Κατά τη διάρκεια αυτής της πανδημίας γίνεται πολύς λόγος για την εξάρτηση της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής από την παραγωγή πολλών φαρμακευτικών προϊόντων και προστατευτικού εξοπλισμού-αναπνευστήρες, μάσκες κλπ.-που γίνεται στην Κίνα, λόγω της παγκοσμιοποίησης της παραγωγής και του εμπορίου.

Γίνονται σήμερα-και από πολλούς ιθύνοντες στην Ευρώπη- εκκλήσεις για περισσότερη αυτάρκεια.

Λόγω της πανδημίας, η έκκληση αφορά προς το παρόν τον κρίσιμο τομέα των φαρμακευτικών προϊόντων όπως τα αντιβιοτικά, όμως συχνά συνοδεύεται και από έντονες εκκλήσεις για  από-παγκοσμιοποίηση.

 

Η τάση της από-παγκοσμιοποίησης

Αυτή παίρνει διαστάσεις γιατί με αφορμή την πανδημία έχει γενικευθεί η  αίσθηση ότι ο συνδεδεμένος κόσμος μας-το «παγκόσμιο χωριό» με τα πολλαπλά «ανθρωποδίκτυα»-  το καθημερινό μακρινό -και ηλεκτρονικό- εμπόριο και ο τουρισμός μας, μας καθιστούν πολύ ευάλωτους στις πανδημίες και τις οικονομικές τους επιπτώσεις.

Αλλά αυτό το συναίσθημα του ευάλωτου και του εξαρτημένου δεν είναι κάτι νέο.

Προϋπήρχε της πανδημίας και είχε δημιουργήσει και το λεγόμενο κίνημα της «αντιπαγκοσμιοποίησης» τα προηγούμενα χρόνια.

Μάλιστα η  παγκοσμιοποίηση τελευταία «ρέταρε» και βρίσκονταν ήδη σε κρίσιμη καμπή: το 2019 το παγκόσμιο εμπόριο μειώθηκε κατά 0,4 %.

Και ο Τραμπ δεν ήταν ο μόνος που ήθελε να φέρει πίσω στις ΗΠΑ- από την Κίνα κυρίως και την Ευρώπη-μέρος των αλυσίδων εφοδιασμού.

Οι άνεργοι, οι χαμηλόμισθοι και οι μεσαίου εισοδήματος πολίτες στις πλούσιες χώρες-οι λεγόμενοι «από κάτω»- έχουν χάσει τα περισσότερα από την παγκοσμιοποίηση.

Είχαν π.χ. μηδενική αύξηση του εισοδήματος μεταξύ 1988 και 2008.

Και αυτό επειδή κυρίως οι επενδύσεις του δυτικού κεφαλαίου και οι θέσεις εργασίας στη μεταποίηση μετακινήθηκαν σε χώρες με χαμηλότερους μισθούς.

Αυτό φαίνεται από τη λεγόμενη καμπύλη ελεφάντων.

Σε αυτές τις οικονομικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, προστίθεται και η πίεση που ασκείται στους μισθούς στη Δύση-Βορρά, από τους χαμηλόμισθους μετανάστες.

Ο τελευταίος είναι ένας από τους λόγους και για την κλιμακούμενη πόλωση όσον αφορά στη διεκδίκηση θέσεων εργασίας στις δυτικές –βόρειες κοινωνίες τα τελευταία χρόνια.

Με τη σειρά της αυτή η πόλωση για το μεταναστευτικό, είναι και μια από τις αιτίες για την άνοδο σε αυτές των αυταρχικών εθνικιστικών κομμάτων και ηγετών.

Φαίνεται ότι κάποια από-παγκοσμιοποίηση ήταν και είναι αναπόφευκτη, είτε αυτή προωθείται από λαϊκιστές-εθνικιστές που έρχονται στην εξουσία, είτε είναι αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού των κομμάτων του μπλοκ της εξουσίας, ώστε να υπάρξει μείωση των κοινωνικών εντάσεων.

