A+ A A-
  • Πλοήγηση από το πληκτρολόγιο:
  • h Αρχική
  • n Δίκτυα αλληλεγγυης
  • a Ανταλλακτικό χαριστικό παζάρι
  • e Νέα
  • p Αρθογραφία
  • w Ποιοι είμαστε
  • c Επικοινωνία
  • t Web Tv
  • s Κοινωνική οικονομία
  • g Αλληλεγγύη
  • m Συνεργατισμός
  • x Καινοτομίες
  • u Start ups
  • o Αειφορία
  • r Δικαιώματα
  • j Ακτιβισμός
  • q Ζώα
Εναλλακτικός ΑμεΑ

Μπάρα προσβασιμότητας για ΑμεΑ

Τα δικά μας Βουρλά. Τα Βουρλά της καρδιάς μας, ταξίδι ιστορίας στον τόπο και στο χρόνο. Δεν υπάρχει συλλογική ευθύνη, μια δράκα σκατόψυχων ήτανε

Τα Βουρλά, αυτά που σήμερα αποκαλούνται Ούρλα (Urla) από τους Τούρκους.

Για εμάς βέβαια ήταν και θα είναι πάντα τα Βουρλά των παππούδων μας.

Μετά τη Σμύρνη ήταν η ισχυρότερη πόλη στη Χερσόνησο της Ερυθραίας στη Μικρά Ασία. 

Δεν υπάρχει συλλογική ευθύνη γι αυτό που έγινε σήμερα, μια δράκα σκατόψυχων ήτανε.

 

Τα Βουρλά είναι συνδεδεμένα με δύο σημαντικά πρόσωπα των γραμμάτων.

Συγκεκριμένα είναι ο τόπος γέννησης του Έλληνα ποιητή Γιώργου Σεφέρη και η πόλη στην οποία μεγάλωσε ο Τούρκος μυθιστοριογράφος Necati Cumalı (γεννημένος στη Φλώρινα και εγκατεστημένος στην Τουρκία στα πλαίσια της ανταλλαγής του 1923 των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών).

Επίσης, στα Βουρλά γεννήθηκαν ο νεομάρτυρας Μιχαήλ ο Βουρλιώτης (μαρτύρησε στις 16 Απριλίου του 1772) και η Φιλιώ Χαϊδεμένου, η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στην διατήρηση της πολιτισμικής παράδοσης των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.

 

Τα Βουρλά μας: Ταξίδι ιστορίας στον τόπο και στο χρόνο

 

Τα Βουρλά (ή ο Βουρλάς και όχι Βρίουλλα ή Βρύουλλα όπως λανθασμένα πιστευόταν παλιότερα), αυτά που σήμερα αποκαλούνται Ούρλα (Urla) από τους Τούρκους.

Για εμάς βέβαια ήταν και θα είναι πάντα τα Βουρλά των παππούδων μας.

 

 

Τα δικά μας Βουρλά. Τα Βουρλά της καρδιάς μας


Μετά τη Σμύρνη ήταν η ισχυρότερη πόλη στη Χερσόνησο της Ερυθραίας στη Μικρά Ασία και άρρηκτα συνδεδεμένη με τις αρχαίες Κλαζομενές που προϋπήρχαν στην ίδια περιοχή.

Διακρίθηκε για την αντίστασή της στους κατά καιρούς διωγμούς και παρουσίασε μεγάλη οικονομική και πνευματική ανάπτυξη.

Πληθυσμιακά, ήταν η δεύτερη πόλη της Μικράς Ασίας.

Ετυμολογικά, η ονομασία της πόλης δεν έχει σχέση με τα βρύα (βούρλα), όπως πολλοί μελετητές του παρελθόντος λανθασμένα πίστεψαν – ο τονισμός της λέξης άλλωστε είναι η πρώτη ισχυρή απόδειξη για το άτοπο της άποψης.

Επίσης, δεν σχετίζεται με τα Βρίουλα του Στράβωνα και των βυζαντινών Επισκοπών, αφού εκείνα βρίσκονταν σε ολλη περιοχή.

Τα Βουρλά, σύμφωνα με εμπεριστατωμένες μελέτες, οφείλουν το όνομά τους σε μια σημαντική βυζαντινή οικογένεια, τους Βρουλλάδες ή Βουρλάδες.

Επομένως, είτε αποτελούσαν «πρόνοια» (τιμάριο) της αρχοντικής αυτής οικογένειας, είτε υπήρχε πιθανώς εκεί κάποιο μεγάλο κτήμα τους.

Τα ανήκοντα στον Βουρλά λοιπόν οδήγησαν στην ονομασία «ο Βουρλάς», και από την έκφραση «τα του Βουρλά» έδωσαν το καθιερωμένο πλέον «τα Βουρλά».

Γεωγραφικά βρίσκονται στο κέντρο της Ερυθραίας Χερσονήσου, σε απόσταση περίπου 40 χιλιομέτρων από τη Σμύρνη και 50 από τον Τσεσμέ, στο δυτικό άκρο της χερσονήσου, απέναντι από τη Χίο.

Το 1894 ολοκληρώθηκε ο μεγάλος αμαξιτός δρόμος Σμύρνης-Τσεσμέ, ο οποίος προχωρούσε παραλιακά ώσπου έστριβε κάθετα, ανηφόριζε ως τα Βουρλά κι από εκεί συνέχιζε δυτικά προς τον Τσεσμέ.

Όλη η περιοχή κάτω από τα Βουρλά μέχρι τη θάλασσα, και δεξιά κι αριστερά, φιλοξενούσε τότε την περίφημη πολύ εύφορη πεδιάδα των Βουρλών.

Την διέκοπτε περήφανα και σαν ζωγραφιά, χαμηλά προς τη Σκάλα, ο λόφος του Προφήτη Ηλία με το ομώνυμο εκκλησάκι στην κορφή του.

 



  • Σ’ αυτήν την τοποθεσία φαίνεται πως βρισκόταν το νεκροταφείο των Κλαζομενών από τα αρχαιολογικά ευρήματα και τις θαυμαστές σαρκοφάγους που έφεραν στο φως οι καλλιέργειες των αμπελιών!

     

    Ένας άλλος λόφος δεξιά, οι «Εφτά Μύλοι», έκρυβε τα Βουρλά από το οπτικό πεδίο.

    Μα μόλις τον προσπερνούσες, ανοιγόταν εμπρός σου μια πανοραμική θέα!

    Σαν μια ζωγραφιά δουλεμένη πάνω σε δυο λόφους ακουμπούσε αρχοντικά η πόλη στεφανωμένη στην κορυφογραμμή με τ’ ανοιγμένα λευκά πανιά Δέκα Μύλων που περιστρέφονταν στο φως του ήλιου και την αγκαλιά των ανέμων.

    Το στολισμό της πόλης συμπλήρωναν στη δεξιά της πλευρά οι Τρεις Μύλοι και στο αριστερό άκρο της, τα Δυο Μυλαράκια.

    Στο κέντρο των Βουρλών υψωνόταν αγέρωχη η μορφή του μαρμάρινου καμπαναριού του Αγίου Γεωργίου και δίπλα του δέσποζε επιβλητικά με την κλασική αρχιτεκτονική του οντότητα το εξαίσιο κτήριο της Αναξαγορείου Σχολής.

    Δύο σύμβολα του πνεύματος και του πολιτισμού, δυο σύμβολα της Ελλάδας στην καρδιά της πόλης, αναδείκνυαν τα Βουρλά ως σπουδαίο κέντρο του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας.

    Στην Αναξαγόρειο Σχολή τα τελευταία χρόνια φοιτούσαν 2.000 παιδιά (1.200-1.300 αγόρια και 600-700 κορίτσια).


    Η Αναξαγόρειος Σχολή των Βουρλών

    Σύμφωνα με τον Ελληνικό Οδηγό της Σμύρνης του 1900,1 τα Βουρλά κατοικούνταν από 3.500 Χριστιανούς, 4.000 Τούρκους, 800 Ιουδαίους και λίγους Αρμένιους.

    Και στα Βουρλά (όπως και στη Χαλκίδα) συνυπήρχαν αρμονικά σε γενικές γραμμές τρεις διαφορετικές θρησκείες στην ίδια πόλη...

    Κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η αμπελουργία-σταφιδοπαραγωγή (σουλτανίνα και ροζακιά).

    Όλοι οι κάτοικοι, ασχέτως επαγγελματικής δραστηριότητας, είχαν και μερικά στρέμματα με αμπέλια για σταφίδα.

    Η ελαιοπαραγωγή ήταν αρκετά σημαντική, και είχε αναπτυχθεί και μια μικρή καπνοκαλλιέργεια.

    Η κτηνοτροφία ήταν μάλλον περιορισμένη, αρκετή όμως για να καλύπτει τις ανάγκες της περιοχής. Κάθε οικογένεια είχε δυο κατσίκες, μερικές όρνιθες (οι Βουρλιώτες δεν χρησιμοποιούσαν τη λέξη «κότες»), μπαξέδες (λαχανόκηπους) και μποστάνια.

    Και φυσικά, το χονδρικό εμπόριο και μάλιστα το εξαγωγικό (κυρίως της σταφίδας) ήταν σε μεγάλη ακμή στα Βουρλά.

    Επίνειο και λιμάνι τους, η Σκάλα, σε απόσταση μόλις 4 χλμ, με 500 περίπου μόνιμους κατοίκους στα χρόνια μέχρι τον Σεπτέμβρη του ’22, ως επί το πλείστον Έλληνες.

    Η Σκάλα των Βουρλών

    Στη θάλασσα του Σμυρναϊκού κόλπου, απέναντι από τη Σκάλα βρίσκονται αραδιασμένα έξι μικρά νησάκια κι ένα μεγαλύτερο, τα Nησιά των Βουρλών, «Isles de Vourla» όπως τα αναφέρει ο Ζοζέφ Πιτόν ντε Τουρνεφόρ στο βιβλίο του Relation d'un voyage du Levant και στο χάρτη που συνέταξε κατά την επίσκεψή του στη Μικρά Ασία το 1700-1702.

    Στο μεγαλύτερο από αυτά τα νησιά αναφέρει ένας άλλος περιηγητής, ο Ρίτσαρντ Τσάντλερ στο βιβλίο του Τravels in Asia Minor and Greece πως υπήρχαν οι αρχαίες Κλαζομενές, από ευρήματά του.

    Ο ίδιος ήταν εντεταλμένος να ερευνήσει τα ερείπια και τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και την Ανατολή, και κατά την επίσκεψή του στην περιοχή το 1764-1765 ανακάλυψε το «δρόμο» που ένωνε το νησί με τη στεριά και είχε κατασκευάσει ο Μ. Αλέξανδρος.

    Αργότερα, προφανώς λόγω επιδρομών Τηνίων και άλλων πειρατών, η αρχαία πόλη μεταφέρθηκε στη στεριά στην ευρύτερη περιοχή των Βουρλών.


    Λεπτομέρεια του χάρτη του Πιτόν ντε Τουρνεφόρ (κάντε κλικ πάνω στην εικόνα για να δείτε ολόκληρο το χάρτη· φωτ.: el.travelogues.gr)

     

    Επανερχόμενοι στην εποχή πριν από την Καταστροφή, στην αποβάθρα της Σκάλας εκτός από τα πέντε-έξι ψαράδικα καΐκια και φορτηγά, καθημερινά πλεύριζε κι ένα καραβάκι που εκτελούσε τα δρομολόγια Βουρλά-Σμύρνη και Βουρλά-Καράμπουρνα.

    Αυτό το μικρό λιμάνι μεταμορφωνόταν σε σπουδαίο «πόρτο» από τον Αύγουστο έως και τον Γενάρη, την εποχή δηλαδή της εξαγωγής των σταφίδων.

    Δύο φορές την εβδομάδα αγκυροβολούσαν στ’ ανοιχτά ένα-δυο μεγάλα φορτηγά –ολλανδικά, γερμανικά ή αγγλικά– και τη φόρτωσή τους αναλάμβαναν μαούνες (φορτηγίδες) ή καΐκια.

    Σακιά και «κασάκια» (μικρά ξύλινα κιβώτια) που μεταφέρονταν από τα πέντε ή έξι εργοστάσια επεξεργασίας και τυποποίησης της σταφίδας στοιβάζονταν στην προκυμαία, και οι δρόμοι έσφυζαν από ζωή, από πρόσχαρους εργάτες ντόπιους και από τα γύρω χωριά που έρχονταν για να καλύψουν τις ανάγκες των εξαγωγών, επιστάτες και παιδιά που παρακολουθούσαν τις φορτώσεις και άφηναν τη φαντασία τους να ταξιδέψει μ’ αυτά τα μεγάλα πλοία σε χώρες μακρινές, άγνωστες και θελκτικές...

