A+ A A-
  • Πλοήγηση από το πληκτρολόγιο:
  • h Αρχική
  • n Δίκτυα αλληλεγγυης
  • a Ανταλλακτικό χαριστικό παζάρι
  • e Νέα
  • p Αρθογραφία
  • w Ποιοι είμαστε
  • c Επικοινωνία
  • t Web Tv
  • s Κοινωνική οικονομία
  • g Αλληλεγγύη
  • m Συνεργατισμός
  • x Καινοτομίες
  • u Start ups
  • o Αειφορία
  • r Δικαιώματα
  • j Ακτιβισμός
  • q Ζώα
Εναλλακτικός ΑμεΑ

Μπάρα προσβασιμότητας για ΑμεΑ

Η μεγαλύτερη τραγωδία του 5ου Ανεξάρτητου Τάγματος Παρνασσίδας με 32 νεκρούς αντάρτες του 1ου Λόχου Καλλία-Δήμου-Τζιβάρα





ΔΗΜ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ «ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ»

Η ενέδρα στην Αγία Τριάδα Καλοσκοπής (Κουκουβίστας), 5/1/1944 
Η μεγαλύτερη τραγωδία του 5ου Ανεξάρτητου Τάγματος Παρνασσίδας με 32 νεκρούς αντάρτες του 1ου Λόχου Καλλία-Δήμου-Τζιβάρα 

...Στην Άμφισσα, κρύα κι έρημη η πόλη. Μόλις κατεβαίναμε απ’ το αυτοκίνητο στην απάνω πλατεία, να μπροστά μας, στην αποθήκη της επιμελητείας ο Διαμαντής. Χάρηκα που τον έβλεπα γερόν, ήταν μια εγγύηση πάντα η παρουσία του. Αντικρυστήκαμε, κυτταζόμασταν ίσια στα μάτια, εγώ διατηρώντας μια απεγνωσμένη ελπίδα, ότι ίσως δε θάταν όλα σωστά τα μισητά νέα. Σφίξαμε τα χέρια αμίλητοι. 
― Πάνε κι οι τρεις; – τον ρώτησα αχνά.
Άστραψε το πράο μάτι του.
― Ποιοι τρεις! – μου λέει. ― Έχουμε τριάντα νεκρούς και δυο αγνοούμενους.
― ...Τριάντα νεκρούς!... Τριάντα!...
Αρχίσαμε να κλαίμε κι οι δυο και δαγκωνόμασταν να κρατηθούμε. Γύρω μας οι αντάρτες έκλαιγαν, δαγκώνονταν κι αυτοί, χλωμοί, εξαϋλωμένοι. Μας πήραν είδηση κι απ’ τα καφενεία γύρω στην πλατεία κι έβγαιναν ο κόσμος ακίνητοι στα πεζοδρόμια, έγινε ένα στεφάνι ανθρώπινο ολόγυρα, σάμπως ένα αόρατο κι αθόρυβο χέρι να διαρρύθμιζε αβρά το σκηνικό του σπαραγμού που ταίριαζε στην ώρα.