Κάποιοι οικονομολόγοι-όπως ο  Dani Rodrik- υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι θα πρέπει να έχουν οι κυβερνήσεις τη δυνατότητα να αξιώσουν από τις ανεξάρτητες αρχές των εμπορικών συμφωνιών ένα περιορισμό στο εμπόριο δίνοντας μια απαραίτητη προτεραιότητα στις κοινωνικές διασφαλίσεις, ώστε να είναι δυνατή η διατήρηση του εγχώριου –σε κάθε χώρα-κοινωνικού συμβολαίου.

Ένας περιορισμός του παγκόσμιου εμπορίου θα μπορούσε επίσης να συμβάλει στη μείωση των εκπομπών CO2 και να βοηθήσει στην εξεύρεση περισσότερων «πράσινων» λύσεων για τις καπιταλιστικές  οικονομίες.
 
Αυτό απαιτεί το περιβαλλοντικό κίνημα εδώ και χρόνια.

Η παρούσα πανδημία θα μπορούσε να δώσει μια ώθηση για παραπέρα απο-παγκοσμιοποίηση σε σχέση με τις διαστάσεις που ήδη είχε πάρει τα τελευταία χρόνια, στα πλαίσια των κυρίαρχων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και κατανάλωσης.

Θα μπορούσαμε να δούμε τις παγκοσμιοποιημένες αλυσίδες εφοδιασμού να γίνονται μικρότερες, να τοπικοποιούνται με στόχο την εθνική και περιφερειακή αυτοδυναμία, στόχος που θα μπορούσε να πάρει σημαντική θέση στην πολιτική ατζέντα των κυβερνήσεων τα επόμενα χρόνια.

 

 Η Τάση του Κοινοτισμού

 

Μια άλλη τάση που επιταχύνεται από τον COVID-19 είναι η αναβάθμιση της ανάγκης για κοινές αξίες, κανόνες και ευθύνη για το κοινό καλό.

Αυτές τις μέρες που είμαστε σε καραντίνα, ανακαλύπτουμε πάλι τη σημασία της αλληλεγγύης και της κοινωνικής συνοχής που φαινόταν να έχουμε χάσει στην κοινωνία του ατομικισμού που ζούσαμε.

Είτε πρόκειται για την αλληλεγγύη προς τους ηλικιωμένους της οικογένειας  και της γειτονιάς μας που χρειάζονται τη βοήθειά μας, είτε για την έκφραση εκτίμησης για το νοσηλευτικό προσωπικό, είτε για την ανάληψη από τον καθένα της ευθύνης να ομαλοποιηθεί η καμπύλη των κρουσμάτων, έχουμε να κάνουμε με μια αναβάθμιση του κοινού καλού που είχε από καιρό υποτιμηθεί.

Οι ρωγμές βέβαια στην ατομικιστική κουλτούρα μας ήταν ήδη ορατές τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης, τουλάχιστον στη χώρα μας και τη Ν. Ευρώπη, όπου αυτή ήταν πιο οξυμένη.

Η αναβίωση των κοινών καλών-επειδή την υγειονομική κρίση πρόκειται να την διαδεχθεί και μια οξεία και μόνιμη ίσως οικονομική κρίση- θα επιμείνει και ως μακροπρόθεσμη τάση και δεν θα είναι μόνο ένα άμεσο επακόλουθο αυτής της πανδημίας.

 

Η κόντρα στον κοσμοπολιτισμό 

 

Οι νεωτερικές βιομηχανικές παρήγαγαν τυποποιημένα προϊόντα, κατασκεύαζαν όμοια κτίρια και πόλεις, οικοδομούσαν κόμματα και οργανώσεις που έτειναν να φαίνονται ίδια.

Ταυτόχρονα παρήγαγαν και έναν ομογενοποιημένο ανθρωπολογικό τύπο, που σκέφτεται και δρα κυρίως οικονομικά (homo oeconomicus).  

Στις μετα-νεωτερικές  όμως σύγχρονες κοινωνίες, όλο και περισσότεροι άνθρωποι εκτιμούμε τα εξαιρετικά - μοναδικά αντικείμενα, ιδιαίτερες εμπειρίες- τόπους - πρόσωπα, εκδηλώσεις και κοινότητες που είναι πέρα από τα συνηθισμένα και που διεκδικούν μια κάποια αυθεντικότητα.