     

    Σημείωση


    Ο αξιόλογος Βουρλιώτης λόγιος Νίκος Μηλιώρης (1896-1983) στο βιβλίο του Τα Βουρλά της Μικράς Ασίας, το οποίο επανεκδόθηκε από την Ένωση Βουρλιωτών Μικράς Ασίας (εκδόσεις Μπαλτά), στον πρώτο του τόμο (Ιστορικά) χωρίζει την πορεία του ελληνισμού των Βουρλών σε περιόδους ως εξής:

    • Βυζαντινή εποχή. Αρχή των Βουρλών, ως κοινότητα ή ενορία της επισκοπής των Κλαζομενών, κέντρο των Γενοβέζων πιθανώς –ελλείψει πηγών– γύρω στο 1200.
    • Πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας, 1400-1600. Εξισλαμίσεις και μερική έξοδος των χριστιανών προς τη Σάμο, την Ύδρα κ.α.
    • Δεύτερη περίοδος της Τουρκοκρατίας, 1600-1821. Προσέλευση μεταναστών από την κυρίως Ελλάδα: Πελοποννήσιοι, Νάξιοι, Τσιριγώτες, Αθηναίοι. Η πρώτη ακμή των ελληνικών Βουρλών. Ίδρυση Αναξαγορείου Σχολής και ανακαίνιση της εκκλησίας της Παναγίας.
    • Περίοδος ελληνικής Επανάστασης, 1821-1830. Τα «Φόβια». Βιαιοπραγίες των Τούρκων και δράση ελληνικών ανταρτικών ομάδων.
    • Τέταρτη περίοδος της Τουρκοκρατίας, 1830-1897. Εκτεταμένη και συνεχής εγκατάσταση Ναξίων. Μεγάλη ανάπτυξη αμπελουργίας. Δεύτερη ακμή του ελληνισμού στα Βουρλά.
    • Τελευταία περίοδος, 1897-1922. Κρίσεις, αγώνες, διωγμοί. Η απελευθέρωση. Το τραγικό τέλος και η προσφυγιά.

    _______
    1. Ελληνικός Οδηγός 1900 των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επαγγελμάτων της Σμύρνης και των περιχώρων εκδιδόμενος υπό Παν. Φαρδούλη και Σία. Έτος Πρώτον. Εκ του Τυπογραφείου «Αμαλθείας», σελ. 135-138.

    • Πηγή στοιχείων για το παρόν κείμενο είναι το βιβλίο του Νίκου Μηλιώρη Τα Βουρλά της Μικράς Ασίας.

    Μίνα Βαμβάκου

     

      • Τα Βουρλά μας: Ταξίδι ιστορίας στον τόπο και στο χρόνο

  

Η αρχική ονομασία των σημερινών Καμένων Βούρλων ήταν «Παλιοχώρι», αλλά κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας σε μια τουρκική επιδρομή, οι κάτοικοι, σύμφωνα με μια παράδοση αναζήτησαν καταφύγιο σωτηρίας μέσα στα βούρλα.

Όταν πέρασε ο κίνδυνος, έγινε πολύς λόγος για τη σωτηρία τους και πάνω στη συζήτηση κάποιος είπε τη φράση «ας είναι καλά τα καημένα τα βούρλα».

Πρώτη επίσημη ονομασία ως «Καϋμένα Βούρλα» έχουμε στο βασιλικό διάταγμα του Γεωργίου Α` στις 29 Αυγούστου 1912 περί αναγνωρίσεως των Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Φθιώτιδος.

 

Γράφει η Βασιλικά Ρεγγινίου

 

Πρόκειται για οροπέδιο στο οποίο κατά το Μεσαίωνα υπήρχε οικισμός με το όνομα Βασιλικά.

Φαίνεται πως μετά την εγκατάλειψη του χωριού από τους κατοίκους ιδρύθηκε το Ρεγγίνι.

Στην είσοδο του Οροπεδίου υψώνεται αναμνηστική μαρμάρινη στήλη προς τιμήν των Ελλήνων που σκοτώθηκαν κατά την περίφημη μάχη των Βασιλικών, στις 26 Αυγούστου 1821.

Τούρκικη στρατιά, με αρχηγό τον σερασκέρη (αρχιστράτηγο) Μπεϋράμ Πασά, θέλησε να περάσει από τα Βασιλικά, για να φτάσει στη Πελοπόννησο και να λύσει την πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Οι οπλαρχηγοί όμως της Ρούμελης, Γιάννης Δυοβουνιώτης, Γιάννης Γκούρας, Νάκος Πανουργιάς, Παπαντρέας, Μόρης, Κομνάς Τράκας, κ.α. με 2000 επαναστάτες, έφραξαν το δρόμο των 8000 Τούρκων, πεζών και ιππέων, και τους προξένησαν μεγάλη καταστροφή.

Έτσι κατόρθωσαν να ανακόψουν την προέλαση του Μπεϋράμ Πασά και να δώσουν χρόνο στους Μοραΐτες οπλαρχηγούς Κολοκοτρώνη κ.α. να εκπορθήσουν την Τρίπολη και να εδραιώσουν την επανάσταση στη Πελοπόννησο.

 

 

 

