Σαν αποτέλεσμα, σε πολλές περιπτώσεις η ιστορική αλήθεια αλλοιώνεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε η απόδοση των γεγονότων να αποκτά ένα μυθικό χαρακτήρα και η ευρεία διάδοσή τους μέσω και της επίσημης εκπαίδευσης να οδηγεί στη διαμόρφωση εθνικών μύθων, οι οποίοι γίνονται κοινοί τόποι στη συνείδηση κάθε λαού.

Επί της ουσίας, ωστόσο, η απόδοση αυτών των γεγονότων δεν συνάδει μέσα από την εξέταση των πηγών και των πορισμάτων ιστορικής έρευνας, συνιστά επομένως παραποίηση της ιστορικής αλήθειας.

Μεγάλο ρόλο σε αυτό έχει παίξει η ίδια η ιστοριογραφία κάθε χώρας ανά τις εποχές.

Οι ιστοριογράφοι εμφορούμενοι από πατριωτικά ή και εθνικιστικά αισθήματα κατέγραφαν τα γεγονότα με μεροληπτικό τρόπο, ώστε να τονίζεται η ηρωικότητα του λαού τους σε βάρος συνήθως των γειτονικών λαών με τους οποίους ήταν σε σύγκρουση. Σε πολλές περιπτώσεις γίνεται και καπήλευση της ιστορίας άλλων λαών.

Ειδικά η βαλκανική ιστοριογραφία έχει πολλά τέτοια παραδείγματα.

Για παράδειγμα, την περίοδο των ανταγωνισμών για την επικράτηση στη Μακεδονία, Βούλγαροι ιστοριογράφοι άρχισαν να παρουσιάζουν τον Κύριλλο και το Μεθόδιο ως Βούλγαρους εθναπόστολους κάτι που αργότερα υιοθέτησαν και οι Σλαβομακεδόνες[1].

Βέβαια το πιο χτυπητό παράδειγμα εναντίον της χώρας μας είναι η προσπάθεια καπήλευσης της εθνικότητας του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Όπως έχω αναφέρει και στο παρελθόν[2] προσωπικά το μόνο κίνητρο για να απαρνηθώ αυτή την καπήλευση είναι η ιστορική αλήθεια· αν τα ιστορικά τεκμήρια επιβεβαίωναν τη σλαβική καταγωγή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, δεν θα είχα κανένα πρόβλημα να την ενστερνιστώ, κάτι τέτοιο όμως με βάση τις πηγές και το ιστορικό παρελθόν είναι αδύνατο ή μάλλον αδιανόητο.

Η αναφορά στην καπήλευση της εθνικότητας του Μεγάλου Αλεξάνδρου νομίζω έχει ενδιαφέρον, διότι καταδεικνύει ότι μέσω μιας συστηματικής προπαγάνδας και της επίσημης εκπαίδευσης είναι δυνατόν ένας ολόκληρος λαός να γαλουχηθεί με μια εντελώς ιστορικά ανυπόστατη και ψευδής ιδέα.

Για καθετί που θα διαβάσει κανείς σε αυτό το κείμενο και θα του κάνει εντύπωση, διότι στο σχολείο δεν το διδάχτηκε έτσι, ας αναλογιστεί την έκπληξη και την απογοήτευση που γεύεται η συντριπτική πλειοψηφία των (τελικώς επονομαζόμενων κακώς κατά τη γνώμη μου) Βορειομακεδόνων, όταν ακούνε ότι, σε αντίθεση με ό,τι έχουν διδαχθεί στα σχολεία τους και επί σειρά ετών τους προπαγανδίζουν, δεν είναι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ότι ο μεγάλος κατακτητής ήταν Έλληνας Μακεδόνας και όχι Σλαβομακεδόνας.

Όπως λοιπόν σχεδόν κάθε λαός έτσι και ο δικός μας έχει γαλουχηθεί με κάποιους εθνικούς μύθους οι οποίοι αποσκοπούν στη διαμόρφωση και ενδυνάμωση της εθνικής μας ταυτότητας.

Η περίοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Επανάστασης του 1821 είναι εκείνη που νομίζω ότι πραγματικά «βρίθει» από τέτοιους μύθους περισσότερο από όλες.

Το γεγονός αυτό δεν είναι τυχαίο για διάφορους λόγους.

Καταρχάς, το αρχαιοελληνικό παρελθόν της Ελλάδας είναι αρκετά ένδοξο χωρίς να χρειάζεται να διανθιστεί με παραπλανητικά στοιχεία και υπερβολές.

Επομένως η ιστοριογραφία του νεότερου ελληνισμού η οποία άρχισε όλο και περισσότερο από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά να υιοθετεί την οπτική του Παπαρρηγόπουλου περί συνέχειας της ελληνικής φυλής και ιστορίας από την αρχαιότητα, μέχρι το παρόν μέσω του Βυζαντίου, αποσκοπούσε στο να παρουσιάσει τους Έλληνες επαναστάτες ως αντάξιους συνεχιστές των κατορθωμάτων των αρχαίων Ελλήνων.