Η λογική της βιομηχανικής κοινωνίας του γενικού και ομογενοποιημένου, έχει αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από την λογική της μοναδικότητας και του συγκεκριμένου της «Κοινωνίας της Ιδιομορφίας και των Μοναδικοτήτων» του ύστερου νεωτερισμού.

Εδώ το μονοδιάστατο ομογενοποιημένο από την οικονομία άτομο, πάει να αντικατασταθεί από το ιδιαίτερο ολόπλευρα αναπτυγμένο πρόσωπο, που έχει πολύπλευρες πολιτιστικές ανάγκες οι οποίες πηγάζουν από την αυθεντικότητα της ιδιαίτερης ταυτότητάς του και της σύνδεσης που έχει προς την ιδιαίτερη κοινότητά του και τον τόπο που ζει, ειδικότερα αν αυτός ο τόπος είναι εκτός μητροπόλεων και κοντά στη φύση.

Ενώ στις μητροπόλεις ειδικά, οι διαφορές στην ταυτότητα (π.χ. σεξουαλική) και τον πολιτισμό (π.χ. κουλτούρες των ξένων-μεταναστών) επαινούνταν και επικρατούσε ο κοσμοπολίτικος τρόπος ζωής, χωρίς την υπεράσπιση των κοινών αξιών και των κοινών κανόνων, το τελευταίο διάστημα γίνονται όλο και περισσότερες επιθέσεις στον κοσμοπολιτισμό από τη μεριά των  πιο παραδοσιακών τμημάτων της κοινωνίας, τα οποία κατοικούν κυρίως σε αγροτικές περιοχές και μικρές πόλεις, και που αισθάνονται πολιτισμικά υποτιμημένοι και πολιτικά αγνοημένοι.

Πολιτικά αυτή η πόλωση έφερε την άνοδο του αυταρχικού ακροδεξιού λαϊκισμού, που είναι μια εξέγερση η οποία μόνο εν μέρει είναι αντίθετη με τις οικονομικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης. Είναι περισσότερο μια εξέγερση ενάντια στις επιπτώσεις του κυρίαρχου πολιτιστικού φιλελευθερισμού.

Οι αυταρχικοί και οι εθνικιστές νέο- πατριώτες, μπήκαν στην επικαιρότητα ακριβώς επειδή ένα αυξανόμενο τμήμα της κοινωνίας πιστεύει τώρα ότι ο φιλελευθερισμός έχει πάρα πολλά μειονεκτήματα: μια κατακερματισμένη κοινωνία με εξασθενημένους κοινούς κανόνες και αξίες.

Εάν και μετά την κρίση του κοροναϊού διατηρηθεί μακροπρόθεσμα αυτή η τάση της ατομικής ευθύνης για την κοινωνία στο σύνολό της και η ανανεωμένη κουλτούρα αμοιβαιότητας δικαιωμάτων και ευθυνών, αυτό θα σήμαινε ότι μάλλον θα έχει ενισχυθεί και επιταχυνθεί από αυτήν.

 

Η εξέγερση των εδαφικοποιημένων

 

Οι δυσαρέσκειες ενάντια στον κοσμοπολιτισμό και την παγκοσμιοποίηση που έχουν οικοδομηθεί εδώ και πολλά χρόνια, εκφράζονται  στην πολιτική γραμμή σύγκρουσης που διαιρεί την παλαιά μεσαία τάξη- παραδοσιακή και συντηρητική- που κατοικεί κατά ένα μεγάλο μέρος στις μικρές πόλεις και τις αγροτικές περιοχές, και τη νέα μεσαία τάξη, η οποία ζει συνήθως στις μητροπολιτικές περιοχές.

Όταν αναφερόμαστε στην παλιά μεσαία τάξη εννοούμε τους somewheres , δηλαδή τους εδαφικοποιημένους ή τοπικοποιημένους, οι οποίοι είναι εγκαταστημένοι κάπου και  που είναι πιο ριζωμένοι σε μια τοπική κοινότητα και κάποιον τόπο.

Στη νέα μεσαία τάξη περιλαμβάνονται οι anywheres, δηλαδή οι αποεδαφικοποιημένοι που βρίσκονται οπουδήποτε και πουθενά ριζωμένοι, οι οποίοι έχουν γίνει οι πολιτιστικοί και πολιτικοί ηγέτες, με τις φιλελεύθερες και μετα-νεωτερικές αξίες τους, με κοσμοπολίτικη οπτική και συχνά με ακαδημαϊκή εκπαίδευση.