Γράφει η Τέτη Σώλου, μέλος της ΕΔΣΤΕ-FIJET, Τα Βούρλα που θα μας απασχολήσουν δεν είναι τα Καμμένα Βούρλα, δεν είναι ούτε τα φυτά ούτε οι ανόητοι άνθρωποι (παρόλο που ο χαρακτηρισμός τους ως βούρλα δεν είναι εντελώς άσχετος με το θέμα μας). Τα Βούρλα ήταν ένα τεράστιο δημόσιο μπορντέλο στη Δραπετσώνα που έφτιαξε ο δήμος του Πειραιά και λειτούργησε υπό την προστασία του κράτους και την περιφρούρηση της αστυνομίας. Ήταν περιφραγμένο με ψηλό μαντρότοιχο, είχε πτέρυγες με ομοιόμορφα κελιά κι έμοιαζε με φυλακή. Τον καιρό της κατοχής μετατράπηκε σε φυλακή και ως φυλακή τελείωσε τη σταδιοδρομία του το 1970 που κατεδαφίστηκε. Ανάπτυξη και υπόκοσμος Το 1835 ο Πειραιάς ήταν ένα λιμανάκι χωρίς κίνηση, με λίγα αλιευτικά, μερικές καλύβες και χίλιους κατοίκους. Κάπου κάπου προσορμιζόταν κανένα πλοίο, για ν’ αποπλεύσει μετά από λίγες ώρες. Από τα πρώτα χρόνια που άρχισε ν’ αναπτύσσεται, για να γίνει από γραφικό χωριό όμορφη πόλη και σημαντικό λιμάνι, έλκυσε και υπόκοσμο. Άρχισε ν’ ανθεί η πορνεία και τα περί αυτήν: προαγωγοί, σωματέμποροι, νταβατζήδες, νταήδες… Οι συμπλοκές, τα φονικά, τα ναρκωτικά και οι αρρώστιες ήταν θλιβερή καθημερινότητα. Από τα καράβια κατέβαινε κάθε καρυδιάς καρύδι: τυχοδιώκτες, λαθρέμποροι, απατεώνες, τζογαδόροι, σωματέμποροι, αρτίστες, και γενικώς αποβράσματα που εμπλούτιζαν τον ντόπιο υπόκοσμο. Τις νύχτες έπεφταν απανωτές πιστολιές και γίνονταν αληθινές μάχες ανάμεσα στις συμμορίες. Τα μπορντέλα βρίσκονταν ανάμεσα στις κατοικίες και οι αδέσποτες πόρνες παντού. Οι οικογενειάρχες διαμαρτύρονταν συνεχώς για τη συνύπαρξή τους με τον υπόκοσμο. Με το δίκιο τους, γιατί μέσα σε τριάντα χρόνια ο Πειραιάς είχε γίνει μεν μια όμορφη πόλη, αλλά κι επικίνδυνη. Το δημοτικό συμβούλιο συσκέφθηκε πάνω στο πρόβλημα και αποφάσισε να απομονώσει όλες τις αδήλωτες πόρνες του Πειραιά σ’ ένα μεγάλο οίκημα εκτός σχεδίου πόλεως. Έτσι, ένα μέρος του υποκόσμου θα μετατοπιζόταν έξω από την πόλη. Όσο για τις πόρνες, περιορισμένες εκεί θα εξασκούσαν το επάγγελμά τους και συγχρόνως θα είχαν ιατρική παρακολούθηση. Αυτό ήταν το σχέδιο του δημοτικού συμβουλίου. Το κράτος δεν ήθελε ν’ ανακατευτεί σε μια τέτοια ιστορία και να βγάλει το κακό όνομα ότι χτίζει μπορντέλα. Ωστόσο το 1873 παραχώρησε στον δήμο του Πειραιά κάποια έκταση στη θέση Βούρλα, για να φτιαχτεί το τεράστιο μπορντέλο. Τα Βούρλα χτίζονται σε ερημική περιοχή Τα Βούρλα ήταν ένας βαλτότοπος στη Δραπετσώνα γεμάτος βούρλα (εξ ου και το όνομα), λίγα μέτρα πιο πέρα από το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου -το παλιό νεκροταφείο της πόλης. Η περιοχή καθαρίστηκε και μπαζώθηκε. Λένε ότι αυτά τα έκανε κάποιος Πιπινέλης, ο οποίος εκείνη ακριβώς την περίοδο είχε αποκτήσει την κυριότητα της συγκεκριμένης περιοχής. Πάντως την εποχή που έγινε η μεγάλη απόδραση των κομουνιστών από τις φυλακές των Βούρλων ιδιοκτήτρια του ακινήτου ήταν η μητέρα του πολιτικού Παναγιώτη Πιπινέλη, ο οποίος χρημάτισε πρωθυπουργός στην υπηρεσιακή του 1963 και υπουργός επί χούντας. photoΤο ακίνητο των Βούρλων ανήκε στην οικογένεια Πιπινέλη, η οποία το είχε νοικιάσει στο κράτος και εισέπραττε το ενοίκιο. Ένας εργολάβος ονόματι Νικόλαος Μπόμπολας ανέλαβε να κατασκευάσει το συγκρότημα κτιρίων που ήθελε ο δήμος του Πειραιά. Λένε ότι δεν το έχτισε με δικά του λεφτά, αλλά με χρήματα που του έδωσε το κράτος, το οποίο τα δανείστηκε από έναν Πειραιώτη τραπεζίτη. Εν πάση περιπτώσει, ο Μπόμπολας παρέδωσε ένα περιμαντρωμένο συγκρότημα κτιρίων το 1875. Αυτά ήταν τα περίφημα Βούρλα. Μπόμπολας, Πιπινέλης… ονόματα με μέλλον. Εκείνες που δεν είχαν ούτε όνομα ούτε μέλλον ήταν οι αδήλωτες πόρνες του Πειραιά, που συγκεντρώθηκαν στα Βούρλα, τα οποία λειτούργησαν επί έξι δεκαετίες ως μπορντέλο-στρατώνας. Ο χαρακτηρισμός μπορντέλο-στρατώνας οφείλεται στον Ηλία Πετρόπουλο. Στο βιβλίο του «Το μπουρδέλο» γράφει: «Το μπορντέλο-στρατώνας συγγενεύει περισσότερο με την μπουρδελογειτονιά, παρά με το μπορντέλο-ξενοδοχείο. Το μπορντέλο-στρατώνας είναι μια μπουρδελογειτονιά κλεισμένη μέσα σε ένα κτίριο. Στο μπορντέλο-ξενοδοχείο όλα κατέχονται και διευθύνονται από τη μαντάμα. Στο μπορντέλο-στρατώνας δεν υπάρχει μαντάμα· η κάθε πόρνη έχει ένα δωμάτιο, όπου δουλεύει για λογαριασμό της. Γύρο από το μπορντέλο-στρατώνας οι νταβατζήδες σφάζονται σαν κοτόπουλα. Γι’ αυτό, στο μπορντέλο-στρατώνας υπάρχει, πάντοτε, αστυνομία. Τα Βούρλα αποτελούν το τυπικότερο παράδειγμα πορνείου αυτού του τύπου». photo Σχεδιάγραμμα του Ηλία Πετρόπουλου από το βιβλίο του «Το μπουρδέλο». Στην εποχή που θα αναφερθούμε, δηλαδή στη δεκαετία του ’30, το μπορντέλο-στρατώνας των Βούρλων δεν ήταν έτσι. «Για να καταλάβουμε την τοτινή λειτουργία αυτού του οίκου ανοχής θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ήτο εκτός πόλεως. Στις αρχές του αιώνα μας, ο Πειραιάς τελείωνε στο νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, εκεί πλάι στα Βούρλα και στη Βρομολίμνη. Τα Βούρλα (όνομα και πράμα) βρισκόντουσαν σ’ ένα έρημο και ελώδες τοπίο. Για να φτάσεις εκεί, από τον Ηλεκτρικό Σταθμό ή από την Παλαμηδίου, έπρεπε να περπατήσεις σχεδόν μισήν ώρα. Το 1910 καταργήθηκε το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου. Από το 1922 άρχισε να εποικίζεται η Δραπετσόνα. Ωστόσο, η περιοχή παρέμενε επικίνδυνη – ιδίως τη νύχτα όπου όλα ήσαν θεοσκότεινα. Τα Βούρλα απαρτίζονταν από τρία δυόροφα κτίρια σε σχήμα Π. Κάθε πλευρά είχε 24 (12+12) δωμάτια· ήτοι, εν συνόλω 72 δωμάτια = 72 πόρνες. Το σχήμα Π έκλεινε με μια ψηλή μάντρα. Στη μέση της αυλής υπήρχε ένα σπιτάκι: το ισόγειο εστέγαζε το καφενεδάκι των νταβατζήδων, και, στο πάνω πάτωμα έμενε η αστυνομία. Η αυλή -και γενικότερα τα Βούρλα- είχαν μόνον μία πορτάρα. Όποιος νταβατζής ήθελε να καθαρίσει με κάποιον αντίπαλό του, την έστηνε στην πορτάρα και περίμενε. Εκείνη την εποχή οι νταβατζήδες δεν αστειευόντουσαν…» Ηλίας Πετρόπουλος, Το μπουρδέλο, Εκδόσεις Γράμματα, 1980 Οι πόρνες της διοικητικής περιφέρειας Αθηνών-Πειραιώς το 1894 χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες: Οι πόρνες πρώτης τάξεως έμεναν σε ιδιαίτερες κατοικίες. Οι πόρνες δευτέρας τάξεως έμεναν σε οίκους ασωτίας. Οι πόρνες τρίτης τάξεως έμεναν στα χαμαιτυπεία τα κείμενα πλησίον των καταστημάτων του Αεριόφωτος («κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι», για να θυμηθούμε τους Μοιραίους του Βάρναλη) και στα δημοτικά οικήματα των Βούρλων. Το μπορντέλο-στρατώνας τράβηξε μακριά από τον αναπτυσσόμενο Πειραιά μεγάλο μέρος των ξένων πληρωμάτων καθώς και των εγχώριων ανδρών του λιμεναρχείου και του Πολεμικού Ναυτικού (Αυτά τα ναυτάκια δεν ήταν καθόλου «ζουμπουρλούδικα», αλλά περιγράφονται σαν ζόρικοι τύποι, μέθυσοι, προκλητικοί και καυγατζήδες). Τα Βούρλα συγκέντρωσαν γύρω από τη μάντρα τους μεγάλο πλήθος του υποκόσμου, περιόρισαν την εξάπλωση των αφροδισίων και τακτοποίησαν το ηθικό πρόβλημα των νοικοκυραίων της πόλης. Τα Βούρλα βρίσκονται μέσα σε κατοικημένη περιοχή Με την καταστροφή του ’22 άρχισαν να καταφθάνουν στον Πειραιά καραβιές προσφύγων που κοιμήθηκαν νοικοκυραίοι και ξύπνησαν επί ξύλου κρεμάμενοι. Σοκαρισμένοι, πεινασμένοι και δυστυχείς ζούσαν ο ένας πάνω στον άλλον μέσα σε τσαντίρια. Οι Πειραιώτες δεν τους καλοδέχτηκαν. Τους είδαν σαν ξένους και τους αντιμετώπισαν εχθρικά. Ωστόσο κάπου έπρεπε να εγκατασταθούν. Για τον σκοπό αυτό απαλλοτριώθηκε το παλιό νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, αλλά ο χώρος δεν έφτανε. Η εγκατάσταση των προσφύγων εξαπλώθηκε πέρα από τον Άγιο Διονύσιο σε όλη τη Δραπετσώνα και βόρεια προς το Κερατσίνι και τα Ταμπούρια. Όταν λέμε εγκατάσταση προσφύγων, εννοούμε άθλιες συνθήκες ζωής. Οι παλιοί ίσως θυμούνται κάτι σπίτια να μπαλατζάρουν επικίνδυνα στα βράχια. Οι άνθρωποι που έφεραν μαζί με τις συνήθειές τους έναν πολιτισμό αιώνων πάλευαν με τα στοιχεία της φύσης μέσα στα ίδια τους τα σπίτια, που ήταν παράγκες με πάτωμα το χώμα. Η Δραπετσώνα εποικίστηκε με πρόσφυγες από