Η οπτική της ιστορικής συνέχειας του Παπαρρηγόπουλου δεν ήταν κάτι καινοφανές ή παράδοξο ιδιαίτερα για τα δεδομένα εκείνης της περιόδου.

Αντιθέτως, πρόκειται για μια κυρίαρχη τάση σε όλη την ηπειρωτική Ευρώπη η οποία συνδεόταν με τον Ρομαντισμό και τη στροφή στη λαογραφία που με τη σειρά της συνδεόταν εκείνη την περίοδο με τη διαμόρφωση κάποιων από τα μεγαλύτερα σημερινά ευρωπαϊκά εθνικά κράτη, όπως η Γερμανία και η Ιταλία.

Εκτός αυτού η οπτική του Παπαρρηγόπουλου στόχευε στο να αντικρούσει τις απόψεις του Αυστριακού περιηγητή Jakob Philipp Fallmerayer, ο οποίος υποστήριξε ότι οι αρχαίοι Έλληνες εξαφανίστηκαν και οι νεότεροι Έλληνες δεν κατάγονται από τους αρχαίους, αλλά προέρχονται ουσιαστικά από Σλάβους και Αλβανούς που κατοίκησαν στην περιοχή της ελληνικής χερσονήσου από τον Μεσαίωνα και τους Νεότερους Χρόνους.

Η ανυπόστατη ίσως αυτή θεωρία λοιδορήθηκε από πολλούς μελετητές Έλληνες και μη και ενδεχομένως έπαιξε ρόλο στη ζέση με την οποία η εθνική ιστοριογραφία προσπάθησε να αποδώσει το παρελθόν ως ηρωικό.

Ας εξετάσουμε λοιπόν πέντε από τους πιο διαδεδομένους εθνικούς μας μύθους.

1ος μύθος: το «Κρυφό Σχολειό»

Σύμφωνα με αυτόν, η Οθωμανική Αυτοκρατορία απαγόρευε την εκπαίδευση των υπόδουλων Ελλήνων, με αποτέλεσμα τα Ελληνόπουλα να διδάσκονται τα ελληνικά κρυφά από ιερείς σε εκκλησίες, τις νύχτες.

Ίσως το μόνο ιστορικό τεκμήριο γι’ αυτόν τον μύθο είναι μια ελαιογραφία του Νικολάου Γύζη του 1885/6 που φέρει αυτόν τον τίτλο και εικονίζει έναν ιερέα να διδάσκει μερικούς νέους λογικά σε κάποια εκκλησία ή μονή.

Στην πραγματικότητα το κρυφό σχολειό δεν υπήρξε και η εξήγηση γι’ αυτό είναι πολύ απλή.

Δεν έχει βρεθεί ούτε ένα σουλτανικό φιρμάνι που να απαγορεύει την εκπαίδευση των υπόδουλων χριστιανών.

Αντίθετα, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οργανώθηκαν και λειτούργησαν πολλές ελληνόφωνες σχολές και υπήρξαν και πολλοί Έλληνες που έλαβαν αξιόλογη μόρφωση ή δίδαξαν σε αυτές όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή.

Επομένως, κρυφό σχολειό δεν υπήρχε λόγος να υφίσταται ή αν υπήρξε, θα αποτελούσε μεμονωμένες περιπτώσεις και όχι κάτι σαν άτυπος θεσμός που οδήγησε στη διατήρηση της εθνικής συνείδησης και της μόρφωσης του υπόδουλου ελληνισμού.

Από την άλλη πλευρά, δεν υποστηρίζω ότι αυτό που εικονίζεται στο έργο του Γύζη είναι εντελώς πλασματικό.

Επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η συντριπτική πλειοψηφία των υπόδουλων Ελλήνων (και όχι μόνο) ήταν εντελώς αγράμματοι, ιδιαίτερα σε αγροτικές περιοχές.

Η εκπαίδευση δεν ήταν θεσμοθετημένη και τα σχολεία που υπήρχαν, όπως και οι δάσκαλοι, ήταν ελάχιστοι.

Οι ιερείς ήταν από τους λίγους που γνώριζαν έστω κάποια κολυβογράμματα και είναι εύλογο ότι κάποιοι προσπάθησαν να τα μεταλαμπαδεύσουν στους νέους της κοινότητας τους.

Υπό αυτή την οπτική, ο πίνακας είναι αληθής, ωστόσο η ονομασία είναι παραπλανητική, διότι αυτό δεν είχε αναγκαστικά ούτε κρυφό χαρακτήρα ούτε αποτέλεσε έναν άτυπο κρυφό θεσμό.