Η παλιά (παραδοσιακή) μεσαία τάξη (οι κάπου) δεν έχει αλλάξει και πολύ και δεν έχει ωφεληθεί πολύ από τη μετα-βιομηχανοποίηση.

Η εκπαίδευσή της, οι θέσεις εργασίας και το εισόδημά της  έχουν σταματήσει σε ένα μεσαίο επίπεδο.

Να τονίσουμε βέβαια ότι το χάσμα που διευρύνεται μεταξύ της νέας και της παλαιάς μεσαίας τάξης είναι λιγότερο οικονομικό και περισσότερο πολιτιστικό.

Ο τρόπος ζωής της παλιάς μεσαίας τάξης που ήταν στο παρελθόν ο κανονικός τρόπος ζωής για τους περισσότερους ανθρώπους δεν χαίρει πια εκτίμησης.

Ένα καλό παράδειγμα αυτού είναι το θέμα της υγείας, όπου η νέα μεσαία τάξη (οι οπουδήποτε) έχει γενικά επιβεβαιώσει τις αξίες της για το κάπνισμα και τα λιπαρά τρόφιμα, βασικά στοιχεία του κλασικού τρόπου ζωής της εργατικής τάξης που τώρα αποδοκιμάζονται.

Το παραδοσιακό μοντέλο που χωρίζει τις νοικοκυρές και τους άνδρες βιοπαλαιστές της παλιάς μεσαίας τάξης έχει χάσει επίσης το κύρος του απέναντι στο κυρίαρχο πλέον κοινωνικό ιδεώδες των χειραφετημένων επαγγελματιών γυναικών. Αντίθετα, ο εκσυγχρονισμός των σχέσεων μεταξύ των φύλων έχει κλονίσει την ταυτότητα των ανδρών ως οικογενειάρχες, διαβρώνοντας την αυτοπεποίθησή τους.

Ενώ η πανεπιστημιακή εκπαίδευση πήρε μεγάλη κοινωνική αξία  και επεκτάθηκε ραγδαία τις τελευταίες δεκαετίες –ιδίως στην Ελλάδα όπου μετά τη μεταπολίτευση ήταν το όνειρο κάθε οικογένειας τα τέκνα της να τελειώσουν το πανεπιστήμιο, να κινηθούν προς την οικονομία της γνώσης, για να επακολουθήσει η κοινωνική ανέλιξη όλης της οικογένειας- η κοινωνική θέση των μη ακαδημαϊκών επαγγελμάτων που χαρακτηρίζουν την παλαιά μεσαία τάξη, συμπεριλαμβανομένων των τεχνιτών και των τεχνικών, υποτιμήθηκε όχι οικονομικά, αλλά κυρίως πολιτισμικά, από την άποψη της κοινωνικής υπεραξίας.

Τα κόμματα και τα κοινοβούλια στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες σήμερα ελέγχονται κυρίως από επαγγελματίες που αποφοίτησαν από το πανεπιστήμιο και μοιράζονται μια κοσμοπολίτικη, φιλελεύθερη κοσμοθεωρία (των οπουδήποτε). Όλο και περισσότερο, οι κάπου έχουν την αίσθηση ότι η πολιτική δεν έχει εργαστεί προς το συμφέρον τους.

Δεν αισθάνονται ότι εκπροσωπούνται από κόμματα και στους θεσμούς λήψης πολιτικών αποφάσεων και φαίνεται να εξεγείρονται!

Στο παράδειγμα της μετανάστευσης, οι πολιτικοί της εξουσίας και τα ΜΜΕ είναι απρόθυμα να συζητήσουν τις ανησυχίες των κάπου για τη μετανάστευση και τα πραγματικά ζητήματα που ωθούν τους ανθρώπους  στον «αναπτυγμένο» κόσμο- όσους πριν δεν είχαν ρατσιστικές ή ξενοφοβικές απόψεις -να στραφούν  περαιτέρω προς τα κόμματα των υπερδεξιών λαϊκιστών-δημαγωγών.