τη Μικρασία και τον Πόντο. Τα Βούρλα δεν ήταν πλέον έξω από την πόλη, αλλά μέσα σε κατοικημένη περιοχή. photo Οικογένεια προσφύγων στη συνοικία Βούρλα το 1933 «Εκειδά είναι οι παλιογυναίκες, που ντροπιάζουν τη γειτονιά και μας χαλάνε τον αέρα», απάντησε μια πρόσφυγας, όταν η Λιλίκα Νάκου τη ρώτησε να μάθει πού είναι τα Βούρλα. Όμως, δεν ήταν μόνον οι «παλιογυναίκες». Γύρω από τα Βούρλα μια συνομοταξία ανθρώπων ζούσε από και στην παρανομία: σωματέμποροι, νταβατζήδες, έμποροι ναρκωτικών, τεκετζήδες, χασισοπότες, νταήδες, αλήτες, κλέφτες, τζογαδόροι. Όλοι αυτοί είχαν τα στέκια τους γύρω από τη μάντρα, αλλά και σε μεγαλύτερη ακτίνα. Από το Χατζηκυριάκειο μέχρι τη Δραπετσώνα υπήρχαν τουλάχιστον τριάντα τεκέδες, στεγασμένοι σε καφενεία και ουζάδικα, όπου σύχναζαν άνθρωποι της φάρας -το σκυλολόι, που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του και τραβούσε μαχαίρι για ψύλλου πήδημα. Οι εφημερίδες των αρχών του αιώνα δημοσίευαν πολύ συχνά ειδήσεις για μαχαιρώματα και χασισοποσίες. photo Σκυλολόι ήταν «όλη η συνομοταξία των εν συγκρούσει προς τον Ποινικόν Νόμον ζώντων ατόμων». Από το «Λεξικό της πιάτσας» του Βρασίδα Καπετανάκη. Αυτά τα μαγαζιά δεν ήταν γραφικά απόκεντρα καφενεδάκια, όπου απολάμβανες ήσυχα τον καφέ σου. Ιδιοκτήτης και θαμώνες ήταν άνθρωποι της φάρας και περνώντας απ’ έξω άκουγες το μπουζούκι και τη μυρωδιά του χασίς. Μερικοί από τους αγαπημένους μας ρεμπέτες είχαν αγαπητικιές στα Βούρλα και κάμποσα μαχαιρώματα στο ενεργητικό τους. Και -μην πέσετε από τα σύννεφα- ήταν μεγάλοι χασισοπότες! «Η Δραπετσώνα», είπε ο Μάθεσης -σκύλος μαύρος!- «ήταν απ’ τα μεγαλύτερα στέκια της μαγκιάς». Οι περισσότεροι ρεμπέτες πέρασαν από τη Δραπετσώνα. Γιοβάν Τσαούς, Γιώργος Μπάτης, Απόστολος Χατζηχρήστος, Στράτος Παγιουμτζής, Δελιάς Δελιάς, Μάρκος Βαμβακάρης… μεγάλος ο κατάλογος. Τα πράγματα ήταν ζόρικα και επιπλέον σκοτεινά, λόγω έλλειψης δημοτικού φωτισμού. Όσο για δρόμους; Κουρνιαχτός το καλοκαίρι, λάσπη τον χειμώνα. Γύρω από τα Βούρλα υπήρχαν κάποιοι τεκέδες που λειτουργούσαν ως ιδιότυπα πορνεία. Εκεί η συνουσία γινόταν από μία τρύπα στον τοίχο, χωρίς να υπάρχει οπτική επαφή του πελάτη με την πόρνη, η οποία ήταν προσφυγοπούλα και αδήλωτη. Τα Βούρλα ήταν γνωστά σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στον τόπο μας, μετέτρεψαν τα Βούρλα σε φυλακή. Όταν ξεκουμπίστηκαν, το ελληνικό κράτος δι...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/i-synousia-ginotan-apo-mia-trypa-ston-toixo-vourla-to-terastio-dimosio-borntelo-sti-drapetsona-pou-eftiakse-o-dimos-tou-peiraia-kai-leitourgise-ypo-tin-prostasia-tou-kratous-kai-tis-asty/
Γράφει η Τέτη Σώλου, μέλος της ΕΔΣΤΕ-FIJET, Τα Βούρλα που θα μας απασχολήσουν δεν είναι τα Καμμένα Βούρλα, δεν είναι ούτε τα φυτά ούτε οι ανόητοι άνθρωποι (παρόλο που ο χαρακτηρισμός τους ως βούρλα δεν είναι εντελώς άσχετος με το θέμα μας). Τα Βούρλα ήταν ένα τεράστιο δημόσιο μπορντέλο στη Δραπετσώνα που έφτιαξε ο δήμος του Πειραιά και λειτούργησε υπό την προστασία του κράτους και την περιφρούρηση της αστυνομίας. Ήταν περιφραγμένο με ψηλό μαντρότοιχο, είχε πτέρυγες με ομοιόμορφα κελιά κι έμοιαζε με φυλακή. Τον καιρό της κατοχής μετατράπηκε σε φυλακή και ως φυλακή τελείωσε τη σταδιοδρομία του το 1970 που κατεδαφίστηκε. Ανάπτυξη και υπόκοσμος Το 1835 ο Πειραιάς ήταν ένα λιμανάκι χωρίς κίνηση, με λίγα αλιευτικά, μερικές καλύβες και χίλιους κατοίκους. Κάπου κάπου προσορμιζόταν κανένα πλοίο, για ν’ αποπλεύσει μετά από λίγες ώρες. Από τα πρώτα χρόνια που άρχισε ν’ αναπτύσσεται, για να γίνει από γραφικό χωριό όμορφη πόλη και σημαντικό λιμάνι, έλκυσε και υπόκοσμο. Άρχισε ν’ ανθεί η πορνεία και τα περί αυτήν: προαγωγοί, σωματέμποροι, νταβατζήδες, νταήδες… Οι συμπλοκές, τα φονικά, τα ναρκωτικά και οι αρρώστιες ήταν θλιβερή καθημερινότητα. Από τα καράβια κατέβαινε κάθε καρυδιάς καρύδι: τυχοδιώκτες, λαθρέμποροι, απατεώνες, τζογαδόροι, σωματέμποροι, αρτίστες, και γενικώς αποβράσματα που εμπλούτιζαν τον ντόπιο υπόκοσμο. Τις νύχτες έπεφταν απανωτές πιστολιές και γίνονταν αληθινές μάχες ανάμεσα στις συμμορίες. Τα μπορντέλα βρίσκονταν ανάμεσα στις κατοικίες και οι αδέσποτες πόρνες παντού. Οι οικογενειάρχες διαμαρτύρονταν συνεχώς για τη συνύπαρξή τους με τον υπόκοσμο. Με το δίκιο τους, γιατί μέσα σε τριάντα χρόνια ο Πειραιάς είχε γίνει μεν μια όμορφη πόλη, αλλά κι επικίνδυνη. Το δημοτικό συμβούλιο συσκέφθηκε πάνω στο πρόβλημα και αποφάσισε να απομονώσει όλες τις αδήλωτες πόρνες του Πειραιά σ’ ένα μεγάλο οίκημα εκτός σχεδίου πόλεως. Έτσι, ένα μέρος του υποκόσμου θα μετατοπιζόταν έξω από την πόλη. Όσο για τις πόρνες, περιορισμένες εκεί θα εξασκούσαν το επάγγελμά τους και συγχρόνως θα είχαν ιατρική παρακολούθηση. Αυτό ήταν το σχέδιο του δημοτικού συμβουλίου. Το κράτος δεν ήθελε ν’ ανακατευτεί σε μια τέτοια ιστορία και να βγάλει το κακό όνομα ότι χτίζει μπορντέλα. Ωστόσο το 1873 παραχώρησε στον δήμο του Πειραιά κάποια έκταση στη θέση Βούρλα, για να φτιαχτεί το τεράστιο μπορντέλο. Τα Βούρλα χτίζονται σε ερημική περιοχή Τα Βούρλα ήταν ένας βαλτότοπος στη Δραπετσώνα γεμάτος βούρλα (εξ ου και το όνομα), λίγα μέτρα πιο πέρα από το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου -το παλιό νεκροταφείο της πόλης. Η περιοχή καθαρίστηκε και μπαζώθηκε. Λένε ότι αυτά τα έκανε κάποιος Πιπινέλης, ο οποίος εκείνη ακριβώς την περίοδο είχε αποκτήσει την κυριότητα της συγκεκριμένης περιοχής. Πάντως την εποχή που έγινε η μεγάλη απόδραση των κομουνιστών από τις φυλακές των Βούρλων ιδιοκτήτρια του ακινήτου ήταν η μητέρα του πολιτικού Παναγιώτη Πιπινέλη, ο οποίος χρημάτισε πρωθυπουργός στην υπηρεσιακή του 1963 και υπουργός επί χούντας. photoΤο ακίνητο των Βούρλων ανήκε στην οικογένεια Πιπινέλη, η οποία το είχε νοικιάσει στο κράτος και εισέπραττε το ενοίκιο. Ένας εργολάβος ονόματι Νικόλαος Μπόμπολας ανέλαβε να κατασκευάσει το συγκρότημα κτιρίων που ήθελε ο δήμος του Πειραιά. Λένε ότι δεν το έχτισε με δικά του λεφτά, αλλά με χρήματα που του έδωσε το κράτος, το οποίο τα δανείστηκε από έναν Πειραιώτη τραπεζίτη. Εν πάση περιπτώσει, ο Μπόμπολας παρέδωσε ένα περιμαντρωμένο συγκρότημα κτιρίων το 1875. Αυτά ήταν τα περίφημα Βούρλα. Μπόμπολας, Πιπινέλης… ονόματα με μέλλον. Εκείνες που δεν είχαν ούτε όνομα ούτε μέλλον ήταν οι αδήλωτες πόρνες του Πειραιά, που συγκεντρώθηκαν στα Βούρλα, τα οποία λειτούργησαν επί έξι δεκαετίες ως μπορντέλο-στρατώνας. Ο χαρακτηρισμός μπορντέλο-στρατώνας οφείλεται στον Ηλία Πετρόπουλο. Στο βιβλίο του «Το μπουρδέλο» γράφει: «Το μπορντέλο-στρατώνας συγγενεύει περισσότερο με την μπουρδελογειτονιά, παρά με το μπορντέλο-ξενοδοχείο. Το μπορντέλο-στρατώνας είναι μια μπουρδελογειτονιά κλεισμένη μέσα σε ένα κτίριο. Στο μπορντέλο-ξενοδοχείο όλα κατέχονται και διευθύνονται από τη μαντάμα. Στο μπορντέλο-στρατώνας δεν υπάρχει μαντάμα· η κάθε πόρνη έχει ένα δωμάτιο, όπου δουλεύει για λογαριασμό της. Γύρο από το μπορντέλο-στρατώνας οι νταβατζήδες σφάζονται σαν κοτόπουλα. Γι’ αυτό, στο μπορντέλο-στρατώνας υπάρχει, πάντοτε, αστυνομία. Τα Βούρλα αποτελούν το τυπικότερο παράδειγμα πορνείου αυτού του τύπου». photo Σχεδιάγραμμα του Ηλία Πετρόπουλου από το βιβλίο του «Το μπουρδέλο». Στην εποχή που θα αναφερθούμε, δηλαδή στη δεκαετία του ’30, το μπορντέλο-στρατώνας των Βούρλων δεν ήταν έτσι. «Για να καταλάβουμε την τοτινή λειτουργία αυτού του οίκου ανοχής θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ήτο εκτός πόλεως. Στις αρχές του αιώνα μας, ο Πειραιάς τελείωνε στο νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, εκεί πλάι στα Βούρλα και στη Βρομολίμνη. Τα Βούρλα (όνομα και πράμα) βρισκόντουσαν σ’ ένα έρημο και ελώδες τοπίο. Για να φτάσεις εκεί, από τον Ηλεκτρικό Σταθμό ή από την Παλαμηδίου, έπρεπε να περπατήσεις σχεδόν μισήν ώρα. Το 1910 καταργήθηκε το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου. Από το 1922 άρχισε να εποικίζεται η Δραπετσόνα. Ωστόσο, η περιοχή παρέμενε επικίνδυνη – ιδίως τη