Σε κάθε περίπτωση, η ανυπαρξία του κρυφού σχολειού δεν μειώνει τον σημαντικό ρόλο που έπαιξαν απλοί και ολιγογράμματοι ιερείς και μοναχοί ως προς το ζήτημα της εκπαίδευσης.

2ος μύθος: ο χορός του Ζαλόγγου

Ανεξάρτητα από το αν υπήρξε το γνωστό τραγούδι και ο χορός πριν την αυτοκτονία των γυναικών στο Ζάλογγο, τα γεγονότα είναι αληθινά.

Το 1803 στη Μονή Ταξιαρχών στη ρίζα του βράχου του Ζαλόγγου είχαν καταφύγει αρκετοί Σουλιώτες μετά την έξοδό τους από το Σούλι κυνηγημένοι από τα στρατεύματα του Αλή Πασά.

Εκεί κάποιες γυναίκες με τα παιδιά τους (πιθανόν και λίγοι άνδρες) βρέθηκαν αποκομμένοι από τις οθωμανικές δυνάμεις που τους καταδίωκαν και προτίμησαν να ρίξουν τα παιδιά τους στον γκρεμό και να πέσουν και οι ίδιες, από το να πέσουν στα χέρια του εχθρού.

Η πράξη αυτή από μόνη της καταδεικνύει την απελπισία και τον ηρωισμό των Σουλιωτών, καθώς επίσης και τη βαρβαρότητα του οθωμανικού στρατού.

Ωστόσο, η διήγηση του γεγονότος επενδύθηκε με μια πρόσθετη λεπτομέρεια που ενισχύει τον ηρωισμό των Σουλιωτισσών.

Σύμφωνα με τον μύθο οι γυναίκες τραγουδούσαν και χόρευαν και μόλις έφτανε η σειρά της καθεμίας έριχνε το βρέφος της και έπεφτε και η ίδια στο κενό.

Ο πρώτος που έκανε αναφορά σε χορό και τραγούδι πριν την αυτοκτονία ήταν ο Περραιβός, τη διήγηση του οποίου ακολούθησαν και άλλοι που αναφέρονται στο γεγονός, όπως ο Πουκεβίλ, ο Φωριέλ, ο Ιμπραήμ Μαζούρ εφέντης, με αποτέλεσμα το περιστατικό αυτό διανθισμένο από την πιο ηρωική και συγκινητική σκηνή του χορού και του τραγουδιού να γίνει ευρέως γνωστό.

Παρ’ όλα αυτα, σύμφωνα με τις λαογραφικές μελέτες του Αλέξη Πολίτη το γνωστό τραγούδι «έχε γεια καημένε κόσμε» ανάγεται γύρω στο 1908.

Επιπλέον είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ένας τρομοκρατημένος όχλος που προτιμά την αυτοθυσία από το να πέσει στα χέρια του εχθρού, θα είχε τον χρόνο αλλά και τη διάθεση να θυσιαστεί εν χορώ.

Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε ένα ιστορικό γεγονός το οποίο, όπως ανέφερα και πριν, καταδεικνύει από μόνο του τον ηρωισμό των Σουλιωτών, διανθίστηκε όμως από τους καταγραφείς του με λεπτομέρειες (χορός, τραγούδι) που προσέδωσαν μεγαλύτερη λυρικότητα, συγκινησιακή φόρτιση και τελικά οδήγησαν στην επικράτηση του εν λόγω μύθου.

3ος μύθος: τα γεγονότα της Αγίας Λαύρας

Σύμφωνα με τον θρύλο, η Ελληνική Επανάσταση ξεκίνησε την 25η Μαρτίου 1821, όταν ο Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας πραγματοποίησε δοξολογία, ύψωσε το λάβαρο της επανάστασης, όρκισε τους αγωνιστές και εκφώνησε επαναστατικό λόγο, για να τους εμψυχώσει μπροστά στον δύσκολο αγώνα και τις επικείμενες κακουχίες.

Με βάση τις πηγές, η αφήγηση αυτή δεν είναι αληθινή.

Επί της ουσίας, δεν αποκλείεται να συνέβη κάτι αντίστοιχο, αλλά όχι ακριβώς αυτή την ημερομηνία και στο συγκεκριμένο τόπο, ούτε με ακριβώς αυτό το σημαινόμενο, δηλαδή την κήρυξη της Επανάστασης.

Ας δούμε όμως με βάση ποια ιστορικά γεγονότα προέκυψε ο μύθος περί της ύψωσης του λαβάρου από τον Γερμανό.

Σύμφωνα με τις πηγές, κάπου μέσα στο πρώτο 20ήμερο του Μαρτίου έγινε πράγματι σύσκεψη οπλαρχηγών στην Αγία Λαύρα με την παρουσία του Μητροπολίτη Γερμανού, η οποία ωστόσο δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε κάποια οριστική απόφαση σχετικά με την κήρυξη της Επανάστασης.