 

Η πόλωση για τις πολιτικές του κλίματος

 

Ενώ η κλιματική αλλαγή και οι πιο ορατοί ακτιβιστές του κινήματος για την προστασία του κλίματος, όπως η Greta Thunberg, έγιναν συχνά πρωτοσέλιδα παντού στη Δύση και Βορρά, είναι οι κάπου που αντιστέκονται στις αποφάσεις - που λαμβάνονται κυρίως από τους οπουδήποτε - να φυτέψουν ανεμογεννήτριες στο κατώφλι των σπιτιών τους σε μικρές πόλεις και χωριά, μακριά από όπου ζουν οι οπουδήποτε.

Πολλοί από τους  εδαφικοποιημένους κάπου αισθάνονται ότι αναγκάζονται να πληρώσουν το τίμημα για τον τρόπο ζωής μιας μητροπολιτικής τάξης που είναι έντασης άνθρακα.

Είναι ένα παράδοξο, αλλά οι άνθρωποι που ζουν σε μεγάλες πόλεις με πολύ φιλο-περιβαλλοντικές στάσεις και οι οποίοι υποστηρίζουν το κίνημα της προστασίας του κλίματος, δείχνουν να έχουν υψηλό προσωπικό οικολογικό αποτύπωμα.

Ωστόσο, αυτή η γραμμή σύγκρουσης δεν μπορεί να είναι φυσική. Φαίνεται λογικό οι άνθρωποι με παραδοσιακές αξίες, που θέλουν να διατηρήσουν τις παραδόσεις και τις κοινωνικές δομές που αγαπούν,να θέλουν επίσης να διατηρήσουν το περιβάλλον υγιές, συμπεριλαμβανομένων των κλιματικών συνθηκών από τις οποίες εξαρτάται η φύση, και ακόμη περισσότερο καθώς πολλοί άνθρωποι που ζουν σε αγροτικές περιοχές εργάζονται στη γεωργία και επηρεάζονται άμεσα από το μεταβαλλόμενο κλίμα.

Από την άλλη οι ίδιοι άνθρωποι που ζουν σε αγροτικές περιοχές συχνά εξαρτώνται από το αυτοκίνητο ως τον κύριο τρόπο μεταφοράς τους, και επίσης συχνά εργάζονται σε παλιές βιομηχανίες (αυτοκινητοβιομηχανία, χάλυβας, άνθρακας...), όπου οι θέσεις εργασίας πιθανότατα θα εξαφανιστούν ως αποτέλεσμα της μετάβασης σε μια οικολογικά βιώσιμη οικονομία.

Αν όμως υποτεθεί ότι οι κοινωνίες μας θα αναπτύξουν τελικά δίκαιες στρατηγικές για την αντιμετώπιση της κρίσης του κλίματος, οι μητροπολιτικοί οπουδήποτε με τον υψηλού άνθρακα τρόπο ζωής τους είναι αυτοί που θα πρέπει να αλλάξουν περισσότερο-με το να γίνουν π.χ. περισσότερο τοπικοποιημένοι και να σταματήσουν να ταξιδεύουν πολύ- ενώ και οι περιφερειακοί-τοπικοποιημένοι  κάπου μπορεί να μικρύνουν το οικολογικό τους αποτύπωμα αλλάζοντας τον τρόπο μετακίνησης με τη βοήθεια τοπικών δρομολογίων των Μαζικών Μέσων Μεταφοράς-καθήκον των τοπικών κοινοτήτων και αρχών αυτό-αλλά και αποδεχόμενοι νέες θέσεις εργασίας σε νέους βιώσιμους τομείς οικονομίας-πέρα από την παλιά βιομηχανία .

Η τρέχουσα λοιπόν πόλωση των πολιτικών του κλίματος είναι λιγότερο μια σύγκρουση του ποιος έχει να κερδίσει ή να χάσει τα περισσότερα από τη μετάβαση σε μια φιλική προς το κλίμα οικονομία, και πρόκειται περισσότερο για το ζήτημα ότι οι κάπου βλέπουν την πολιτική για το κλίμα ως έναν ακόμη τομέα πολιτικής που τους επιβάλλεται, χωρίς τη συμμετοχή τους στην πολιτική διαδικασία.