νύχτα όπου όλα ήσαν θεοσκότεινα. Τα Βούρλα απαρτίζονταν από τρία δυόροφα κτίρια σε σχήμα Π. Κάθε πλευρά είχε 24 (12+12) δωμάτια· ήτοι, εν συνόλω 72 δωμάτια = 72 πόρνες. Το σχήμα Π έκλεινε με μια ψηλή μάντρα. Στη μέση της αυλής υπήρχε ένα σπιτάκι: το ισόγειο εστέγαζε το καφενεδάκι των νταβατζήδων, και, στο πάνω πάτωμα έμενε η αστυνομία. Η αυλή -και γενικότερα τα Βούρλα- είχαν μόνον μία πορτάρα. Όποιος νταβατζής ήθελε να καθαρίσει με κάποιον αντίπαλό του, την έστηνε στην πορτάρα και περίμενε. Εκείνη την εποχή οι νταβατζήδες δεν αστειευόντουσαν…» Ηλίας Πετρόπουλος, Το μπουρδέλο, Εκδόσεις Γράμματα, 1980 Οι πόρνες της διοικητικής περιφέρειας Αθηνών-Πειραιώς το 1894 χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες: Οι πόρνες πρώτης τάξεως έμεναν σε ιδιαίτερες κατοικίες. Οι πόρνες δευτέρας τάξεως έμεναν σε οίκους ασωτίας. Οι πόρνες τρίτης τάξεως έμεναν στα χαμαιτυπεία τα κείμενα πλησίον των καταστημάτων του Αεριόφωτος («κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι», για να θυμηθούμε τους Μοιραίους του Βάρναλη) και στα δημοτικά οικήματα των Βούρλων. Το μπορντέλο-στρατώνας τράβηξε μακριά από τον αναπτυσσόμενο Πειραιά μεγάλο μέρος των ξένων πληρωμάτων καθώς και των εγχώριων ανδρών του λιμεναρχείου και του Πολεμικού Ναυτικού (Αυτά τα ναυτάκια δεν ήταν καθόλου «ζουμπουρλούδικα», αλλά περιγράφονται σαν ζόρικοι τύποι, μέθυσοι, προκλητικοί και καυγατζήδες). Τα Βούρλα συγκέντρωσαν γύρω από τη μάντρα τους μεγάλο πλήθος του υποκόσμου, περιόρισαν την εξάπλωση των αφροδισίων και τακτοποίησαν το ηθικό πρόβλημα των νοικοκυραίων της πόλης. Τα Βούρλα βρίσκονται μέσα σε κατοικημένη περιοχή Με την καταστροφή του ’22 άρχισαν να καταφθάνουν στον Πειραιά καραβιές προσφύγων που κοιμήθηκαν νοικοκυραίοι και ξύπνησαν επί ξύλου κρεμάμενοι. Σοκαρισμένοι, πεινασμένοι και δυστυχείς ζούσαν ο ένας πάνω στον άλλον μέσα σε τσαντίρια. Οι Πειραιώτες δεν τους καλοδέχτηκαν. Τους είδαν σαν ξένους και τους αντιμετώπισαν εχθρικά. Ωστόσο κάπου έπρεπε να εγκατασταθούν. Για τον σκοπό αυτό απαλλοτριώθηκε το παλιό νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, αλλά ο χώρος δεν έφτανε. Η εγκατάσταση των προσφύγων εξαπλώθηκε πέρα από τον Άγιο Διονύσιο σε όλη τη Δραπετσώνα και βόρεια προς το Κερατσίνι και τα Ταμπούρια. Όταν λέμε εγκατάσταση προσφύγων, εννοούμε άθλιες συνθήκες ζωής. Οι παλιοί ίσως θυμούνται κάτι σπίτια να μπαλατζάρουν επικίνδυνα στα βράχια. Οι άνθρωποι που έφεραν μαζί με τις συνήθειές τους έναν πολιτισμό αιώνων πάλευαν με τα στοιχεία της φύσης μέσα στα ίδια τους τα σπίτια, που ήταν παράγκες με πάτωμα το χώμα. Η Δραπετσώνα εποικίστηκε με πρόσφυγες από τη Μικρασία και τον Πόντο. Τα Βούρλα δεν ήταν πλέον έξω από την πόλη, αλλά μέσα σε κατοικημένη περιοχή. photo Οικογένεια προσφύγων στη συνοικία Βούρλα το 1933 «Εκειδά είναι οι παλιογυναίκες, που ντροπιάζουν τη γειτονιά και μας χαλάνε τον αέρα», απάντησε μια πρόσφυγας, όταν η Λιλίκα Νάκου τη ρώτησε να μάθει πού είναι τα Βούρλα. Όμως, δεν ήταν μόνον οι «παλιογυναίκες». Γύρω από τα Βούρλα μια συνομοταξία ανθρώπων ζούσε από και στην παρανομία: σωματέμποροι, νταβατζήδες, έμποροι ναρκωτικών, τεκετζήδες, χασισοπότες, νταήδες, αλήτες, κλέφτες, τζογαδόροι. Όλοι αυτοί είχαν τα στέκια τους γύρω από τη μάντρα, αλλά και σε μεγαλύτερη ακτίνα. Από το Χατζηκυριάκειο μέχρι τη Δραπετσώνα υπήρχαν τουλάχιστον τριάντα τεκέδες, στεγασμένοι σε καφενεία και ουζάδικα, όπου σύχναζαν άνθρωποι της φάρας -το σκυλολόι, που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του και τραβούσε μαχαίρι για ψύλλου πήδημα. Οι εφημερίδες των αρχών του αιώνα δημοσίευαν πολύ συχνά ειδήσεις για μαχαιρώματα και χασισοποσίες. photo Σκυλολόι ήταν «όλη η συνομοταξία των εν συγκρούσει προς τον Ποινικόν Νόμον ζώντων ατόμων». Από το «Λεξικό της πιάτσας» του Βρασίδα Καπετανάκη. Αυτά τα μαγαζιά δεν ήταν γραφικά απόκεντρα καφενεδάκια, όπου απολάμβανες ήσυχα τον καφέ σου. Ιδιοκτήτης και θαμώνες ήταν άνθρωποι της φάρας και περνώντας απ’ έξω άκουγες το μπουζούκι και τη μυρωδιά του χασίς. Μερικοί από τους αγαπημένους μας ρεμπέτες είχαν αγαπητικιές στα Βούρλα και κάμποσα μαχαιρώματα στο ενεργητικό τους. Και -μην πέσετε από τα σύννεφα- ήταν μεγάλοι χασισοπότες! «Η Δραπετσώνα», είπε ο Μάθεσης -σκύλος μαύρος!- «ήταν απ’ τα μεγαλύτερα στέκια της μαγκιάς». Οι περισσότεροι ρεμπέτες πέρασαν από τη Δραπετσώνα. Γιοβάν Τσαούς, Γιώργος Μπάτης, Απόστολος Χατζηχρήστος, Στράτος Παγιουμτζής, Δελιάς Δελιάς, Μάρκος Βαμβακάρης… μεγάλος ο κατάλογος. Τα πράγματα ήταν ζόρικα και επιπλέον σκοτεινά, λόγω έλλειψης δημοτικού φωτισμού. Όσο για δρόμους; Κουρνιαχτός το καλοκαίρι, λάσπη τον χειμώνα. Γύρω από τα Βούρλα υπήρχαν κάποιοι τεκέδες που λειτουργούσαν ως ιδιότυπα πορνεία. Εκεί η συνουσία γινόταν από μία τρύπα στον τοίχο, χωρίς να υπάρχει οπτική επαφή του πελάτη με την πόρνη, η οποία ήταν προσφυγοπούλα και αδήλωτη. Τα Βούρλα ήταν γνωστά σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στον τόπο μας, μετέτρεψαν τα Βούρλα σε φυλακή. Όταν ξεκουμπίστηκαν, το ελληνικό κράτος δι...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/i-synousia-ginotan-apo-mia-trypa-ston-toixo-vourla-to-terastio-dimosio-borntelo-sti-drapetsona-pou-eftiakse-o-dimos-tou-peiraia-kai-leitourgise-ypo-tin-prostasia-tou-kratous-kai-tis-asty/
Γράφει η Τέτη Σώλου, μέλος της ΕΔΣΤΕ-FIJET, Τα Βούρλα που θα μας απασχολήσουν δεν είναι τα Καμμένα Βούρλα, δεν είναι ούτε τα φυτά ούτε οι ανόητοι άνθρωποι (παρόλο που ο χαρακτηρισμός τους ως βούρλα δεν είναι εντελώς άσχετος με το θέμα μας). Τα Βούρλα ήταν ένα τεράστιο δημόσιο μπορντέλο στη Δραπετσώνα που έφτιαξε ο δήμος του Πειραιά και λειτούργησε υπό την προστασία του κράτους και την περιφρούρηση της αστυνομίας. Ήταν περιφραγμένο με ψηλό μαντρότοιχο, είχε πτέρυγες με ομοιόμορφα κελιά κι έμοιαζε με φυλακή. Τον καιρό της κατοχής μετατράπηκε σε φυλακή και ως φυλακή τελείωσε τη σταδιοδρομία του το 1970 που κατεδαφίστηκε. Ανάπτυξη και υπόκοσμος Το 1835 ο Πειραιάς ήταν ένα λιμανάκι χωρίς κίνηση, με λίγα αλιευτικά, μερικές καλύβες και χίλιους κατοίκους. Κάπου κάπου προσορμιζόταν κανένα πλοίο, για ν’ αποπλεύσει μετά από λίγες ώρες. Από τα πρώτα χρόνια που άρχισε ν’ αναπτύσσεται, για να γίνει από γραφικό χωριό όμορφη πόλη και σημαντικό λιμάνι, έλκυσε και υπόκοσμο. Άρχισε ν’ ανθεί η πορνεία και τα περί αυτήν: προαγωγοί, σωματέμποροι, νταβατζήδες, νταήδες… Οι συμπλοκές, τα φονικά, τα ναρκωτικά και οι αρρώστιες ήταν θλιβερή καθημερινότητα. Από τα καράβια κατέβαινε κάθε καρυδιάς καρύδι: τυχοδιώκτες, λαθρέμποροι, απατεώνες, τζογαδόροι, σωματέμποροι, αρτίστες, και γενικώς αποβράσματα που εμπλούτιζαν τον ντόπιο υπόκοσμο. Τις νύχτες έπεφταν απανωτές πιστολιές και γίνονταν αληθινές μάχες ανάμεσα στις συμμορίες. Τα μπορντέλα βρίσκονταν ανάμεσα στις κατοικίες και οι αδέσποτες πόρνες παντού. Οι οικογενειάρχες διαμαρτύρονταν συνεχώς για τη συνύπαρξή τους με τον υπόκοσμο. Με το δίκιο τους, γιατί μέσα σε τριάντα χρόνια ο Πειραιάς είχε γίνει μεν μια όμορφη πόλη, αλλά κι επικίνδυνη. Το δημοτικό συμβούλιο συσκέφθηκε πάνω στο πρόβλημα και αποφάσισε να απομονώσει όλες τις αδήλωτες πόρνες του Πειραιά σ’ ένα μεγάλο οίκημα εκτός σχεδίου πόλεως. Έτσι, ένα μέρος του υποκόσμου θα μετατοπιζόταν έξω από την πόλη. Όσο για τις πόρνες, περιορισμένες εκεί θα εξασκούσαν το επάγγελμά τους και συγχρόνως θα είχαν ιατρική παρακολούθηση. Αυτό ήταν το σχέδιο του δημοτικού συμβουλίου. Το κράτος δεν ήθελε ν’ ανακατευτεί σε μια τέτοια ιστορία και να βγάλει το κακό όνομα ότι χτίζει μπορντέλα. Ωστόσο το 1873 παραχώρησε στον δήμο του Πειραιά κάποια έκταση στη θέση Βούρλα, για να φτιαχτεί το τεράστιο μπορντέλο. Τα Βούρλα χτίζονται σε ερημική περιοχή Τα Βούρλα ήταν ένας βαλτότοπος στη Δραπετσώνα γεμάτος βούρλα (εξ ου και το όνομα), λίγα μέτρα πιο πέρα από το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου -το παλιό νεκροταφείο της πόλης. Η περιοχή καθαρίστηκε και μπαζώθηκε. Λένε ότι αυτά