Μπήκαμε στην επιμελητεία, εκμηδενισμένοι κι εμείς οι τρεις, που πρωτομαθαίναμε τώρα τα νέα κι όλοι οι άλλοι. Καθήσαμε πρόχειρα κάπου, όπου βρέθηκε. Μύριζε τσουβαλίλα και λάδι κι εληές, σπαραγμός και οι μυρουδιές αυτές, σαν ορφανεμένη πλέον φροντίδα – δεν τους χρειάζονταν πια ούτε τα φτωχά μας τσουβάλια , ούτε οι εληές μας, ούτε το λάδι μας, τίποτα δε χρειαζόταν πλέον στα τριάντα παλληκάρια μας. 
Από την ανοιχτή πόρτα, φτάνανε κι έμπαιναν χλωμοί κι άλλοι συναγωνιστές, αντάρτες και ντόπιοι. Γινόμασταν μια σιωπηλή σύναξη στο μισοσκόταδο, κατάμαυρος κι όξω ο ουρανός.
― ...Στην Αγία Τριάδα – άκουγα που έλεγε κάποιος – η φωνή του σαν από άλλον κόσμο... Εκεί που είναι το εικονισματάκι... λίγα μέτρα πριν, στη μικρή λάκκα... Εκεί-εκεί... Ήσαν κρυμμένοι με άσπρες κουκούλες... Άφησαν τους ανιχνευτές και πέρασαν... μόλις μπήκε στον κλοιό η πρώτη διμοιρία τη θέρισαν... Μόνο ο Γκούρας, η Γιωργία κι ο Τρικούπης γλύτωσαν...
― Κι ο Παπάς, σοβαρά τραυματίας (Κώστας Μπάκας) – είπε άλλος. 
― Σ’ ένα λεπτό, στρώμα, όλα τα παιδιά...
― Και ποιοι σκοτώθηκαν; – ρώτησα.
Άρχισαν ανάκατα να λένε ονόματα όλοι... Έβγαλε ο Διαμαντής ένα χαρτί, έπαψαν όλοι κι άρχισε ο Διαμαντής αργά να διαβάζει.
1) Μώκος Χαράλαμπος (Καλλίας) – υπολοχαγός διοικητής του λόχου – από το Μαυρολιθάρι.
2) Μαλούκος Γιάννης (Δήμος) – πολιτικός καθοδηγητής του λόχου – από το Γαρδίκι Ομιλαίων. 
3) Τζιβάρας Παναγιώτης – καπετάνιος του λόχου – από την Σουβάλα.
4) Κόλλιας Νικόλαος – υπεύθυνος του ΕΑΜ Καλοσκοπής – από την Καλοσκοπή.
5) Ζούγρος Παναγ. – υπεύθυνος εφ. ΕΛΑΣ Καλοσκοπής – από την Καλοσκοπή.
6) Κατρανίδης Βασίλης – διμοιρίτης – από την Αθήνα.
7) Μητράνης Ροβέρτος (Ιπποκράτης) – γιατρός του λόχου (ισραηλίτης) – από τις Σέρρες.
8 Αναστασόπουλος Κώστας – από το Κλήμα Δωρίδος.
9) Τσάμης Χρήστος – από το Κλήμα Δωρίδος.
10) Παπαγεωργίου Ηλίας – από την Ιτέα. 
11) Μιχαλόπουλος Μιχ. (Καλλίμαχος) – από την Κέρκυρα.
12) Ζυμαγκόρης Αλεξέι – από την Σοβ. Ένωση.
13) Βυθούλκας Ντάνος – από την Αθήνα. 
14) Μιχαήλοβιτς Ιβάν – από την Σοβ. Ένωση.
15) Παπαδόπουλος Νίκος – από το Αγρίνι.
16) Κατσίκας Παναγ. – από το Άνω Παλαιοξάρι.
17) Γιαγκής Χαράλαμπος – από τα Πέντε Όρια.
18) Παπαστάμος Ηλίας (Μπουκουβάλας) – από το Γαρδίκι Ομιλαίων.
19) Καραμουσαντάς Κίμων (Κακαλίδης) – από τη Λειβαδιά.
20) Τσαμούρης Βαγγέλης – από την Εύβοια.
21) Καρβούνης Γιάννης (Διστομίτης) – από το Δίστομο.
22) Νησιώτης Μιχάλης – από την Αθήνα. 
23) Σταματόπουλος Δημήτριος – από την Αθήνα. 
24) Οικονομάκος Αλέκος – από το Γύθειο.
25) Βενιαμίν (Ισραηλίτης).
26) Δαυίδ (Ισραηλίτης).
27) Κάβουρας Αναστάσιος – από την Άμφισσα.
28) Κατσαντώνης Σπύρος – από την Κόνιτσα.
29) Μαστακάκης Δημ. – από την Καβάλα.
30) Σταυρόπουλος Θανάσης – από το Παύλο Βοιωτίας. 
31) Κασούτας – Παιδάκος – από τη Σεγδίτσα. 
( Όλη η Ελλάδα στο προσκλητήριο!).
.........................................................................
Ήταν αχώνευτο τέτοιο κακό.
― Καμμιά! Καμμιά βοήθεια από πουθενά δε στάθηκε δυνατό να τους δώσουν; Οι άλλες διμοιρίες τι έκαναν; – ρωτούσα σα να έμενε μια απεγνωσμένη ελπίδα να τους γλυτώσουμε με μια τελευταία προσπάθεια.
― Ου, ώσπου να συνέλθει ο υπόλοιπος λόχος και να αναπτυχθεί, το κακό είχε γίνει. Πέρασαν ύστερα στην αντεπίθεση, αλλά τι το θες... Έφτασαν από πίσω κι ο Λοκρός κι ο Καραλίβανος, όλα όμως είχαν τελειώσει.
Έγινε σιωπή. Μείναμε αμίλητοι. Τι άλλο να λέγαμε;