Ωστόσο, ο επαναστατικός αναβρασμός ήταν έκδηλος σε όλη σχεδόν την Πελοπόννησο.

Στην Αχαΐα οι εχθροπραξίες είχαν ξεκινήσει σίγουρα πριν την 25η, καθώς οι επαναστάτες κατέλαβαν τα Καλάβρυτα την 21η Μαρτίου και ο αναβρασμός που εξαπλώθηκε στην πόλη της Πάτρας οδήγησε σε οργισμένη αντίδραση των Οθωμανών.

Σημαίνοντες Πατρινοί κάλεσαν τότε στην Πάτρα τους γύρω προκρίτους για να τους ενισχύσουν στην πολιορκία του κάστρου της πόλης και έτσι μεταξύ άλλων κατέφθασε και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.

Σύμφωνα με τον Ολλανδό πρόξενο στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου ο Γερμανός έστησε έναν σταυρό και εκεί έγινε η δοξολογία και η ορκωμοσία των αγωνιστών.

Επομένως, η εν λόγω σκηνή δεν θα μπορούσε να γίνει στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας.

Κατά άλλους το περιστατικό αυτό τοποθετείται αργότερα σαν μια προσπάθεια του Γερμανού να ανυψώσει το ηθικό των αγωνιστών εξαιτίας της αποτυχίας να καταλάβουν το κάστρο της Πάτρας.

Πάντως ήδη την 23η Μαρτίου, ο Κολοκοτρώνης με 2.000 περίπου ενόπλους απελευθέρωσε την Καλαμάτα. Επομένως είναι βέβαιο ότι η Επανάσταση ξεκίνησε πριν τη συμβατική ημερομηνία της 25ης Μαρτίου.

Όσον αφορά το περιστατικό της Αγίας Λαύρας αυτό περιγράφεται με τις γνωστές λεπτομέρειες από τον περιηγητή Φρανσουά Πουκεβίλ στο έργο του η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, που δημοσιεύθηκε μόλις το 1824.

Είναι λογικό λοιπόν πολλοί από τους κατοπινούς μελετητές να επηρεάστηκαν από αυτή την πηγή.

Πάντως ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών Γερμανός στα απομνημονεύματά του δεν κάνει καμία αναφορά στη θρυλική αυτή σκηνή.

Επομένως, ακόμα και αν συνέβη κάτι σχετικό σίγουρα δεν είχε τη σημασία που του αποδόθηκε μετά. Σε γενικές γραμμές οι μεταγενέστερες πηγές είναι αντικρουόμενες.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ένας λόγος του Αλ. Δεσποτόπουλου, ο οποίος αναφέρει (ψευδώς προφανώς)[3] ότι ήταν παρών στο περιστατικό της Αγίας Λαύρας το 1821.

Πάντως σπουδαίοι ιστορικοί του Αγώνα, όπως ο  George Finley και ο Σπυρίδων Τρικούπης αρνούνται τα γεγονότα της Αγίας Λαύρας.

Επομένως σε γενικές γραμμές έχουμε να κάνουμε με μια μυθική αφήγηση, η οποία οφείλεται πρωτίστως στο ρομαντικό και φιλελληνικό πνεύμα ξένων περιηγητών και η οποία γνώρισε μεγάλη απήχηση διότι τόνισε τον ρόλο της Εκκλησίας στην προετοιμασία και εκδήλωση της Επανάστασης και συνέδεσε την ημερομηνία της έναρξης με αυτήν της γιορτής του Ευαγγελισμού.

4ος μύθος: τι ήταν το παιδομάζωμα και ποιος ήταν ο ρόλος του

Κατά την κυρίαρχη αφήγηση το παιδομάζωμα ή φόρος αίματος ήταν ένας επαχθής φόρος που πλήρωναν οι υπόδουλοι χριστιανοί προς τον σουλτάνο και αποσκοπούσε στον βίαιο εξισλαμισμό των ελληνόπουλων, τα οποία ξεχνούσαν τις ρίζες τους και μετατρέπονταν σε γενίτσαρους, δηλαδή φανατικούς υποστηρικτές του σουλτάνου και διώκτες των προγόνων τους.

Η πραγματικότητα ως προς το καθεστώς του παιδομαζώματος και τους γενίτσαρους είναι αρκετά διαφορετική.

Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, η κατάληψη εδαφών από τους Οθωμανούς πράγματι συνοδεύονταν από μαζικούς εξισλαμισμούς, οι οποίοι οδήγησαν σε αφαίμαξη τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας.

Ήδη από την κυρίευση της Μικράς Ασίας από τους Σελτζούκους οι εξισλαμισμοί οδήγησαν στη συρρίκνωση των χριστιανικών πληθυσμών.

