώθηκαν σε ένα βιβλίο που δημοσιεύθηκε στα αγγλικά από το Ίδρυμα Νίκος Πουλαντζάς με τον τίτλο The Political Economy of Public Debt and Austerity in the EU (Η πολιτική οικονομία του δημόσιου χρέους και της λιτότητας στην ΕΕ)[9]. Αν αναφέρομαι στη διάσκεψη αυτή, είναι για να πω πως την εποχή εκείνη ήταν προφανές να μπει στο πρόγραμμα μια εισήγηση περί της αναγκαιότητας του λογιστικού ελέγχου του χρέους, θέμα που ο Βαρουφάκης έχει αποβάλει πλήρως, τόσο στον προσανατολισμό που υπερασπίστηκε, όσο και στην αφήγηση των τεκταινόμενων του 2011.

Τον Μάιο του 2011, η διεθνής διάσκεψη στήριξης του λογιστικού ελέγχου του ελληνικού χρέους από τους πολίτες που έλαβε χώρα στην Αθήνα ήταν πραγματικά πετυχημένη και συγκέντρωσε περί τα 3000 άτομα, κατανεμημένα στις 3 ημέρες που διήρκησε. Το CADTM ήταν μια από τις οργανώσεις που συγκάλεσαν αυτήν την συνάντηση. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης αυτής, είχα συντονίσει το πρώτο στρογγυλό τραπέζι όπου συμμετείχε, μεταξύ άλλων, η Νάντια Βαλαβάνη[10], που αργότερα έγινε υφυπουργός οικονομικών της κυβέρνησης Τσίπρα 1, και ο Λεωνίδας Βατικιώτης. Η CADTM είχε συμβάλει, μαζί με τους Έλληνες διοργανωτές και άλλα, μη ελληνικά, κινήματα στο να πεισθεί ένας σημαντικός αριθμός οργανώσεων της Ευρώπης να στηρίξουν το συνέδριο και να υιοθετήσουν συλλογικά μια διακήρυξη που διατηρεί όλη την αξία της παρά τον χρόνο που πέρασε (βλ. πλαίσιο).

Διακήρυξη της Συνδιάσκεψης της Αθήνας για το χρέος και την λιτότητα, που εγκρίθηκε τον Μάιο του 2011 (αποσπάσματα)

Υποστηρίζουμε τα παρακάτω:

• Τον δημοκρατικό λογιστικό έλεγχο του χρέους, ως συγκεκριμένο βήμα δίκαιης αντιμετώπισής του. Παρόμοιοι έλεγχοι που διενεργούνται με συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών και του εργατικού κινήματος επιτρέπουν να τεκμηριωθεί ποιο τμήμα του δημόσιου χρέους είναι παράνομο, μη νομιμοποιημένο, απεχθές ή απλώς μη βιώσιμο. Προσφέρουν στους εργαζόμενους την αναγκαία γνώση και τη δύναμη να αρνηθούν την πληρωμή του μη νομιμοποιημένου χρέους. Επίσης, ευνοούν την ευθύνη, τη δημοκρατική λογοδοσία και τη διαφάνεια σε όλο το χώρο του δημόσιου τομέα. Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας προς τις επιτροπές λογιστικού ελέγχου του χρέους στην Ελλάδα και την Ιρλανδία και είμαστε έτοιμοι να βοηθήσουμε στην πράξη.

• Αντιμετώπιση της κρίσης χρέους με βάση την δημοκρατία και την λαϊκή κυριαρχία. Οι κυβερνήσεις έχουν την πρωταρχική υποχρέωση να υπηρετούν τους λαούς τους και όχι θεσμούς που δεν υπόκεινται σε κανενός είδους λογοδοσία, όπως αυτοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ. Οι λαοί χωρών όπως η Ελλάδα είναι αυτοί που πρέπει να αποφασίσουν ποιες πολιτικές θα βελτιώσουν τις προοπτικές ανάκαμψης και θα ικανοποιήσουν τις κοινωνικές τους ανάγκες. Τα κράτη έχουν πάντα το κυριαρχικό δικαίωμα να αποφασίζουν στάση πληρωμών, εάν το χρέος απειλεί να τσακίσει τις προοπτικές επιβίωσης των εργαζομένων. Η εμπειρία του Ισημερινού το 2008-2009 και της Ισλανδίας το 2010-2011 δείχνει ότι είναι δυνατή μια ριζοσπαστική απάντηση στο χρέος που να βασίζεται στη λαϊκή κυριαρχία και μπορεί να φτάσει μέχρι την ακύρωση του μη νομιμοποιημένου χρέους. Ακόμη και αποφάσεις οργάνων των Ηνωμένων Εθνών αναγνωρίζουν τη νομιμότητα, από πλευράς διεθνούς δικαίου, της στάσης πληρωμών, όταν υφίσταται κατάσταση ανάγκης.