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε απόξω απότομος θόρυβος, κόσμος που έτρεχε μουγγά, ένα πνιχτό λαχτάρισμα. Τσιτωθήκαμε έκπληκτοι κι εμείς. Ορμάει τότε κάποιος στην πόρτα:
― Ο λόχος! Έρχεται ο λόχος! – μπήγει μια τρεμισμένη φωνή, σα ραγισμένη.
Τιναχτήκαμε όλοι ορθοί κι ορμούσαμε έξω. Κόσμος έτρεχε βουβός από παντού. Ακολουθήσαμε κι εμείς. Περάσαμε πέρα απ’ την πλατεία. Νάτοι ξάφνου, φάνηκαν! Έρχονταν συνταγμένοι κατά τριάδες (από το δρόμο του Λιδωρικιού), φάνηκαν ανάμεσα στα ωχρά σπίτια, λίγο έκπληκτοι, χλωμές και τραβηγμένες οι φυσιογνωμίες τους, τεντωμένοι όμως σεμνά και το μάτι τους να λάμπει σκληρό, σα να σήκωναν να κρατάνε ψηλά τους συντρόφους τους. Ο κόσμος έτρεχε από παντού, απ’ όλα τα παραδρόμια. Δεν άκουγες φωνές. Μόνο ένα ποδοβολητό, ένα πνιχτό λαχάνιασμα. Μόλις βλέπανε το τμήμα στέκαν απότομα, αναμέραγαν με σεβασμό!
Ακούμε μια γυναίκα, ένα λυγμό, κι είπε:
―Αχ, λεβέντες μου! λεβέντες μου!
Τότε αποπειράθηκε ένας άλλος:
― Ζήτω!... ζήτω!
Έσπασε όμως η φωνή του κι αυτουνού. Και το πλήθος πλέον δε βάσταγε άλλο. Κλαίγοντας έβγαζαν τα καπέλλα τους οι άντρες. Οι γυναίκες φίμωναν σπασμωδικά τα στόματά τους, κατάχλωμες. Αλαφιάστηκε ο δεκατισμένος λόχος. Τεντώθηκαν ακόμα περισσότερο κι έφταναν. Μπροστά βάδιζαν ο Γκούρας, ο Τρικούπης και είχανε στη μέση τη Γεωργία, οι γλυτωμένοι. Πίσω τους οι δέκα-δώδεκα της διμοιρίας, όσοι είχαν περισσέψει και δεν τους πήρε μέσα ο θανατερός κλοιός. Κατόπιν ακολουθούσαν οι δυο άλλες διμοιρίες του λόχου. Σακατεμένος! Σακατεμένος ο ζηλεμένος μας λόχος! Μπροστά μας περνούσε ένα ακρωτηριασμένο κορμί χτεσινού λεβέντη.
Ο κόσμος πύκνωνε συνέχεια λαχανιασμένος. Φτάνανε καινούριοι από παντού. Βουβά όμως όλοι, βουβά κι ευλαβικά. Ακουγόταν κοφτά «κραπ-κρουπ! κραπ-κρουπ!» ο βηματισμός του λόχου στο σκληρό δρόμο. Ξαναδοκίμασαν μερικοί να φωνάξουν ζήτω, αλλά δεν είχαν φωνή. Κόντευε να σκάσει ο κόσμος. Και τότε, σήκωσε ένας τα χέρια του ψηλά κι άρχισε να χειροκροτεί, δυνατά, απεγνωσμένα. Έγινε τότε σα νάχε αρχίσει απότομα χοντρό χαλάζι πάνω στις στέγες της πόλης. Ξέσπασε και το πλήθος, άναρθρο γοερό ξέσπασμα. Οι αντάρτες, τους τίναξε ένα αλλοιώτικο ξάφνιασμα πάλι. Μια στιγμή κινδύνεψαν να τους λυγίσει η ταραχή τους, άστραψαν όμως αμέσως τα πρόσωπά τους, τινάχτηκε ο Γκούρας, τόπιασε απ’ τη μέση το ωραίο τραγούδι μας: 
«...όποιος θέλει στο πλευρό μας
να αγωνιστεί παιδιά
ας πυκνώσει το στρατό μας
με ατρόμητη καρδιά 
ας πυκνώσει το στρατό μας
με ατρόμητη καρδιά!...».
Τάρπαξε μαζί του κι όλος ο λόχος, το πήρε κι ο λαός. Φτάσαμε κι εμείς, βγήκαμε μπροστά στο ένδοξο τμήμα, χειροκροτώντας κι εμείς με όλο το πλήθος, γέμισαν τα μάτια μας δάκρυα, παραμεράγαμε κατόπιν να κάμουμε τόπο για να περάσει η τιμημένη φάλαγγα. 
Στην πλατεία άλλο πλήθος, αραδιάζονταν συγκινημένοι, άρχισαν να χειροκροτούν κι αυτοί. Στη μέση στην πλατεία στάθηκε ο λόχος. Πλησιάσαμε εμείς, το αρχηγείο του τάγματος, φιλήσαμε τους τρεις πούχαν γλυτώσει, της χαμένης διμοιρίας. Κάποιος απ’ το πλήθος έσκουξε:
― Κουράγιο, παλληκάριααα!
Κι ένας άλλος κακιώθηκε αμέσως δυνατά:
― Δε χρειάζονται κουράγιο!
Ένας συναγωνιστής, της οργάνωσης, βγήκε μπροστά, χλωμός, ταραγμένος, τυλιγμένος στο παλτό του, ξεσκούφωτος και είπε λίγα λόγια. Ζήτησε απ’ όλους να γίνει ενός λεπτού σιγή. Βουβάθηκε με μιας η πόλη σα να της πήρες την ανάσα. Έμεινε ακίνητο κι αχνό όλο εκείνο το πλήθος. Έπεφταν νωθρές οι αραιές νιφάδες το χιόνι. Άρχισε τότε κάπου μια φωνή:
― Επέ-εεε-σααα-τε θύ-υυμα-αατα αδέ-εερφιααα εσείς... σε άαα-νισο μά-αααχη κι αγώωωνααα.
Ταλαντεύτηκε στην αρχή μια στιγμή, ύστερα δυνάμωσε σταθερά σ’ ολόκληρη την πλατεία... γέμισε η ψυχή μας από το πένθος μας... ήρθαν και κατέβηκαν ανάμεσά μας οι αγαπημένοι μας νεκροί, αιμόφυρτοι, φευγάτοι για πάντα.
Πήγαν κατόπιν οι άντρες στα καταλύματά τους, τους περιτριγύρισε ο κόσμος μόλις έλυσαν τους ζυγούς, τους πήραν, να τους περιποιηθούν, να τους τιμήσουν. Εμείς κρατήσαμε τους τρεις γλυτωμένους, πήγαμε και καθήσαμε, και ώρα πολλή μείναμε ν’ ακούμε το δράμα που μας είχε βρει...

ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ «ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ» - ΤΟΜΟΣ Γ΄

⃰ επιτρέπεται η αναδημοσίευση των κειμένων και των συνοδευτικών στοιχείων σε sites - blogs, με ενεργό link που παραπέμπει στην παρούσα ιστοσελίδα.



Φωτ. 1. Τζιβάρας - Καλλίας



Φωτ. 2. Β. Αποστολόπουλος - Τζιβάρας - Δήμος





ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ
Σύμφωνα με την Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ Ρος, την πρωτοπόρο ψυχίατρο και συγγραφέα του μπεστ –σέλερ «on Death and Dying», η ίδια, στη μελέτη της για το θάνατο, ανέπτυξε τη θεωρία για τα πέντε στάδια του πένθους.
ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ
Ο Ίων Δραγούμης, διπλωμάτης, πολιτικός και συγγραφέας που εκτελέστηκε στις 31 Ιουλίου 1920 στην Αθήνα. Θύμα του Εθνικού Διχασμού. Από το βιβλίο του Φρέντυ Γερμανού «Η Εκτέλεση»
ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ
Όσο περισσότερο συνδεόμαστε με αυτό που μας εξιτάρει, τόσο περισσότερη από τη λάμψη μας μπορούμε να προσφέρουμε σε αυτούς που αγαπάμε.
ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι οι αναρχικοί είναι υποστηρικτές της βίας, του χάους και της καταστροφής ή πως είναι τρελαμένοι μηδενιστές που απλά θέλουν να τινάξουν τα πάντα στον αέρα.
ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ
Κόντρα στην αβεβαιότητα της εποχής, επενδύοντας στην εκπαίδευση και επιθυμώντας να στηρίξει τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, η Equal Society ανοίγει τον νέο κύκλο του προγράμματος E-gnosis
ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ
Σε ένα αξιόλογο κριτικό πόνημα[1] της Άλκης Κυριακίδου, πάνω στο ζήτημα λαός και λαογραφία, αναλύονται σημεία της σκέψης του λαογράφου, και πατέρα της, Στίλπωνα Κυριακίδη.
ΣΗΜΕΡΑΕΒΔΟΜΑΔΑΜΗΝΑΣΕΤΟΣΟΛΑ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΔΙΚΤΥΟ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
x