τα έκανε κάποιος Πιπινέλης, ο οποίος εκείνη ακριβώς την περίοδο είχε αποκτήσει την κυριότητα της συγκεκριμένης περιοχής. Πάντως την εποχή που έγινε η μεγάλη απόδραση των κομουνιστών από τις φυλακές των Βούρλων ιδιοκτήτρια του ακινήτου ήταν η μητέρα του πολιτικού Παναγιώτη Πιπινέλη, ο οποίος χρημάτισε πρωθυπουργός στην υπηρεσιακή του 1963 και υπουργός επί χούντας. photoΤο ακίνητο των Βούρλων ανήκε στην οικογένεια Πιπινέλη, η οποία το είχε νοικιάσει στο κράτος και εισέπραττε το ενοίκιο. Ένας εργολάβος ονόματι Νικόλαος Μπόμπολας ανέλαβε να κατασκευάσει το συγκρότημα κτιρίων που ήθελε ο δήμος του Πειραιά. Λένε ότι δεν το έχτισε με δικά του λεφτά, αλλά με χρήματα που του έδωσε το κράτος, το οποίο τα δανείστηκε από έναν Πειραιώτη τραπεζίτη. Εν πάση περιπτώσει, ο Μπόμπολας παρέδωσε ένα περιμαντρωμένο συγκρότημα κτιρίων το 1875. Αυτά ήταν τα περίφημα Βούρλα. Μπόμπολας, Πιπινέλης… ονόματα με μέλλον. Εκείνες που δεν είχαν ούτε όνομα ούτε μέλλον ήταν οι αδήλωτες πόρνες του Πειραιά, που συγκεντρώθηκαν στα Βούρλα, τα οποία λειτούργησαν επί έξι δεκαετίες ως μπορντέλο-στρατώνας. Ο χαρακτηρισμός μπορντέλο-στρατώνας οφείλεται στον Ηλία Πετρόπουλο. Στο βιβλίο του «Το μπουρδέλο» γράφει: «Το μπορντέλο-στρατώνας συγγενεύει περισσότερο με την μπουρδελογειτονιά, παρά με το μπορντέλο-ξενοδοχείο. Το μπορντέλο-στρατώνας είναι μια μπουρδελογειτονιά κλεισμένη μέσα σε ένα κτίριο. Στο μπορντέλο-ξενοδοχείο όλα κατέχονται και διευθύνονται από τη μαντάμα. Στο μπορντέλο-στρατώνας δεν υπάρχει μαντάμα· η κάθε πόρνη έχει ένα δωμάτιο, όπου δουλεύει για λογαριασμό της. Γύρο από το μπορντέλο-στρατώνας οι νταβατζήδες σφάζονται σαν κοτόπουλα. Γι’ αυτό, στο μπορντέλο-στρατώνας υπάρχει, πάντοτε, αστυνομία. Τα Βούρλα αποτελούν το τυπικότερο παράδειγμα πορνείου αυτού του τύπου». photo Σχεδιάγραμμα του Ηλία Πετρόπουλου από το βιβλίο του «Το μπουρδέλο». Στην εποχή που θα αναφερθούμε, δηλαδή στη δεκαετία του ’30, το μπορντέλο-στρατώνας των Βούρλων δεν ήταν έτσι. «Για να καταλάβουμε την τοτινή λειτουργία αυτού του οίκου ανοχής θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ήτο εκτός πόλεως. Στις αρχές του αιώνα μας, ο Πειραιάς τελείωνε στο νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, εκεί πλάι στα Βούρλα και στη Βρομολίμνη. Τα Βούρλα (όνομα και πράμα) βρισκόντουσαν σ’ ένα έρημο και ελώδες τοπίο. Για να φτάσεις εκεί, από τον Ηλεκτρικό Σταθμό ή από την Παλαμηδίου, έπρεπε να περπατήσεις σχεδόν μισήν ώρα. Το 1910 καταργήθηκε το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου. Από το 1922 άρχισε να εποικίζεται η Δραπετσόνα. Ωστόσο, η περιοχή παρέμενε επικίνδυνη – ιδίως τη νύχτα όπου όλα ήσαν θεοσκότεινα. Τα Βούρλα απαρτίζονταν από τρία δυόροφα κτίρια σε σχήμα Π. Κάθε πλευρά είχε 24 (12+12) δωμάτια· ήτοι, εν συνόλω 72 δωμάτια = 72 πόρνες. Το σχήμα Π έκλεινε με μια ψηλή μάντρα. Στη μέση της αυλής υπήρχε ένα σπιτάκι: το ισόγειο εστέγαζε το καφενεδάκι των νταβατζήδων, και, στο πάνω πάτωμα έμενε η αστυνομία. Η αυλή -και γενικότερα τα Βούρλα- είχαν μόνον μία πορτάρα. Όποιος νταβατζής ήθελε να καθαρίσει με κάποιον αντίπαλό του, την έστηνε στην πορτάρα και περίμενε. Εκείνη την εποχή οι νταβατζήδες δεν αστειευόντουσαν…» Ηλίας Πετρόπουλος, Το μπουρδέλο, Εκδόσεις Γράμματα, 1980 Οι πόρνες της διοικητικής περιφέρειας Αθηνών-Πειραιώς το 1894 χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες: Οι πόρνες πρώτης τάξεως έμεναν σε ιδιαίτερες κατοικίες. Οι πόρνες δευτέρας τάξεως έμεναν σε οίκους ασωτίας. Οι πόρνες τρίτης τάξεως έμεναν στα χαμαιτυπεία τα κείμενα πλησίον των καταστημάτων του Αεριόφωτος («κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι», για να θυμηθούμε τους Μοιραίους του Βάρναλη) και στα δημοτικά οικήματα των Βούρλων. Το μπορντέλο-στρατώνας τράβηξε μακριά από τον αναπτυσσόμενο Πειραιά μεγάλο μέρος των ξένων πληρωμάτων καθώς και των εγχώριων ανδρών του λιμεναρχείου και του Πολεμικού Ναυτικού (Αυτά τα ναυτάκια δεν ήταν καθόλου «ζουμπουρλούδικα», αλλά περιγράφονται σαν ζόρικοι τύποι, μέθυσοι, προκλητικοί και καυγατζήδες). Τα Βούρλα συγκέντρωσαν γύρω από τη μάντρα τους μεγάλο πλήθος του υποκόσμου, περιόρισαν την εξάπλωση των αφροδισίων και τακτοποίησαν το ηθικό πρόβλημα των νοικοκυραίων της πόλης. Τα Βούρλα βρίσκονται μέσα σε κατοικημένη περιοχή Με την καταστροφή του ’22 άρχισαν να καταφθάνουν στον Πειραιά καραβιές προσφύγων που κοιμήθηκαν νοικοκυραίοι και ξύπνησαν επί ξύλου κρεμάμενοι. Σοκαρισμένοι, πεινασμένοι και δυστυχείς ζούσαν ο ένας πάνω στον άλλον μέσα σε τσαντίρια. Οι Πειραιώτες δεν τους καλοδέχτηκαν. Τους είδαν σαν ξένους και τους αντιμετώπισαν εχθρικά. Ωστόσο κάπου έπρεπε να εγκατασταθούν. Για τον σκοπό αυτό απαλλοτριώθηκε το παλιό νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, αλλά ο χώρος δεν έφτανε. Η εγκατάσταση των προσφύγων εξαπλώθηκε πέρα από τον Άγιο Διονύσιο σε όλη τη Δραπετσώνα και βόρεια προς το Κερατσίνι και τα Ταμπούρια. Όταν λέμε εγκατάσταση προσφύγων, εννοούμε άθλιες συνθήκες ζωής. Οι παλιοί ίσως θυμούνται κάτι σπίτια να μπαλατζάρουν επικίνδυνα στα βράχια. Οι άνθρωποι που έφεραν μαζί με τις συνήθειές τους έναν πολιτισμό αιώνων πάλευαν με τα στοιχεία της φύσης μέσα στα ίδια τους τα σπίτια, που ήταν παράγκες με πάτωμα το χώμα. Η Δραπετσώνα εποικίστηκε με πρόσφυγες από τη Μικρασία και τον Πόντο. Τα Βούρλα δεν ήταν πλέον έξω από την πόλη, αλλά μέσα σε κατοικημένη περιοχή. photo Οικογένεια προσφύγων στη συνοικία Βούρλα το 1933 «Εκειδά είναι οι παλιογυναίκες, που ντροπιάζουν τη γειτονιά και μας χαλάνε τον αέρα», απάντησε μια πρόσφυγας, όταν η Λιλίκα Νάκου τη ρώτησε να μάθει πού είναι τα Βούρλα. Όμως, δεν ήταν μόνον οι «παλιογυναίκες». Γύρω από τα Βούρλα μια συνομοταξία ανθρώπων ζούσε από και στην παρανομία: σωματέμποροι, νταβατζήδες, έμποροι ναρκωτικών, τεκετζήδες, χασισοπότες, νταήδες, αλήτες, κλέφτες, τζογαδόροι. Όλοι αυτοί είχαν τα στέκια τους γύρω από τη μάντρα, αλλά και σε μεγαλύτερη ακτίνα. Από το Χατζηκυριάκειο μέχρι τη Δραπετσώνα υπήρχαν τουλάχιστον τριάντα τεκέδες, στεγασμένοι σε καφενεία και ουζάδικα, όπου σύχναζαν άνθρωποι της φάρας -το σκυλολόι, που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του και τραβούσε μαχαίρι για ψύλλου πήδημα. Οι εφημερίδες των αρχών του αιώνα δημοσίευαν πολύ συχνά ειδήσεις για μαχαιρώματα και χασισοποσίες. photo Σκυλολόι ήταν «όλη η συνομοταξία των εν συγκρούσει προς τον Ποινικόν Νόμον ζώντων ατόμων». Από το «Λεξικό της πιάτσας» του Βρασίδα Καπετανάκη. Αυτά τα μαγαζιά δεν ήταν γραφικά απόκεντρα καφενεδάκια, όπου απολάμβανες ήσυχα τον καφέ σου. Ιδιοκτήτης και θαμώνες ήταν άνθρωποι της φάρας και περνώντας απ’ έξω άκουγες το μπουζούκι και τη μυρωδιά του χασίς. Μερικοί από τους αγαπημένους μας ρεμπέτες είχαν αγαπητικιές στα Βούρλα και κάμποσα μαχαιρώματα στο ενεργητικό τους. Και -μην πέσετε από τα σύννεφα- ήταν μεγάλοι χασισοπότες! «Η Δραπετσώνα», είπε ο Μάθεσης -σκύλος μαύρος!- «ήταν απ’ τα μεγαλύτερα στέκια της μαγκιάς». Οι περισσότεροι ρεμπέτες πέρασαν από τη Δραπετσώνα. Γιοβάν Τσαούς, Γιώργος Μπάτης, Απόστολος Χατζηχρήστος, Στράτος Παγιουμτζής, Δελιάς Δελιάς, Μάρκος Βαμβακάρης… μεγάλος ο κατάλογος. Τα πράγματα ήταν ζόρικα και επιπλέον σκοτεινά, λόγω έλλειψης δημοτικού φωτισμού. Όσο για δρόμους; Κουρνιαχτός το καλοκαίρι, λάσπη τον χειμώνα. Γύρω από τα Βούρλα υπήρχαν κάποιοι τεκέδες που λειτουργούσαν ως ιδιότυπα πορνεία. Εκεί η συνουσία γινόταν από μία τρύπα στον τοίχο, χωρίς να υπάρχει οπτική επαφή του πελάτη με την πόρνη, η οποία ήταν προσφυγοπούλα και αδήλωτη. Τα Βούρλα ήταν γνωστά σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στον τόπο μας, μετέτρεψαν τα Βούρλα σε φυλακή. Όταν ξεκουμπίστηκαν, το ελληνικό κράτος δι...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/i-synousia-ginotan-apo-mia-trypa-ston-toixo-vourla-to-terastio-dimosio-borntelo-sti-drapetsona-pou-eftiakse-o-dimos-tou-peiraia-kai-leitourgise-ypo-tin-prostasia-tou-kratous-kai-tis-asty/