 

Η τάση του ατομικού –κοινωνικού ελέγχου και η προοπτική τεχνοφασιστικών καθεστώτων

Η προώθηση της ψηφιοποίησης-αυτοματοποίησης-ρομποτοποίησης , αλλά και της «διασύνδεσης κατά 360 μοίρες» των βιομηχανικών κλάδων της παραγωγής με την διακίνηση και μεταφορά προϊόντων, καθώς  και με τους χώρους εργασίας και της απαιτούμενης ακόμα εξειδικευμένης πνευματικής εργασίας των στελεχών από το σπίτι, η οποία έλαβε και λαμβάνει διαστάσεις κατά την περίοδο της παρούσας πανδημίας,  δεν θα είναι πια μόνο στα πλαίσια της αντιμετώπισής της, αλλά και μελλοντική τάση για τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό.   

Την αποδοχή της νέας τεχνολογίας επικοινωνιών με τη μορφή 5G, που προσπαθούν να επιβάλλουν οι ελίτ για λόγους ευκολίας τάχα της επικοινωνίας των πολιτών, με το υπεργρήγορο ίντερνετ (με τις αρνητικές για την υγεία και το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα συνέπειες, λόγω της μεγάλης πυκνότητας των δορυφόρων και των κεριών που απαιτούνται), την επιβάλλουν στην ουσία για την επιδίωξη του πλήρους ελέγχου της ατομικής και συλλογικής συνείδησης.

Σε συνδυασμό με τη γενικευμένη εγκατάσταση καμερών υψηλής τεχνολογίας με ψηφιακή αναγνώριση κάθε προσώπου, για ολοκληρωτική παρακολούθηση των κινήσεων των πολιτών-που ξεκίνησε μεν από την Κίνα, αλλά μπορεί να γενικευθεί και στη Δύση με την ευκαιρία που δίνει στις απανταχού εξουσίες ο κορονοϊός- με εφαρμογή λογοκρισίας σε όλα τα μέσα επικοινωνίας των πολιτών και το ίντερνετ-αν το επιτρέψουν οι πολίτες όντας αδιάφοροι σε αυτές τις εξελίξεις-αυτό που προσπαθούν στην ουσία να πετύχουν, είναι να υλοποιήσουν τους πυλώνες για επικράτηση τεχνοφασιστικών οργουελιανών καθεστώτων παντού.

Όμως σε αυτή την προοπτική έχει αρχίσει να εκδηλώνεται και μια τάση και ένα κίνημα αντίστασης.

 

Η τάση αλλαγής παραδείγματος

 

Ένα είναι σίγουρο: Για να είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία τον αυταρχισμό της παγκόσμιας ελίτ και τις επερχόμενες κρίσεις στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, είτε πρόκειται για την οικονομική κρίση, είτε για την αλλαγή του κλίματος, είτε για την οικονομική κρίση και τη μετάβαση σε μια οικολογικά βιώσιμη οικονομία και κοινωνία, θα χρειασθεί να ξεπερασθεί η πόλωση που υπάρχει σήμερα στη μεσαία τάξη, η οποία είναι η τάξη που στον αναπτυγμένο κόσμο ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις λόγω του πολιτικοκοινωνικού της βάρους στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία και τις εκλογές.

Κάποια τμήματα αυτής της τάξης, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, έχουν την τάση να στραφούν στην αλλαγή του κοινωνικού παραδείγματος.

Όμως, μόνο εάν επιτύχουν μια ευρεία κοινωνική συναίνεση, χωρίς επιβολή, μπορούν να θέσουν-μαζί με τα υπόλοιπα τμήματα των «από κάτω»- τα θεμέλια για μια ανανεωμένη εμπιστοσύνη και ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για αλλαγή παραδείγματος που απαιτούν.

Για να γίνει όμως δυνατή μια τέτοια συναίνεση απαιτείται καταρχήν μια εκ των ουκ άνευ συζήτηση, για το τι συμβαίνει σήμερα στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό που αφορά όχι μόνο τον άνθρωπο και τις κοινότητές του, αλλά και όλα τα οικοσυστήματα, χωρίς τα οποία δεν μπορεί  όχι μόνο να ευημερήσει- ευζωήσει, αλλά ούτε να επιβιώσει.