• Αλλαγή του προσανατολισμού της οικονομίας και αναδιανομή, όχι χρέος. Η κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και η ισχύς του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου έχουν ως συνέπειες τη χαμηλή ανάπτυξη, τη διεύρυνση των ανισοτήτων και το ξέσπασμα μεγάλων κρίσεων, ενώ παράλληλα υπονομεύουν τις δημοκρατικές διαδικασίες. Είναι καθοριστικό να επαναπροσανατολιστούν οι οικονομίες μέσω μεταβατικών προγραμμάτων που θα περιλαμβάνουν έλεγχο επί των κεφαλαιακών ροών, αυστηρές κανονιστικές ρυθμίσεις έως και δημόσια ιδιοκτησία επί των τραπεζών. Χρειάζεται ακόμη βιομηχανική πολιτική που να συντονίζει και να προγραμματίζει την οικονομική δραστηριότητα, μέσω δημοσίων επενδύσεων και δημόσιου ελέγχου στους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, με σεβασμό στο περιβάλλον. Πρωταρχικός σκοπός είναι η προστασία και η αύξηση της απασχόλησης. Είναι, επίσης, καθοριστικό να υιοθετηθούν γενναίες αναδιανεμητικές πολιτικές. Η φορολογική βάση θα πρέπει να διευρυνθεί και να γίνει προοδευτικότερη, με την επιβολή φόρων στους πλούσιους και στο κεφάλαιο, επιτρέποντας έτσι την αξιοποίηση εθνικών πόρων ως εναλλακτική λύση στο χρέος. Η αναδιανομή πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την αποκατάσταση της δημόσιας χρηματοδότησης στην υγεία, την παιδεία, τις μεταφορές και την κοινωνική ασφάλιση, καθώς και την άρση των περικοπών σε μισθούς και συντάξεις.

Αυτά είναι τα πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης των αναγκών και των επιδιώξεων των εργαζομένων. Θα μετατοπίσουν το συσχετισμό δύναμης σε βάρος του μεγάλου κεφαλαίου και των διεθνών χρηματοπιστωτικών θεσμών. Θα επιτρέψουν στους λαούς της Ευρώπης, αλλά και όλου του κόσμου, να ασκήσουν μεγαλύτερο έλεγχο στο εισόδημά τους, στην ίδια τους τη ζωή, αλλά και στις πολιτικές διαδικασίες. Θα δώσουν επίσης ελπίδα στη νέα γενιά της Ευρώπης, που σήμερα αντιμετωπίζει ένα ζοφερό μέλλον ελάχιστων θέσεων εργασίας, χαμηλών μισθών και έλλειψης προοπτικής. Για τους λόγους αυτούς, η υποστήριξη του αγώνα ενάντια στο χρέος στην Ελλάδα, στην Ιρλανδία, στην Πορτογαλία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης είναι προς το συμφέρον των εργαζομένων όλου του κόσμου.

Αθήνα, 8 Μαΐου 2011

Η διακήρυξη υπογράφεται από: Πρωτοβουλία για τηνΕλληνική Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχους (ΕΛΕ)

European Network on Debt and Development (Eurodad)

Comite pour l’annulation de la dette du tiers monde (CADTM)

The Bretton Woods Project, Ηνωμένο Βασίλειο

Research on Money and Finance, Ηνωμένο Βασίλειο

Debt and Development Coalition Irlande

Afri – Action from Ireland






ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
«Ένας πολιτικάντης σκέφτεται τις επόμενες εκλογές. Ένας πολιτικός, τις επόμενες γενιές».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Υπάρχουν λογοτέχνες και κάποια δημιουργήματά τους που σε συνοδεύουν πεισματικά σε όλη τη διάρκεια της ζωής σου
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μία υπερδραστηριοποίηση ομάδων αντιεμβολιαστών
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η αμυντική συμφωνία Ελλάδας και Γαλλίας έτυχε ευρύτατης αποδοχής από όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας.
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πανδημία COVID19 έχει αποσαθρώσει στερεότυπα, δομές, ιδεολογήματα αλλά και δόγματα πάνω στα οποία είχε δομηθεί ο κόσμος μας, εδώ και δεκαετίες.
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
«Ο τόπος ξέρει τη σκιά μας και τα βήματα/τα όνειρά μας τα τρελά και τις αγάπες/τα ονόματα τα χέρια και τα έργα μας/τη φτώχεια τους καημούς και τη χαρά μας».
ΣΗΜΕΡΑΕΒΔΟΜΑΔΑΜΗΝΑΣΕΤΟΣΟΛΑ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΔΙΚΤΥΟ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
x