 

Γράφει η Τέτη Σώλου, μέλος της ΕΔΣΤΕ-FIJET, Τα Βούρλα που θα μας απασχολήσουν δεν είναι τα Καμμένα Βούρλα, δεν είναι ούτε τα φυτά ούτε οι ανόητοι άνθρωποι (παρόλο που ο χαρακτηρισμός τους ως βούρλα δεν είναι εντελώς άσχετος με το θέμα μας). Τα Βούρλα ήταν ένα τεράστιο δημόσιο μπορντέλο στη Δραπετσώνα που έφτιαξε ο δήμος του Πειραιά και λειτούργησε υπό την προστασία του κράτους και την περιφρούρηση της αστυνομίας. Ήταν περιφραγμένο με ψηλό μαντρότοιχο, είχε πτέρυγες με ομοιόμορφα κελιά κι έμοιαζε με φυλακή. Τον καιρό της κατοχής μετατράπηκε σε φυλακή και ως φυλακή τελείωσε τη σταδιοδρομία του το 1970 που κατεδαφίστηκε. Ανάπτυξη και υπόκοσμος Το 1835 ο Πειραιάς ήταν ένα λιμανάκι χωρίς κίνηση, με λίγα αλιευτικά, μερικές καλύβες και χίλιους κατοίκους. Κάπου κάπου προσορμιζόταν κανένα πλοίο, για ν’ αποπλεύσει μετά από λίγες ώρες. Από τα πρώτα χρόνια που άρχισε ν’ αναπτύσσεται, για να γίνει από γραφικό χωριό όμορφη πόλη και σημαντικό λιμάνι, έλκυσε και υπόκοσμο. Άρχισε ν’ ανθεί η πορνεία και τα περί αυτήν: προαγωγοί, σωματέμποροι, νταβατζήδες, νταήδες… Οι συμπλοκές, τα φονικά, τα ναρκωτικά και οι αρρώστιες ήταν θλιβερή καθημερινότητα. Από τα καράβια κατέβαινε κάθε καρυδιάς καρύδι: τυχοδιώκτες, λαθρέμποροι, απατεώνες, τζογαδόροι, σωματέμποροι, αρτίστες, και γενικώς αποβράσματα που εμπλούτιζαν τον ντόπιο υπόκοσμο. Τις νύχτες έπεφταν απανωτές πιστολιές και γίνονταν αληθινές μάχες ανάμεσα στις συμμορίες. Τα μπορντέλα βρίσκονταν ανάμεσα στις κατοικίες και οι αδέσποτες πόρνες παντού. Οι οικογενειάρχες διαμαρτύρονταν συνεχώς για τη συνύπαρξή τους με τον υπόκοσμο. Με το δίκιο τους, γιατί μέσα σε τριάντα χρόνια ο Πειραιάς είχε γίνει μεν μια όμορφη πόλη, αλλά κι επικίνδυνη. Το δημοτικό συμβούλιο συσκέφθηκε πάνω στο πρόβλημα και αποφάσισε να απομονώσει όλες τις αδήλωτες πόρνες του Πειραιά σ’ ένα μεγάλο οίκημα εκτός σχεδίου πόλεως. Έτσι, ένα μέρος του υποκόσμου θα μετατοπιζόταν έξω από την πόλη. Όσο για τις πόρνες, περιορισμένες εκεί θα εξασκούσαν το επάγγελμά τους και συγχρόνως θα είχαν ιατρική παρακολούθηση. Αυτό ήταν το σχέδιο του δημοτικού συμβουλίου. Το κράτος δεν ήθελε ν’ ανακατευτεί σε μια τέτοια ιστορία και να βγάλει το κακό όνομα ότι χτίζει μπορντέλα. Ωστόσο το 1873 παραχώρησε στον δήμο του Πειραιά κάποια έκταση στη θέση Βούρλα, για να φτιαχτεί το τεράστιο μπορντέλο. Τα Βούρλα χτίζονται σε ερημική περιοχή Τα Βούρλα ήταν ένας βαλτότοπος στη Δραπετσώνα γεμάτος βούρλα (εξ ου και το όνομα), λίγα μέτρα πιο πέρα από το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου -το παλιό νεκροταφείο της πόλης. Η περιοχή καθαρίστηκε και μπαζώθηκε. Λένε ότι αυτά τα έκανε κάποιος Πιπινέλης, ο οποίος εκείνη ακριβώς την περίοδο είχε αποκτήσει την κυριότητα της συγκεκριμένης περιοχής. Πάντως την εποχή που έγινε η μεγάλη απόδραση των κομουνιστών από τις φυλακές των Βούρλων ιδιοκτήτρια του ακινήτου ήταν η μητέρα του πολιτικού Παναγιώτη Πιπινέλη, ο οποίος χρημάτισε πρωθυπουργός στην υπηρεσιακή του 1963 και υπουργός επί χούντας. photoΤο ακίνητο των Βούρλων ανήκε στην οικογένεια Πιπινέλη, η οποία το είχε νοικιάσει στο κράτος και εισέπραττε το ενοίκιο. Ένας εργολάβος ονόματι Νικόλαος Μπόμπολας ανέλαβε να κατασκευάσει το συγκρότημα κτιρίων που ήθελε ο δήμος του Πειραιά. Λένε ότι δεν το έχτισε με δικά του λεφτά, αλλά με χρήματα που του έδωσε το κράτος, το οποίο τα δανείστηκε από έναν Πειραιώτη τραπεζίτη. Εν πάση περιπτώσει, ο Μπόμπολας παρέδωσε ένα περιμαντρωμένο συγκρότημα κτιρίων το 1875. Αυτά ήταν τα περίφημα Βούρλα. Μπόμπολας, Πιπινέλης… ονόματα με μέλλον. Εκείνες που δεν είχαν ούτε όνομα ούτε μέλλον ήταν οι αδήλωτες πόρνες του Πειραιά, που συγκεντρώθηκαν στα Βούρλα, τα οποία λειτούργησαν επί έξι δεκαετίες ως μπορντέλο-στρατώνας. Ο χαρακτηρισμός μπορντέλο-στρατώνας οφείλεται στον Ηλία Πετρόπουλο. Στο βιβλίο του «Το μπουρδέλο» γράφει: «Το μπορντέλο-στρατώνας συγγενεύει περισσότερο με την μπουρδελογειτονιά, παρά με το μπορντέλο-ξενοδοχείο. Το μπορντέλο-στρατώνας είναι μια μπουρδελογειτονιά κλεισμένη μέσα σε ένα κτίριο. Στο μπορντέλο-ξενοδοχείο όλα κατέχονται και διευθύνονται από τη μαντάμα. Στο μπορντέλο-στρατώνας δεν υπάρχει μαντάμα· η κάθε πόρνη έχει ένα δωμάτιο, όπου δουλεύει για λογαριασμό της. Γύρο από το μπορντέλο-στρατώνας οι νταβατζήδες σφάζονται σαν κοτόπουλα. Γι’ αυτό, στο μπορντέλο-στρατώνας υπάρχει, πάντοτε, αστυνομία. Τα Βούρλα αποτελούν το τυπικότερο παράδειγμα πορνείου αυτού του τύπου». photo Σχεδιάγραμμα του Ηλία Πετρόπουλου από το βιβλίο του «Το μπουρδέλο». Στην εποχή που θα αναφερθούμε, δηλαδή στη δεκαετία του ’30, το μπορντέλο-στρατώνας των Βούρλων δεν ήταν έτσι. «Για να καταλάβουμε την τοτινή λειτουργία αυτού του οίκου ανοχής θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ήτο εκτός πόλεως. Στις αρχές του αιώνα μας, ο Πειραιάς τελείωνε στο νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, εκεί πλάι στα Βούρλα και στη Βρομολίμνη. Τα Βούρλα (όνομα και πράμα) βρισκόντουσαν σ’ ένα έρημο και ελώδες τοπίο. Για να φτάσεις εκεί, από τον Ηλεκτρικό Σταθμό ή από την Παλαμηδίου, έπρεπε να περπατήσεις σχεδόν μισήν ώρα. Το 1910 καταργήθηκε το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου. Από το 1922 άρχισε να εποικίζεται η Δραπετσόνα. Ωστόσο, η περιοχή παρέμενε επικίνδυνη – ιδίως τη νύχτα όπου όλα ήσαν θεοσκότεινα. Τα Βούρλα απαρτίζονταν από τρία δυόροφα κτίρια σε σχήμα Π. Κάθε πλευρά είχε 24 (12+12) δωμάτια· ήτοι, εν συνόλω 72 δωμάτια = 72 πόρνες. Το σχήμα Π έκλεινε με μια ψηλή μάντρα. Στη μέση της αυλής υπήρχε ένα σπιτάκι: το ισόγειο εστέγαζε το καφενεδάκι των νταβατζήδων, και, στο πάνω πάτωμα έμενε η αστυνομία. Η αυλή -και γενικότερα τα Βούρλα- είχαν μόνον μία πορτάρα. Όποιος νταβατζής ήθελε να καθαρίσει με κάποιον αντίπαλό του, την έστηνε στην πορτάρα και περίμενε. Εκείνη την εποχή οι νταβατζήδες δεν αστειευόντουσαν…» Ηλίας Πετρόπουλος, Το μπουρδέλο, Εκδόσεις Γράμματα, 1980 Οι πόρνες της διοικητικής περιφέρειας Αθηνών-Πειραιώς το 1894 χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες: Οι πόρνες πρώτης τάξεως έμεναν σε ιδιαίτερες κατοικίες. Οι πόρνες δευτέρας τάξεως έμεναν σε οίκους ασωτίας. Οι πόρνες τρίτης τάξεως έμεναν στα χαμαιτυπεία τα κείμενα πλησίον των καταστημάτων του Αεριόφωτος («κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι», για να θυμηθούμε τους Μοιραίους του Βάρναλη) και στα δημοτικά οικήματα των Βούρλων. Το μπορντέλο-στρατώνας τράβηξε μακριά από τον αναπτυσσόμενο Πειραιά μεγάλο μέρος των ξένων πληρωμάτων καθώς και των εγχώριων ανδρών του λιμεναρχείου και του Πολεμικού Ναυτικού (Αυτά τα ναυτάκια δεν ήταν καθόλου «ζουμπουρλούδικα», αλλά περιγράφονται σαν ζόρικοι τύποι, μέθυσοι, προκλητικοί και καυγατζήδες). Τα Βούρλα συγκέντρωσαν γύρω από τη μάντρα τους μεγάλο πλήθος του υποκόσμου, περιόρισαν την εξάπλωση των αφροδισίων και τακτοποίησαν το ηθικό πρόβλημα των νοικοκυραίων της πόλης. Τα Βούρλα βρίσκονται μέσα σε κατοικημένη περιοχή Με την καταστροφή του ’22 άρχισαν να καταφθάνουν στον Πειραιά καραβιές προσφύγων που κοιμήθηκαν νοικοκυραίοι και ξύπνησαν επί ξύλου κρεμάμενοι. Σοκαρισμένοι, πεινασμένοι και δυστυχείς ζούσαν ο ένας πάνω στον άλλον μέσα σε τσαντίρια. Οι Πειραιώτες δεν τους καλοδέχτηκαν. Τους είδαν σαν ξένους και τους αντιμετώπισαν εχθρικά. Ωστόσο κάπου έπρεπε να εγκατασταθούν. Για τον σκοπό αυτό απαλλοτριώθηκε το παλιό νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, αλλά ο χώρος δεν έφτανε. Η εγκατάσταση των προσφύγων εξαπλώθηκε πέρα από τον Άγιο Διονύσιο σε όλη τη Δραπετσώνα και βόρεια προς το Κερατσίνι και τα Ταμπούρια. Όταν λέμε εγκατάσταση προσφύγων, εννοούμε άθλιες συνθήκες ζωής. Οι παλιοί ίσως θυμούνται κάτι σπίτια να μπαλατζάρουν επικίνδυνα στα βράχια. Οι άνθρωποι που έφεραν μαζί με τις συνήθειές τους έναν πολιτισμό αιώνων πάλευαν με τα στοιχεία της φύσης μέσα στα ίδια τους τα σπίτια, που ήταν παράγκες με πάτωμα το χώμα. Η Δραπετσώνα εποικίστηκε με πρόσφυγες από τη Μικρασία και τον Πόντο. Τα Βούρλα δεν ήταν πλέον έξω από την πόλη, αλλά μέσα σε κατοικημένη περιοχή. photo Οικογένεια προσφύγων στη συνοικία Βούρλα το 1933 «Εκειδά είναι οι παλιογυναίκες, που ντροπιάζουν τη γειτονιά και μας χαλάνε τον αέρα», απάντησε μια πρόσφυγας, όταν η Λιλίκα Νάκου τη ρώτησε να μάθει πού είναι τα Βούρλα. Όμως, δεν ήταν μόνον οι «παλιογυναίκες». Γύρω από τα Βούρλα μια συνομοταξία ανθρώπων ζούσε από και στην παρανομία: σωματέμποροι, νταβατζήδες, έμποροι ναρκωτικών, τεκετζήδες, χασισοπότες, νταήδες, αλήτες, κλέφτες, τζογαδόροι. Όλοι αυτοί είχαν τα στέκια τους γύρω από τη μάντρα, αλλά και σε μεγαλύτερη ακτίνα. Από το Χατζηκυριάκειο μέχρι τη Δραπετσώνα υπήρχαν τουλάχιστον τριάντα τεκέδες, στεγασμένοι σε καφενεία και ουζάδικα, όπου σύχναζαν άνθρωποι της φάρας -το σκυλολόι, που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του και τραβούσε μαχαίρι για ψύλλου πήδημα. Οι εφημερίδες των αρχών του αιώνα δημοσίευαν πολύ συχνά ειδήσεις για μαχαιρώματα και χασισοποσίες. photo Σκυλολόι ήταν «όλη η συνομοταξία των εν συγκρούσει προς τον Ποινικόν Νόμον ζώντων ατόμων». Από το «Λεξικό της πιάτσας» του Βρασίδα Καπετανάκη. Αυτά τα μαγαζιά δεν ήταν γραφικά απόκεντρα καφενεδάκια, όπου απολάμβανες ήσυχα τον καφέ σου. Ιδιοκτήτης και θαμώνες ήταν άνθρωποι της φάρας και περνώντας απ’ έξω άκουγες το μπουζούκι και τη μυρωδιά του χασίς. Μερικοί από τους αγαπημένους μας ρεμπέτες είχαν αγαπητικιές στα Βούρλα και κάμποσα μαχαιρώματα στο ενεργητικό τους. Και -μην πέσετε από τα σύννεφα- ήταν μεγάλοι χασισοπότες! «Η Δραπετσώνα», είπε ο Μάθεσης -σκύλος μαύρος!- «ήταν απ’ τα μεγαλύτερα στέκια της μαγκιάς». Οι περισσότεροι ρεμπέτες πέρασαν από τη Δραπετσώνα. Γιοβάν Τσαούς, Γιώργος Μπάτης, Απόστολος Χατζηχρήστος, Στράτος Παγιουμτζής, Δελιάς Δελιάς, Μάρκος Βαμβακάρης… μεγάλος ο κατάλογος. Τα πράγματα ήταν ζόρικα και επιπλέον σκοτεινά, λόγω έλλειψης δημοτικού φωτισμού. Όσο για δρόμους; Κουρνιαχτός το καλοκαίρι, λάσπη τον χειμώνα. Γύρω από τα Βούρλα υπήρχαν κάποιοι τεκέδες που λειτουργούσαν ως ιδιότυπα πορνεία. Εκεί η συνουσία γινόταν από μία τρύπα στον τοίχο, χωρίς να υπάρχει οπτική επαφή του πελάτη με την πόρνη, η οποία ήταν προσφυγοπούλα και αδήλωτη. Τα Βούρλα ήταν γνωστά σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στον τόπο μας, μετέτρεψαν τα Βούρλα σε φυλακή. Όταν ξεκουμπίστηκαν, το ελληνικό κράτος δι...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/i-synousia-ginotan-apo-mia-trypa-ston-toixo-vourla-to-terastio-dimosio-borntelo-sti-drapetsona-pou-eftiakse-o-dimos-tou-peiraia-kai-leitourgise-ypo-tin-prostasia-tou-kratous-kai-tis-asty/