Και προς αυτή την κατεύθυνση θα βοηθήσει η σημερινή και οι επερχόμενες υγειονομικές και δομικές κρίσεις, οι οποίες αφορούν στο σύνολο των πολιτών αυτού του πλανήτη.

 

Τοπικοποίηση-Αποανάπτυξη –Κοινοτισμός-Άμεση Δημοκρατία;

 

Η πανδημία, όπως αναφέρθηκε μπορεί να επιταχύνει τις διαδικασίες που ήταν ήδη σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια.

Ωστόσο, η γενικότερη αλλαγή παραδείγματος δεν είναι προκαθορισμένη.

Τα επόμενα χρόνια θα είναι θεμελιώδη για τη διαμόρφωσή του.

Ο Τραμπ, το Brexit και η άνοδος ακροδεξιών λαϊκιστικών κομμάτων σε όλη τη Δύση και τον Βορρά μπορεί να σηματοδότησαν την αρχή του τέλους ενός διπλού (οικονομικού και πολιτιστικού) φιλελευθερισμού, αλλά όσα από τα κοινωνικά κινήματα και τους ακτιβιστές αξιολογούν σαν ευκαιρία την υπάρχουσα κατάσταση- η οποία εγκυμονεί και συγκεκριμένες δυνατότητες αλλαγών- θα χρειασθεί να ξεκινήσουν μια Από ΚΟΙΝΟΥ διαδικασία αναζήτησης εκείνων των υλικών και άυλων πόρων  που θα αποτελέσουν τα συστατικά για την οικοδόμηση και διαμόρφωση των πυλώνων του επόμενου παραδείγματος.

Θα χρειασθεί να πεισθούν οι απανταχού οπουδήποτε και τα ανώτερα στρώματα της μεσαίας τάξης, ότι θα πρέπει να εγκαταλείψουν τα μητροπολιτικά σπιτικά τους γραφεία, τις Zoom συνομιλίες τους και τις ευχάριστες στα αυτιά τους πομφόλυγες των ειδημόνων και να μάθουν πραγματικά να κατανοούν τη ζωντανή πραγματικότητα των κάπου και των από κάτω.

Πρέπει να αναγνωρίσουν τον πλήρη ρόλο που διαδραμάτισε στην πόλωση των σημερινών «από κάτω» ο πολιτιστικός, και όχι μόνο ο οικονομικός φιλελευθερισμός.

Η ψυχολογία των δυτικών, μορφωμένων, βιομηχανοποιημένων, πλούσιων και δημοκρατικών πολιτών είναι πολύ διαφορετική από την ψυχολογία της υπόλοιπης ανθρωπότητας, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων με πιο παραδοσιακές αξίες στις ευρωπαϊκές δυτικές κοινωνίες.

Θα χρειαστεί να βρεθούν τρόποι που θα κάνουν όλους τους «από κάτω» να αισθανθούν και πάλι σαν σημαντικά μέλη της κάθε κοινωνίας και επι μέρους κοινότητας και να συμμετέχουν στον καθορισμό και τις αποφάσεις που αφορούν στη καθημερινή ζωή τους.

Κατά τη διάρκεια αυτής της πανδημίας παρατηρήθηκαν θετικά σημάδια όσον αφορά στην αλληλοεκτίμηση και αλληλοαναγνώριση.

Τα ανώτερα και κατώτερα κοινωνικά στρώματα εκτίμησαν στον ίδιο βαθμό για παράδειγμα τα «κατώτερα» επαγγέλματα φροντίδας και νοσηλείας και το «ανώτερο» ιατρικό προσωπικό.

Σε τελική ανάλυση, θα χρειαστεί να οργανωθούν από το Από ΚΟΙΝΟΥ κίνημα ευρείες κοινωνικές συζητήσεις για όλα τα ζητήματα που υπάρχουν σήμερα και θα προκύψουν και αύριο.

Τη συνεισφορά μας σε αυτή τη συζήτηση την έχουμε διατυπώσει-μαζί με τον Γιάννη Μπίλλα-στο τελευταίο μας βιβλίο με τίτλο: «ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, με το πρόταγμα της αυτονομίας, της αποανάπτυξης, του κοινοτισμού και της άμεσης δημοκρατίας».

 

Πρώτη δημοσίευση tvxs.gr

 φωτο@pixabay