Οι εξισλαμισμοί συνεχίστηκαν και από τους Οθωμανούς στις περιοχές που καταλάμβαναν με αποτέλεσμα αθρόοι χριστιανικοί πληθυσμοί της Βαλκανικής να ασπαστούν το Ισλάμ, γι’ αυτό ακόμα και σήμερα οι Αλβανοί και οι Βόσνιοι είναι στην πλειονότητά τους Μουσουλμάνοι.

Παρ’ όλα αυτά, ο βασικός στόχος του παιδομαζώματος δεν ήταν ο εξισλαμισμός της χριστιανικής νεολαίας.

Ο στόχος στην πραγματικότητα ήταν άλλος και ήταν διττός: να στελεχωθεί πρώτον ο στρατός και δεύτερον η διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με πιστά και αφοσιωμένα στον σουλτάνο στελέχη.

Το πότε ακριβώς ξεκίνησε το παιδομάζωμα δεν είναι γνωστό, με βάση της πηγές είτε επί σουλτάνου Ορχάν (1324-1362) είτε του διαδόχου του Μουράτ Α’ (1362-1389). Η πρώτη μνεία σε αυτό γίνεται το 1395.

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο θεσμός εισήχθη πολύ νωρίς προτού καν το οθωμανικό κράτος αποκτήσει τις διαστάσεις αυτοκρατορίας.

Αυτό αποδεικνύει ότι κυριότερος λόγος που οδήγησε στην πρακτική αυτή ήταν ότι οι σουλτάνοι φοβούνταν μήπως χάσουν τον θρόνο τους από ανταγωνιστές και επεδίωκαν να έχουν στον στρατό και τη διοίκηση απόλυτα αφοσιωμένους σε αυτούς άντρες.

Αρχικά το παιδομάζωμα γινόταν περιστασιακά, στη συνέχεια όμως έγινε θεσμός του κράτους, ο οποίος εφαρμοζόταν κάθε 5 και στη συνέχεια κάθε 4, 3, 2 ή και κάθε χρόνο ανάλογα με τις στρατιωτικές ανάγκες.

Σε γενικές γραμμές δεν πρέπει να είχε αυστηρά τακτικό χαρακτήρα, καθώς σε σουλτανικό φιρμάνι του 1666 αναφέρεται ότι εδώ και αρκετά χρόνια δεν γινόταν στρατολογία χριστιανοπαίδων.

Η ηλικία των παιδιών που απήγαγαν οι Οθωμανοί ήταν συνήθως μικρή, σίγουρα άνω των 6 ετών, σε κάποιες περιπτώσεις υπήρχαν και έφηβοι μεταξύ 14 και 20 ετών.

Εφόσον ο στόχος της πρακτικής αυτής ήταν διπλός, δηλαδή η στελέχωση τόσο του στρατού όσο και της διοίκησης, τα παιδιά χωρίζονταν σε 2 κατηγορίες τους ατζέμ ογλάν που προορίζονταν για τον στρατό και τους ιτς ογλάν που προορίζονταν για τη διοίκηση.

Και για τις δύο περιπτώσεις οι Οθωμανοί επέλεγαν νέους που ξεχώριζαν για την ομορφιά, την ευφυΐα και τη σωματική τους διάπλαση.

Τα πιο όμορφα και εύρωστα παιδιά κατόπιν εκλογής του σουλτάνου γίνονταν ιτς ογλάν, δηλαδή θα υπηρετούσαν στο σουλτανικό σεράι ή σε άλλα σεράγια (παλάτια).

Την εκπαίδευσή τους αναλάμβαναν οι διαβόητοι για τη σκληρότητά τους λευκοί ευνούχοι και διαρκούσε 14 χρόνια. Μετά τη μαθητεία τους, οι 40 καλύτεροι έμπαιναν στον ανακτορικό θάλαμο (χας οντά), φρόντιζαν δηλαδή τον σουλτάνο και φρουρούσαν το δωμάτιό του.

Όσοι τελείωναν την εκεί θητεία τους αναλάμβαναν τα υψηλότερα αξιώματα του οθωμανικού κράτους, βεζίρηδες, πασάδες κ.λπ. και σε αντίθεση με τους γενίτσαρους μπορούσαν να παντρευτούν.

Οι σουλτάνοι τούς θεωρούσαν παιδιά τους και τους έδιναν συχνά τις αδερφές και τις κόρες τους για γάμο.

Ωστόσο, η πλειοψηφία των νέων που δεν κρίνονταν τόσο άξιοι, γινόταν ατζέμ ογλάν, νοικιάζονταν αρχικά σε Τούρκους χωρικούς και γαιοκτήμονες για να βγάζουν τα προς το ζην και μετά από 2-3 χρόνια μεταφέρονταν πάλι στην Κωνσταντινούπολη και εντάσσονταν στον οθωμανικό στρατό στο σώμα των γενιτσάρων.