Γράφει η Τέτη Σώλου, μέλος της ΕΔΣΤΕ-FIJET, Τα Βούρλα που θα μας απασχολήσουν δεν είναι τα Καμμένα Βούρλα, δεν είναι ούτε τα φυτά ούτε οι ανόητοι άνθρωποι (παρόλο που ο χαρακτηρισμός τους ως βούρλα δεν είναι εντελώς άσχετος με το θέμα μας). Τα Βούρλα ήταν ένα τεράστιο δημόσιο μπορντέλο στη Δραπετσώνα που έφτιαξε ο δήμος του Πειραιά και λειτούργησε υπό την προστασία του κράτους και την περιφρούρηση της αστυνομίας. Ήταν περιφραγμένο με ψηλό μαντρότοιχο, είχε πτέρυγες με ομοιόμορφα κελιά κι έμοιαζε με φυλακή. Τον καιρό της κατοχής μετατράπηκε σε φυλακή και ως φυλακή τελείωσε τη σταδιοδρομία του το 1970 που κατεδαφίστηκε. Ανάπτυξη και υπόκοσμος Το 1835 ο Πειραιάς ήταν ένα λιμανάκι χωρίς κίνηση, με λίγα αλιευτικά, μερικές καλύβες και χίλιους κατοίκους. Κάπου κάπου προσορμιζόταν κανένα πλοίο, για ν’ αποπλεύσει μετά από λίγες ώρες. Από τα πρώτα χρόνια που άρχισε ν’ αναπτύσσεται, για να γίνει από γραφικό χωριό όμορφη πόλη και σημαντικό λιμάνι, έλκυσε και υπόκοσμο. Άρχισε ν’ ανθεί η πορνεία και τα περί αυτήν: προαγωγοί, σωματέμποροι, νταβατζήδες, νταήδες… Οι συμπλοκές, τα φονικά, τα ναρκωτικά και οι αρρώστιες ήταν θλιβερή καθημερινότητα. Από τα καράβια κατέβαινε κάθε καρυδιάς καρύδι: τυχοδιώκτες, λαθρέμποροι, απατεώνες, τζογαδόροι, σωματέμποροι, αρτίστες, και γενικώς αποβράσματα που εμπλούτιζαν τον ντόπιο υπόκοσμο. Τις νύχτες έπεφταν απανωτές πιστολιές και γίνονταν αληθινές μάχες ανάμεσα στις συμμορίες. Τα μπορντέλα βρίσκονταν ανάμεσα στις κατοικίες και οι αδέσποτες πόρνες παντού. Οι οικογενειάρχες διαμαρτύρονταν συνεχώς για τη συνύπαρξή τους με τον υπόκοσμο. Με το δίκιο τους, γιατί μέσα σε τριάντα χρόνια ο Πειραιάς είχε γίνει μεν μια όμορφη πόλη, αλλά κι επικίνδυνη. Το δημοτικό συμβούλιο συσκέφθηκε πάνω στο πρόβλημα και αποφάσισε να απομονώσει όλες τις αδήλωτες πόρνες του Πειραιά σ’ ένα μεγάλο οίκημα εκτός σχεδίου πόλεως. Έτσι, ένα μέρος του υποκόσμου θα μετατοπιζόταν έξω από την πόλη. Όσο για τις πόρνες, περιορισμένες εκεί θα εξασκούσαν το επάγγελμά τους και συγχρόνως θα είχαν ιατρική παρακολούθηση. Αυτό ήταν το σχέδιο του δημοτικού συμβουλίου. Το κράτος δεν ήθελε ν’ ανακατευτεί σε μια τέτοια ιστορία και να βγάλει το κακό όνομα ότι χτίζει μπορντέλα. Ωστόσο το 1873 παραχώρησε στον δήμο του Πειραιά κάποια έκταση στη θέση Βούρλα, για να φτιαχτεί το τεράστιο μπορντέλο. Τα Βούρλα χτίζονται σε ερημική περιοχή Τα Βούρλα ήταν ένας βαλτότοπος στη Δραπετσώνα γεμάτος βούρλα (εξ ου και το όνομα), λίγα μέτρα πιο πέρα από το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου -το παλιό νεκροταφείο της πόλης. Η περιοχή καθαρίστηκε και μπαζώθηκε. Λένε ότι αυτά τα έκανε κάποιος Πιπινέλης, ο οποίος εκείνη ακριβώς την περίοδο είχε αποκτήσει την κυριότητα της συγκεκριμένης περιοχής. Πάντως την εποχή που έγινε η μεγάλη απόδραση των κομουνιστών από τις φυλακές των Βούρλων ιδιοκτήτρια του ακινήτου ήταν η μητέρα του πολιτικού Παναγιώτη Πιπινέλη, ο οποίος χρημάτισε πρωθυπουργός στην υπηρεσιακή του 1963 και υπουργός επί χούντας. photoΤο ακίνητο των Βούρλων ανήκε στην οικογένεια Πιπινέλη, η οποία το είχε νοικιάσει στο κράτος και εισέπραττε το ενοίκιο. Ένας εργολάβος ονόματι Νικόλαος Μπόμπολας ανέλαβε να κατασκευάσει το συγκρότημα κτιρίων που ήθελε ο δήμος του Πειραιά. Λένε ότι δεν το έχτισε με δικά του λεφτά, αλλά με χρήματα που του έδωσε το κράτος, το οποίο τα δανείστηκε από έναν Πειραιώτη τραπεζίτη. Εν πάση περιπτώσει, ο Μπόμπολας παρέδωσε ένα περιμαντρωμένο συγκρότημα κτιρίων το 1875. Αυτά ήταν τα περίφημα Βούρλα. Μπόμπολας, Πιπινέλης… ονόματα με μέλλον. Εκείνες που δεν είχαν ούτε όνομα ούτε μέλλον ήταν οι αδήλωτες πόρνες του Πειραιά, που συγκεντρώθηκαν στα Βούρλα, τα οποία λειτούργησαν επί έξι δεκαετίες ως μπορντέλο-στρατώνας. Ο χαρακτηρισμός μπορντέλο-στρατώνας οφείλεται στον Ηλία Πετρόπουλο. Στο βιβλίο του «Το μπουρδέλο» γράφει: «Το μπορντέλο-στρατώνας συγγενεύει περισσότερο με την μπουρδελογειτονιά, παρά με το μπορντέλο-ξενοδοχείο. Το μπορντέλο-στρατώνας είναι μια μπουρδελογειτονιά κλεισμένη μέσα σε ένα κτίριο. Στο μπορντέλο-ξενοδοχείο όλα κατέχονται και διευθύνονται από τη μαντάμα. Στο μπορντέλο-στρατώνας δεν υπάρχει μαντάμα· η κάθε πόρνη έχει ένα δωμάτιο, όπου δουλεύει για λογαριασμό της. Γύρο από το μπορντέλο-στρατώνας οι νταβατζήδες σφάζονται σαν κοτόπουλα. Γι’ αυτό, στο μπορντέλο-στρατώνας υπάρχει, πάντοτε, αστυνομία. Τα Βούρλα αποτελούν το τυπικότερο παράδειγμα πορνείου αυτού του τύπου». photo Σχεδιάγραμμα του Ηλία Πετρόπουλου από το βιβλίο του «Το μπουρδέλο». Στην εποχή που θα αναφερθούμε, δηλαδή στη δεκαετία του ’30, το μπορντέλο-στρατώνας των Βούρλων δεν ήταν έτσι. «Για να καταλάβουμε την τοτινή λειτουργία αυτού του οίκου ανοχής θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ήτο εκτός πόλεως. Στις αρχές του αιώνα μας, ο Πειραιάς τελείωνε στο νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, εκεί πλάι στα Βούρλα και στη Βρομολίμνη. Τα Βούρλα (όνομα και πράμα) βρισκόντουσαν σ’ ένα έρημο και ελώδες τοπίο. Για να φτάσεις εκεί, από τον Ηλεκτρικό Σταθμό ή από την Παλαμηδίου, έπρεπε να περπατήσεις σχεδόν μισήν ώρα. Το 1910 καταργήθηκε το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου. Από το 1922 άρχισε να εποικίζεται η Δραπετσόνα. Ωστόσο, η περιοχή παρέμενε επικίνδυνη – ιδίως τη νύχτα όπου όλα ήσαν θεοσκότεινα. Τα Βούρλα απαρτίζονταν από τρία δυόροφα κτίρια σε σχήμα Π. Κάθε πλευρά είχε 24 (12+12) δωμάτια· ήτοι, εν συνόλω 72 δωμάτια = 72 πόρνες. Το σχήμα Π έκλεινε με μια ψηλή μάντρα. Στη μέση της αυλής υπήρχε ένα σπιτάκι: το ισόγειο εστέγαζε το καφενεδάκι των νταβατζήδων, και, στο πάνω πάτωμα έμενε η αστυνομία. Η αυλή -και γενικότερα τα Βούρλα- είχαν μόνον μία πορτάρα. Όποιος νταβατζής ήθελε να καθαρίσει με κάποιον αντίπαλό του, την έστηνε στην πορτάρα και περίμενε. Εκείνη την εποχή οι νταβατζήδες δεν αστειευόντουσαν…» Ηλίας Πετρόπουλος, Το μπουρδέλο, Εκδόσεις Γράμματα, 1980 Οι πόρνες της διοικητικής περιφέρειας Αθηνών-Πειραιώς το 1894 χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες: Οι πόρνες πρώτης τάξεως έμεναν σε ιδιαίτερες κατοικίες. Οι πόρνες δευτέρας τάξεως έμεναν σε οίκους ασωτίας. Οι πόρνες τρίτης τάξεως έμεναν στα χαμαιτυπεία τα κείμενα πλησίον των καταστημάτων του Αεριόφωτος («κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι», για να θυμηθούμε τους Μοιραίους του Βάρναλη) και στα δημοτικά οικήματα των Βούρλων. Το μπορντέλο-στρατώνας τράβηξε μακριά από τον αναπτυσσόμενο Πειραιά μεγάλο μέρος των ξένων πληρωμάτων καθώς και των εγχώριων ανδρών του λιμεναρχείου και του Πολεμικού Ναυτικού (Αυτά τα ναυτάκια δεν ήταν καθόλου «ζουμπουρλούδικα», αλλά περιγράφονται σαν ζόρικοι τύποι, μέθυσοι, προκλητικοί και καυγατζήδες). Τα Βούρλα συγκέντρωσαν γύρω από τη μάντρα τους μεγάλο πλήθος του υποκόσμου, περιόρισαν την εξάπλωση των αφροδισίων και τακτοποίησαν το ηθικό πρόβλημα των νοικοκυραίων της πόλης. Τα Βούρλα βρίσκονται μέσα σε κατοικημένη περιοχή Με την καταστροφή του ’22 άρχισαν να καταφθάνουν στον Πειραιά καραβιές προσφύγων που κοιμήθηκαν νοικοκυραίοι και ξύπνησαν επί ξύλου κρεμάμενοι. Σοκαρισμένοι, πεινασμένοι και δυστυχείς ζούσαν ο ένας πάνω στον άλλον μέσα σε τσαντίρια. Οι Πειραιώτες δεν τους καλοδέχτηκαν. Τους είδαν σαν ξένους και τους αντιμετώπισαν εχθρικά. Ωστόσο κάπου έπρεπε να εγκατασταθούν. Για τον σκοπό αυτό απαλλοτριώθηκε το παλιό νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, αλλά ο χώρος δεν έφτανε. Η εγκατάσταση των προσφύγων εξαπλώθηκε πέρα από τον Άγιο Διονύσιο σε όλη τη Δραπετσώνα και βόρεια προς το Κερατσίνι και τα Ταμπούρια. Όταν λέμε εγκατάσταση προσφύγων, εννοούμε άθλιες συνθήκες ζωής. Οι παλιοί ίσως θυμούνται κάτι σπίτια να μπαλατζάρουν επικίνδυνα στα βράχια. Οι άνθρωποι που έφεραν μαζί με τις συνήθειές τους έναν πολιτισμό αιώνων πάλευαν με τα στοιχεία της φύσης μέσα στα ίδια τους τα σπίτια, που ήταν παράγκες με πάτωμα το χώμα. Η Δραπετσώνα εποικίστηκε με πρόσφυγες από τη Μικρασία και τον Πόντο. Τα Βούρλα δεν ήταν πλέον έξω από την πόλη, αλλά μέσα σε κατοικημένη περιοχή. photo Οικογένεια προσφύγων στη συνοικία Βούρλα το 1933 «Εκειδά είναι οι παλιογυναίκες, που ντροπιάζουν τη γειτονιά και μας χαλάνε τον αέρα», απάντησε μια πρόσφυγας, όταν η Λιλίκα Νάκου τη ρώτησε να μάθει πού είναι τα Βούρλα. Όμως, δεν ήταν μόνον οι «παλιογυναίκες». Γύρω από τα Βούρλα μια συνομοταξία ανθρώπων ζούσε από και στην παρανομία: σωματέμποροι, νταβατζήδες, έμποροι ναρκωτικών, τεκετζήδες, χασισοπότες, νταήδες, αλήτες, κλέφτες, τζογαδόροι. Όλοι αυτοί είχαν τα στέκια τους γύρω από τη μάντρα, αλλά και σε μεγαλύτερη ακτίνα. Από το Χατζηκυριάκειο μέχρι τη Δραπετσώνα υπήρχαν τουλάχιστον τριάντα τεκέδες, στεγασμένοι σε καφενεία και ουζάδικα, όπου σύχναζαν άνθρωποι της φάρας -το σκυλολόι, που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του και τραβούσε μαχαίρι για ψύλλου πήδημα. Οι εφημερίδες των αρχών του αιώνα δημοσίευαν πολύ συχνά ειδήσεις για μαχαιρώματα και χασισοποσίες. photo Σκυλολόι ήταν «όλη η συνομοταξία των εν συγκρούσει προς τον Ποινικόν Νόμον ζώντων ατόμων». Από το «Λεξικό της πιάτσας» του Βρασίδα Καπετανάκη. Αυτά τα μαγαζιά δεν ήταν γραφικά απόκεντρα καφενεδάκια, όπου απολάμβανες ήσυχα τον καφέ σου. Ιδιοκτήτης και θαμώνες ήταν άνθρωποι της φάρας και περνώντας απ’ έξω άκουγες το μπουζούκι και τη μυρωδιά του χασίς. Μερικοί από τους αγαπημένους μας ρεμπέτες είχαν αγαπητικιές στα Βούρλα και κάμποσα μαχαιρώματα στο ενεργητικό τους. Και -μην πέσετε από τα σύννεφα- ήταν μεγάλοι χασισοπότες! «Η Δραπετσώνα», είπε ο Μάθεσης -σκύλος μαύρος!- «ήταν απ’ τα μεγαλύτερα στέκια της μαγκιάς». Οι περισσότεροι ρεμπέτες πέρασαν από τη Δραπετσώνα. Γιοβάν Τσαούς, Γιώργος Μπάτης, Απόστολος Χατζηχρήστος, Στράτος Παγιουμτζής, Δελιάς Δελιάς, Μάρκος Βαμβακάρης… μεγάλος ο κατάλογος. Τα πράγματα ήταν ζόρικα και επιπλέον σκοτεινά, λόγω έλλειψης δημοτικού φωτισμού. Όσο για δρόμους; Κουρνιαχτός το καλοκαίρι, λάσπη τον χειμώνα. Γύρω από τα Βούρλα υπήρχαν κάποιοι τεκέδες που λειτουργούσαν ως ιδιότυπα πορνεία. Εκεί η συνουσία γινόταν από μία τρύπα στον τοίχο, χωρίς να υπάρχει οπτική επαφή του πελάτη με την πόρνη, η οποία ήταν προσφυγοπούλα και αδήλωτη. Τα Βούρλα ήταν γνωστά σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στον τόπο μας, μετέτρεψαν τα Βούρλα σε φυλακή. Όταν ξεκουμπίστηκαν, το ελληνικό κράτος δι...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/i-synousia-ginotan-apo-mia-trypa-ston-toixo-vourla-to-terastio-dimosio-borntelo-sti-drapetsona-pou-eftiakse-o-dimos-tou-peiraia-kai-leitourgise-ypo-tin-prostasia-tou-kratous-kai-tis-asty/

 

 

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

ΕΛΛΑΔΑ
Αλληλέγγυα ευθύνη για τα πρόσωπα που αναλάμβαναν θέση Διοικητικής ευθύνης...
ΕΛΛΑΔΑ
Η ΜΕΤΑδραση θέλει να αναδείξει τους αφανείς δεκάδες ανθρώπους που διαφωνούν με τον στιγματισμό της πόλης τους
ΕΛΛΑΔΑ
Στα Καμένα Βούρλα δεν άφησαν φορτηγό να πάει τρόφιμα σε 39 ανήλικα προσφυγάκια.
ΕΛΛΑΔΑ
Για να καταστεί η δημοκρατία λειτουργική προϋποθέτει το δίπολο κοινωνία και πολιτικό σύστημα να βρίσκεται σε μια έστω και υποτυπώδη συνεργασία.
ΕΛΛΑΔΑ
Τη Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020, η «Αλληλεγγύη για Όλους» παρέδωσε ποσότητα τροφίμων στην συλλογική κουζίνα «Ο Άλλος Άνθρωπος».
ΣΗΜΕΡΑΕΒΔΟΜΑΔΑΜΗΝΑΣΕΤΟΣΟΛΑ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΔΙΚΤΥΟ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
x