Οι χριστιανοί έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αποφύγουν αυτόν τον επαχθή φόρο, κάποιοι πάντρευαν τα παιδιά τους πολύ νωρίς ενάντια ακόμη και στους νόμους της Εκκλησίας, διότι οι νέοι για να στρατολογηθούν έπρεπε να είναι άγαμοι, σε άλλες περιπτώσεις τα έδιναν σε οθωμανικές οικογένειες για να τα προφυλάξουν.

Είναι χαρακτηριστικό ότι υπήρχαν πολλοί Οθωμανοί οι οποίοι αντάλλαζαν προθύμως τα παιδιά τους, ώστε να στρατολογηθούν και να αποκτήσουν υψηλά αξιώματα στο κράτος.

Επομένως, η λαμπρή σταδιοδρομία των παιδιών του παιδομαζώματος είχε οδηγήσει σε δυσαρέσκεια τους ίδιους τους Οθωμανούς, έτσι ο Μουσταφά πασάς το 1567 διαμαρτύρεται στον πρεσβευτή της Γερμανίας ότι τα χριστιανόπουλα γίνονται μεγάλοι αξιωματούχοι του κράτους, ενώ τα παιδιά των Οθωμανών παραμερίζονται.

Η βαναυσότητα της πρακτικής αυτής προκάλεσε σε κάποιες περιπτώσεις βίαιες αντιδράσεις εναντίον των Οθωμανών υπαλλήλων, τέτοιες σημειώθηκαν στην Αλβανία το 1565, καθώς και στη Νάουσα Ημαθίας το 1705, η οποία πρέπει να αποτέλεσε και την αφορμή, ώστε η πρακτική του παιδομαζώματος να σταματήσει οριστικά.

Όσον αφορά το στρατιωτικό σώμα των γενιτσάρων διακρίνονταν για τη σιδερένια πειθαρχία και τον θρησκευτικό φανατισμό τους.

Η δυναμική του συνδέθηκε άρρηκτα με τις στρατιωτικές επιτυχίες των Οθωμανών τους πέντε αιώνες της λειτουργίας του.

Σταδιακά όμως οι γενίτσαροι απέκτησαν μεγάλη δύναμη, ο σεβασμός τους προς τους σουλτάνους μειώθηκε και άρχισαν να λειτουργούν ως κράτος εν κράτει.

Ο θεσμός σταμάτησε οριστικά το 1826 όταν ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ για να απαλλαγεί από αυτούς διέταξε να σφαγιασθούν στους κοιτώνες τους.

Συνοπτικά, η πρακτική του παιδομαζώματος ήταν σίγουρα επαχθής, προκάλεσε πολλούς εξισλαμισμούς και αφαίμαξη του νεανικού χριστιανικού πληθυσμού των Βαλκανίων, ιδιαίτερα μεταξύ του 15ου και 17ου αιώνα που εφαρμόστηκε πιο συστηματικά.

Επίσης οι γενίτσαροι ήταν πράγματι πρώην χριστιανόπουλα που είχαν μετατραπεί σε απηνείς διώχτες των προγόνων τους.

Ωστόσο, η επίσημη εκδοχή της ιστορίας όπως διδάσκεται στα σχολεία παραβλέπει ότι ο στόχος του παιδομαζώματος δεν ήταν τόσο ο εξισλαμισμός, όσο η στελέχωση του οθωμανικού στρατού και κράτους με αφοσιωμένα στον σουλτάνο στελέχη.

Επίσης γίνεται αναφορά μόνο στο σώμα των γενιτσάρων και όχι στους ιτς ογλάν που αποτελούσαν τα πιο σημαίνοντα στελέχη της οθωμανικής διοίκησης, γεγονός που προκαλούσε τη δυσαρέσκεια των ίδιων των Οθωμανών.

Μύθος 5: η αποφασιστική συμβολή της Εκκλησίας κατά την Επανάσταση

Μια γενικότερη νηφάλια αποτίμηση του ρόλου της Εκκλησίας στην Επανάσταση του 1821 δεν απαιτεί ένα υποκεφάλαιο σε ένα άρθρο περί εθνικών μύθων, αλλά ολόκληρα βιβλία[4].

Εγώ θα αρκεστώ να αναφέρω μερικά κύρια ιστορικά παραδείγματα που σχετίζονται με την Επανάσταση του 1821 και αποδεικνύουν ότι ο ρόλος της επίσημης Εκκλησίας και δη του Πατριαρχείου κάθε άλλο παρά βοηθητικός ήταν.

Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης αφόρισε τον Υψηλάντη και όλους τους εξεγερμένους και ο Γρηγόριος Ε’ προσπάθησε όσο μπορούσε να οδηγήσει σε κατευνασμό της εξέγερσης, στέλνοντας μεταξύ άλλων επιστολές στους επισκόπους της Βλαχίας και σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας για να τους παροτρύνει να συνεχίσουν την πολιτική ευπείθειας και υποταγής στην κραταιά οθωμανική βασιλεία[5].

Ενδεικτικό είναι ότι τα μέλη της Β’ Εθνοσυνέλευσης του Άστρους αποφάσισαν ότι για όσο διάστημα διαρκεί η Επανάσταση δεν θα αποδέχονται αρχιερείς από το Πατριαρχείο, ούτε καμία έγγραφη πράξη από αυτό.

Το 1828 ακόμα και μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και την υπογραφή του πρώτου Πρωτοκόλλου του Λονδίνου που προέβλεπε ένα αυτόνομο αλλά υποτελές στον σουλτάνο ελληνικό κράτος, το Πατριαρχείο πρότεινε σχέδιο για πλήρη επιστροφή στο παλαιό καθεστώς.

Η στάση αυτή του Πατριαρχείου μπορεί να εξηγηθεί, αν αναλογιστεί κανείς ότι ένας από τους κυριότερους ρόλους του ήταν να εξασφαλίσει την υποταγή των χριστιανικών πληθυσμών.

Επίσης, οι Πατριάρχες διέθεταν τόσα προνόμια και εξουσία που δύσκολα θα στήριζαν την αλλαγή του status quo της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στον σουλτάνο της οποίας, ως επί το πλείστον, επιδείκνυαν υποταγή και παθητικότητα.

Επιπλέον, η αντίδραση απέναντι στην Επανάσταση του 1821 (όπως και σε προηγούμενες επαναστατικές προσπάθειες) ήταν και ιδεολογική.

Το επίσημο θεολογικό αφήγημα ήταν ότι η πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν αποτέλεσμα αμαρτίας και η περίοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν μια θεόσταλτη τιμωρία.

Η ερμηνεία αυτή υπαγόρευε μια στάση νομιμοφροσύνης και υποταγής της Εκκλησίας απέναντι στην οθωμανική εξουσία, ιδιαίτερα εφόσον η τελευταία εγγυόταν σε γενικές γραμμές το απαραβίαστο της ελεύθερης άσκησης της χριστιανικής λατρείας, γεγονός στο οποίο η Εκκλησία, όπως είναι ευνόητο, απέδιδε μεγάλη σημασία.

Σε κάθε περίπτωση αυτή η στάση παθητικότητας συνδέεται και με το γεγονός ότι η Εκκλησία αποτελούσε μια δύναμη συντήρησης και σκοταδισμού.

Η επίσημη Εκκλησία τάχθηκε σθεναρά εναντίον των επαναστατικών ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης και άσκησε πολεμική σε πολλούς εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού[6]

Από την άλλη πλευρά, για να μην αδικήσω συλλήβδην τους εκπροσώπους της Εκκλησίας, θα πρέπει να κάνω έναν διαχωρισμό ανάμεσα στη στάση του Πατριαρχείου και σε εκείνη πολλών μητροπολιτών επισκόπων, αλλά και πολλά μέλη του κατώτερου κλήρου οι οποίοι στήριξαν την Επανάσταση και πήραν μέρος έμπρακτα στον Αγώνα.

Δεν γίνεται λοιπόν να παραγνωρίσουμε από αυτή την άποψη τη σημαντική συνεισφορά της Εκκλησίας, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των μελών του κλήρου (κάποιοι αναφέρουν ένα ποσοστό 80%) ενίσχυσε ή πήρε μέρος ενεργά στην Επανάσταση.

Από τη μια πλευρά λοιπόν έχουμε το Πατριαρχείο το οποίο λειτουργεί όπως κάθε συντηρητική δύναμη που ανθίσταται στο καθετί νέο, φοβούμενη ότι θα απωλέσει τα προνόμιά της και από την άλλη έχουμε τους απλούς παπάδες που βίωναν τα ίδια βάσανα και στερήσεις με το ποίμνιο τους και πήραν μέρος μαζί τους ή τους ενθάρρυναν στον ξεσηκωμό.

Η στάση αυτή του κλήρου αποδεικνύει κατ’ εμέ ότι, όταν κάποιος δεινοπαθεί, δεν σκέφτεται ιδεολογικές διαφορές ούτε τα κελεύσματα και τις απειλές των ανωτέρων του, αλλά λαμβάνει δράση. Προσωπικά μου θυμίζει τη συμμετοχή μελών του κλήρου στις τάξεις του ΕΑΜ κατά τη γερμανική κατοχή.

Πολλοί ιερείς τότε δεν έκατσαν να σκεφτούν ότι τα ηγετικά στελέχη του ΕΑΜ ήταν κομμουνιστοσυμμορίτες, άθεοι και εχθροί του χριστιανισμού, αλλά συνάνθρωποί τους που περνούσαν τα ίδια βάσανα και κακουχίες με τους ίδιους και μοιράζονταν την ίδια θέληση να αντισταθούν στους κατακτητές.

Ανάλογη ήταν νομίζω και η στάση του ανώτερου (άλλα όχι ανώτατου) και κατώτερου κλήρου ως προς την Επανάσταση.

Επομένως, το να θεωρούμε τη στάση της Εκκλησίας συλλήβδην θετική είναι λανθασμένη και απλοϊκή προσέγγιση, που προέρχεται από δεξιούς και συντηρητικούς κυρίως στοχαστές και πολιτικούς, οι οποίοι απευθύνονται και θέλουν να είναι αρεστοί σε συγκεκριμένο κοινό.

Από την άλλη μεριά η συνολική στάση της Εκκλησίας δεν γίνεται φυσικά να αποτιμηθεί ούτε με αρνητικό πρόσημο.

Νομίζω ότι ο διαχωρισμός που επιχείρησα ανάμεσα στη στάση του ανώτατου και του κατώτερου κλήρου είναι πιο σωστή και νηφάλια προσέγγιση από τις άλλες δύο.

Σε γενικές γραμμές πάντως εκτιμώ ότι τα σχολικά βιβλία ιστορίας υποκρύπτουν  κάθε αρνητική πτυχή του ρόλου της Εκκλησίας, οπότε βρίσκονται πολύ εγγύτερα στην πρώτη προσέγγιση παρά στην πραγματικότητα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Για μια ενδιαφέρουσα και προοδευτική εξέταση αυτού του ζητήματος βλ. Κωνσταντακοπούλου, Α., Κύριλλος και Μεθόδιος «εθναπόστολοι» Σλάβων και Νεοελλήνων, Η κυριακάτικη Αυγή, 6 Μαΐου 2001, σ. 28.

[2] Βλ. το κείμενο μου «Ως προς την ονοματολογία των κρατών. Το παράδειγμα της Ελλάδας, της Αλβανίας, της Ουγγαρίας και της ΠΓΔΜ.», διαθέσιμο εδώ https://durrutioschool.blogspot.com/2019/01/blog-post.html, τελευταία πρόσβαση 21/3/2021.

[3] Η αναφορά αυτή του Αλ. Δεσποτόπουλου γίνεται μάλλον για να ενισχύσει το κύρος του ίδιου και προς επίρρωσιν της μαρτυρίας του ότι ήταν παρών στη Μυστική συνέλευση της Βοστίτσας. Στη συνέλευση της Βοστίτσας ο νεαρός Δεσποτόπουλος ήταν σίγουρα παρών καθώς έλαβε χώρα στο πατρικό του, αυτό όμως δε συνεπάγεται ότι ήταν παρών σε όλες τις συγκεντρώσεις που αφορούσαν την Επανάσταση.

[4] Ένα τέτοιο βιβλίο χωρίς εθνικιστικό και φιλοκληρικό προσανατολισμό, δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο πλαίσιο της σειράς: 1821 Δύο αιώνες μυθ-Ιστορία της εφημερίδας Documento, με τίτλο Επανάσταση και Εκκλησία.

[5] Η στάση του Γρηγορίου Ε’ απέναντι στην επανάσταση όπως και η όλη στάση της Εκκλησίας αποτελεί ακόμα ζήτημα μελέτης και αντιπαράθεσης, που ερείδεται και στις ιδεολογικές διαφορές των εκάστοτε μελετητών.

Εκτιμώ ότι από την μια πλευρά η στάση του Γρηγορίου ήταν προδοτική ως προς τους αφορισμούς του, οι οποίοι έβλαψαν το φρόνημα των επαναστατών, αν και δύσκολα θα βρισκόταν κάποιος στη θέση του που θα είχε το σθένος να στηρίξει ανοιχτά την Επανάσταση.

Από την άλλη η στάση του ήταν ηρωική ως προς το ότι αρνήθηκε να διαφύγει από την Κων/πολη με συνέπεια τον απαγχονισμό του.

[6] Για λεπτομέρειες σχετικά με την εχθρική στάση της Εκκλησίας απέναντι στους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού βλ. Γ. Οικονόμου, «Επιθέσεις & διωγμοί κατά του Νεοελληνικού Διαφωτισμού από την Εκκλησία» διαθέσιμο εδώ: https://www.aftoleksi.gr/2021/02/08/epitheseis-amp-diogmoi-neoellinikoy-diafotismoy-tin-ekklisia/, τελευταία πρόσβαση 21/3/2021 (Το άρθρο αυτό είναι δημοσιευμένο και σε έντυπη μορφή στον τόμο της εφημερίδας Documento που αναφέρω παραπάνω).

 

ΠΗΓΗ: aftoleksi.gr